Εκεί που δεν υπήρχε ούτε για δείγμα  τουρκοκυπριακό κατάστημα για διάθεση από την Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών περιουσιών, ξαφνικά έπεσαν, σχεδόν από τον ουρανό, 503 υποστατικά.

Τα υποστατικά αυτά θα ανακτηθούν και θα διατεθούν προφανώς με τα νέα κριτήρια του υπουργείου Εσωτερικών στη βάση νομοσχεδίου το οποίο προωθήθηκε στη Βουλή.

Της ανακατανομής των υποστατικών αυτών θα προηγηθεί ανάκτησή τους, κάτι το οποίο δυνατόν να γίνει σε βάθος χρόνου αν ληφθούν υπόψιν οι ρυθμοί εκδίκασης των υποθέσεων ενώπιον των Δικαστηρίων.

Όπως εξήγησε ενώπιον της κοινοβουλευτικής επιτροπής Προσφύγων ο υπουργός Εσωτερικών κ. Κωνσταντίνος Ιωάννου, η ανάκτηση των καταστημάτων αυτών δρομολογήθηκε όταν διαπιστώθηκε ότι παραβιάζεται η σύμβαση μίσθωσης τους.

Ο υπουργός ενημερώνοντας τους βουλευτές σχετικά με τη διαχείριση, ιδιαίτερα των επαγγελματικών υποστατικών, ανέφερε πως διεξάγεται έλεγχος εδώ και ένα χρόνο από την Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Όπως είπε, στόχος του ελέγχου ήταν να διαφανεί ο βαθμός εφαρμογής των προνοιών από τους δικαιούχους. Σύμφωνα με τον κ. Ιωάννου, πρόκειται για την πρώτη φορά που διενεργείται έλεγχος σε τέτοια έκταση και μέχρι στιγμής έχει ολοκληρωθεί κατά 92%. Συνολικά έχουν ελεγχθεί πέραν των 3.700 συμβάσεων και εντοπίστηκαν 503 περιπτώσεις (14%) παραβίασης των μισθώσεων. Για τις περιπτώσεις αυτές έχουν δρομολογηθεί νομικές διαδικασίες για ανάκτησή τους.

Σχετικά με το τροποποιητικό νομοσχέδιο που διέπει τη διαχείριση και τη διάθεση των τουρκοκυπριακών περιουσιών, υπενθύμισε πως στις τροποποιήσεις εισάγεται νέα διαδικασία διάθεσης των περιουσιών, με κυριότερη καινοτομία την εφαρμογή συστήματος επιλεξιμότητας και μοριοδότησης των αιτητών μέσα από σαφείς, αντικειμενικούς και μετρήσιμους δείκτες. Με αυτό τον τρόπο, εξήγησε, περιορίζεται η διακριτική ευχέρεια του Κηδεμόνα που είχε ως αποτέλεσμα φαινόμενα κατάχρησης και εκμετάλλευσης και την ίδια ώρα επιτυγχάνεται η ισονομία, η διαφάνεια και η αξιοκρατία. Για πρώτη φορά, επίσης, διασυνδέεται η παραχώρηση τουρκοκυπριακής περιουσίας με την κοινωνικό-οικονομική κατάσταση των αιτητών και τη σύνθεση της οικογένειας, ενώ προσμετράται τυχόν άλλη ιδιόκτητη περιουσία που κατέχει ο αιτητής στις ελεύθερες ή τις κατεχόμενες περιοχές.