Έφυγε από τη ζωή τις προάλλες ο άνθρωπος ο οποίος την 1η Απριλίου 1955 συνέβαλε, μαζί με τον αρχηγό του Μάρκο Δράκο και τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας του, ώστε να δοθεί το σύνθημα με το οποίο καλούντο οι Κύπριοι να ξεσηκωθούν εναντίον του Βρετανού δυνάστη. Ο Παναγιώτης Παπαναστασίου από την Αφάνεια έφυγε πλήρης ημερών, έχοντας γύρω του τα παιδιά του και τα εγγόνια του. Τάφηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου ζούσε για δεκαετίες, αφού το χωριό του, η Αφάνεια, είναι σήμερα κατεχόμενη.
Όσα ακολουθούν αποτελούν υπενθύμιση της προσφοράς αυτού του αειθαλούς Κύπριου αγωνιστή, που αισθανόταν ότι αυτό που προσέφερε δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η εκπλήρωση του καθήκοντός του προς την πατρίδα.
Ο Ραδιοσταθμός της Κυπριακής Ραδιοφωνικής Υπηρεσίας ήταν το 1955 ένα βασικό κάστρο της βρετανικής κυριαρχίας. Και αυτό θέλησε να πλήξει ανάμεσα στα άλλα ο αρχηγός της ΕΟΚΑ Γεώργιος Γρίβας- Διγενής τη νύκτα που σήμανε η αρχή του απελευθερωτικού αγώνα.
Απέναντί του σε μικρή απόσταση, υπήρχε ένα δασάκι από ακακίες και τίποτε άλλο μέχρι τον σημερινό δρόμο Λευκωσίας-Λεμεσού. Το συγκρότημα του ΡΙΚ, αποτελείτο από μερικά γραφεία και δυο μεγάλα κτίρια που έμοιαζαν περισσότερο με αποθήκες παρά με εγκαταστάσεις ραδιοσταθμού.
Το κτίριο του ΡΙΚ εφρουρείτο από δυο ηλικιωμένους οικογενειάρχες νυχτοφύλακες που ξενυχτούσαν φρουρώντας το μετά που αποχωρούσαν γύρω στις 10:30-11:00 το βράδυ με αυτοκίνητο του σταθμού που τους μετέφερε στα σπίτια τους. Οι αγωνιστές της ΕΟΚΑ που παρακολουθούσαν τις κινήσεις στον σταθμό, κυρίως τα βράδια, πήγαιναν εκεί με τα ποδήλατα ή περπατώντας και σιγοτραγουδούσαν μέχρι που να μη φαίνονται από τους δυο φρουρούς και γλιστρούσαν στο δασάκι με τις ακακίες.
Ο αρχηγός της ΕΟΚΑ, είχε αναθέσει την πραγματοποίηση σαμποτάζ σε μια μικρή ομάδα, μελών κυρίως της Ορθόδοξης Χριστιανικής Ενωσης Νεολαίας, ΟΧΕΝ. Επικεφαλής της ΟΧΕΝ βρισκόταν ο Παπασταύρος Παπαγαθαγγέλου, ο στρατολόγος της ΕΟΚΑ. Ο Διγενής διόρισε επικεφαλής της ομάδας που θα κτυπούσε στον ραδιοσταθμό τον Μάρκο Δράκο, έναν πολύ δραστήριο και θρησκευόμενο νέο από τη Λεύκα.
Τα μέλη της ομάδας στην οποία δόθηκε η ονομασία «Αστραπή» σύμφωνα με την αγωνίστρια Ελενίτσα Σεραφείμ, ήταν οι ακόλουθοι: Μάρκος Δράκος, Μίκης Φυρίλλας, Παναγιώτης Παπαναστασίου, από την Αφάνεια, Γεώργιος Ζεβεδαίος, Αρέστης Χειλίδης και Παύλος Ευτυχίου.
Θα δανεισθώ τα όσα έγραψε η Ελενίτσα Σεραφείμ γι’ αυτή την καταδρομική επιχείρηση στο βιβλίο της «Μάρκος Δράκος» που εξέδωσε το 1997 κμαι η οποία αναφέρεται σε αφήγηση μέλους της ομάδας για τη δράση της υπό τον Μάρκο Δράκο τη νύκτα της 31ης Μαρτίου προς την 1η Απριλίου 1955: «Μόλις επέστρεψε ο Μάρκος ετοιμαστήκαμε να φύγουμε. Πήραμε μαζί και τα πυρομαχικά, μπήκαμε στο αυτοκίνητο του Γιώργου Ζεβεδαίου και ξεκινήσαμε. Γύρω στις 11:50 φτάσαμε στον προορισμό μας. Ο Ζεβεδαίος σταμάτησε το αυτοκίνητό του δέκα περίπου μέτρα πιο κάτω από την είσοδο του ραδιοσταθμού. Γνωρίζαμε ότι υπήρχαν μέσα στον σταθμό μόνο οι δυο νυχτοφύλακες, ο Ελληνας Ιάκωβος Μηνά και ο Τούρκος Μουλλά Χασάν.
Ετσι δουλέψαμε άφοβα. Πρώτος κατέβηκε από το αυτοκίνητο ο Μάρκος που καθόταν μπροστά και έκοψε με ψαλίδι το αγκαθωτό σύρμα της περίφραξης. Φορέσαμε όλοι τις προσωπίδες μας, κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο, μπήκαμε μέσα στον Ραδιοσταθμό, περνώντας από το κομμένο συρματόπλεγμα.
Μπροστά πήγαινε ο Μάρκος με το περίστροφο προτεταμένο, πίσω ο Παναγιώτης Παπαναστασίου με το άλλο περίστροφο στο ένα χέρι και στο άλλο το δοχείο με το πετρέλαιο. Πιο πίσω ακολουθούσαν οι άλλοι, κουβαλώντας τα υπόλοιπα.
Προχωρήσαμε προσεκτικά προς την είσοδο του κτιρίου, που δεν ήταν κλειδωμένη. Ο Μάρκος έσπρωξε την πόρτα, κοίταξε μέσα και μας έγνεψε να τον ακολουθήσουμε. Μπήκαμε και κόψαμε το σύρμα του τηλεφώνου. Στο μεταξύ οι δύο νυχτοφύλακες που