Εργοδοτούν παράνομα αλλοδαπούς, σε πολλές οι περιπτώσεις οι τελευταίοι δεν διαμένουν νόμιμα στη Δημοκρατία, συλλαμβάνονται από την Αστυνομία, αλλά τη γλυτώνουν.
Οι κατά συρρόη παρανομούντες εργοδότες ευνοούνται λόγω του ελλιπούς ανακριτικού έργου από την Αστυνομία, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα να συνεχίζουν ανεμπόδιστα τα παράνομα σχέδιά τους, αφού οι υποθέσεις τους στα Δικαστήρια «πέφτουν».
Μάλιστα, αυτή η κατάσταση έχει και έμμεσες παρενέργειες. Πέραν από το γεγονός ότι παρανομούντες επιχειρηματίες ευνοούνται από το ανακριτικό έργο με τρόπο που εμπίπτει τουλάχιστον στα όρια του σκανδάλου, υπάρχουν κι αρνητικές συνέπειες στο σύστημα απονομής Δικαιοσύνης.
Σε πολλές περιπτώσεις οι Δημόσιοι Κατήγοροι διαπιστώνοντας ότι δεν υπάρχει επαρκής μαρτυρία αρχίζουν να εξετάζουν ενδεχόμενη αναστολή της ποινικής δίωξης, εισερχόμενοι σε μια χρονοβόρα διαδικασία. Εκτός τούτου, τα Δικαστήρια σπαταλούν πολύτιμο χρόνο, αφού εξετάζουν υποθέσεις που εξ αρχής είναι… καταδικασμένες να αποτύχουν.
Αποκαλυπτική επιστολή
Τα όσα καταγράφουμε πιο πάνω ούτε στη βάση πληροφοριών εδράζονται, αλλά ούτε και αποτελούν συμπεράσματα. Προκύπτουν από επιστολή που στάλθηκε από τη Γενική Εισαγγελία της Δημοκρατίας προς την ηγεσία της Αστυνομίας, το περιεχόμενο της οποίας είναι υπόψιν του «Φ».
Η εν λόγω επιστολή εστιάζει σε υποθέσεις παράνομης εργοδότησης και παράνομης απασχόλησης αλλοδαπών, οι οποίες καταχωρούνται εκτάκτως, σχεδόν επί καθημερινής βάσεως κυρίως στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου.
Το περιεχόμενο των όσων σημειώνονται προωθήθηκαν από την ηγεσία της Αστυνομίας προς όλα τα αρμόδια στελέχη του αστυνομικού Σώματος από τις αρχές του τρέχοντος μήνα με προφανή στόχο να αποφεύγονται τα λάθη στο ανακριτικό έργο.
Πάνω από 10 σημεία
Αυτό, πάντως, το οποίο προκαλεί εντύπωση είναι τα χτυπητά λάθη που γίνονται κατά τη διερεύνηση από μέλη της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Αστυνομίας (ΥΑΜ) και αφορούν την περιοχή της ελεύθερης Αμμοχώστου.
Από αρμόδιο εισαγγελέα της Δημοκρατίας που χειρίζεται ποινικά ζητήματα, γίνονται πάνω από 10 επισημάνσεις σε σχέση με τα λάθη, τα οποία έχουν ως αποτέλεσμα συστηματικά να απαλλάσσονται από τις όποιες ποινικές ευθύνες έχουν επιχειρηματίες της εν λόγω περιοχής.
Παραθέτουμε αναλυτικά τι αναφέρουν οι επισημάνσεις και είναι απόλυτα ενδεικτικές του προβλήματος:
l Όταν εντοπίζονται παράνομοι αλλοδαποί να εργάζονται σε συγκεκριμένο υποστατικό, δεν γίνεται καμία έρευνα στον Έφορο Εταιρειών ή από τον αρμόδιο δήμο για να διαπιστωθεί ποιος είναι ο υπεύθυνος ή και ιδιοκτήτης του υποστατικού ώστε να υπάρχει η σύνδεση του εργοδότη με το υποστατικό, στο οποίο εντοπίστηκαν οι αλλοδαποί να εργάζονται παράνομα.
l Δεν λαμβάνεται ανεξάρτητη μαρτυρία από άλλους υπαλλήλους, εάν υπάρχουν, για να καταδειχθεί η σχέση εργοδότη με τους παράνομους αλλοδαπούς, η διάρκεια εργοδότησης, τα καθήκοντα, ο μισθός και άλλα.
l Δεν λαμβάνονται ανακριτικές καταθέσεις από τους αλλοδαπούς.
l Δεν λαμβάνεται ανακριτική κατάθεση από τον εργοδότη.
l Οι παράνομοι αλλοδαποί, αφού πρώτα συλληφθούν, ανακρίνονται προφορικά στο μέρος, χωρίς πρώτα να τους εξηγηθούν και δοθούν τα δικαιώματά τους.
l Εάν ο κατ’ ισχυρισμόν εργοδότης βρίσκεται στο μέρος, καλείται τηλεφωνικώς στον Αστυνομικό Σταθμό για σκοπούς διερεύνησης της υπόθεσης.
l Η Αστυνομία θεωρεί ικανοποιητική μαρτυρία ενώπιον του εργοδότη το γεγονός μόνο ότι ο/οι αλλοδαπός/οι αναφέρουν μόνο ως εργοδότη συγκεκριμένο πρόσωπο, συνήθως, απλώς ένα μικρό όνομα, χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις ή και το τηλέφωνο του. Θεωρείται αυτονόητο ότι θα πρέπει να γίνεται αναφορά στον τρόπο που συνδέεται ο κατηγορούμενος εργοδότης, με το πρόσωπο–όνομα που αναφέρουν οι ύποπτοι αλλοδαποί.
l Η Αστυνομία θεωρεί ότι η μαρτυρία συγκατηγορούμενου είναι από μόνη της αρκετή για την καταδίκη συγκατηγορούμενου, αγνοώντας βασικές αρχές απόδειξης στην ποινική δίκη.
l Όταν ο εργοδότης δεν είναι παρών ώστε να θεωρείται ότι ασκεί κάποιο έλεγχο και να επιβλέπει τις εργασίες που διενεργούν οι αλλοδαποί, τότε το μόνο που υπάρχει είναι η εξ ακοής μαρτυρία που θα μεταφέρει ο αστυνομικός της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης στο Δικαστήριο ότι οι κατηγορούμενοι αλλοδαποί ανέφεραν ότι εργοδότης ήταν κάποιος με όνομα «Χ».
l Στις περιπτώσεις που ο εργοδότης αναφέρει και παρουσιάζει και σχετικά συμβόλαια εργοδότησης και καταστάσεις πληρωμών με τις εισφορές Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τους αλλοδαπούς, δεν γίνεται οποιαδήποτε ανακριτική ενέργεια μέσω των αρμόδιων Τμημάτων για να διαπιστωθεί κατά πόσο υπήρχε ή όχι ενημέρωση του συστήματος για το καθεστώς των αλλοδαπών και επιδίωξη διόρθωσης του συστήματος.
l Στις υποθέσεις αυτής της φύσης, η εισήγηση της Αστυνομίας είναι πάντοτε η ίδια, ότι δηλαδή υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία εναντίον του εργοδότη και, εισηγούνται την ποινική δίωξη όλων. Ακόμη και στις περιπτώσεις που εργοδοτούνται νόμιμα αλλοδαποί και για κάποιο έκτακτο λόγο ο αλλοδαπός εργάστηκε σε διαφορετικά καθήκοντα τότε η εισήγηση είναι η ίδια χωρίς να μπαίνουν στη διαδικασία ελέγχου του μαρτυρικού υλικού αναλόγως των περιστάσεων της υπόθεσης.
Γίνονται συστάσεις για βελτίωση του ανακριτικού έργου
Στην επιστολή, το αρμόδιο πρόσωπο της Εισαγγελίας κάνει συγκεκριμένες συστάσεις. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι ενδεικτικό: «Θα πρέπει να γίνεται πλήρης διερεύνηση για εντοπισμό μαρτυρίας όλων των κατηγορούμενων. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει μαρτυρία εναντίον των εργοδοτών, η Αστυνομία οφείλει να λαμβάνει θέση και πρέπει να εισηγείται τη μη δίωξή τους για αποτροπή άσκοπων ταλαιπωριών τόσο του Δικαστηρίου όσο και όλων των εμπλεκόμενων. Θεωρείστε δεδομένο ότι για να υπάρχει θετικό αποτέλεσμα μέσω της ποινικής δίωξης, θα πρέπει να διενεργείται αστυνομική έρευνα προς κάθε κατεύθυνση, ώστε να εξασφαλίζεται ικανοποιητική μαρτυρία για επιτυχή ποινική δίωξη κάτι που δεν εφαρμόζεται σήμερα».
744 καταδίκες σε 4 έτη
Να σημειωθεί ότι, σύμφωνα και με επίσημα στοιχεία, το πρόβλημα με την παράνομη εργοδότηση στην Κύπρο παραμένει οξύ. Όπως είχε προκύψει στο πλαίσιο κοινοβουλευτικού ελέγχου το 2022, από το 2017 μέχρι και το 2021 συνολικά 774 εργοδότες καταδικάστηκαν για παράνομη εργοδότηση, εκ των οποίων οι 21 κατέληξαν στη φυλακή. Άλλοι 26 εργοδότες την ίδια περίοδο είχαν καταδικαστεί σε φυλάκιση με αναστολή, ενώ στους υπόλοιπους επιβλήθηκαν χρηματικά πρόστιμα.
Τα πιο πάνω στοιχεία είχαν δει το φως της δημοσιότητας τον Μάρτιο του 2022, μέσω απάντησης της τότε υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως, Στέφης Δράκου, κατόπιν ερώτησης του βουλευτή του ΑΚΕΛ, Γιώργου Κουκουμά.
Από την απάντηση στο κοινοβουλευτικό ερώτημα, προέκυπταν –ανάμεσα σε άλλα– και τα ακόλουθα:
Μεταξύ των ετών 2017 – 2021 η Αστυνομία κατήγγειλε συνολικά 1.094 περιστατικά παράνομης εργοδότησης ως ακολούθως: Επαρχία Λευκωσίας – 177 καταγγελίες, επαρχία Λεμεσού – 402 καταγγελίες, επαρχία Πάφου – 122 καταγγελίες, επαρχία Λάρνακας – 132 καταγγελίες, επαρχία Αμμοχώστου – 242 καταγγελίες και επαρχία Μόρφου – 19 καταγγελίες.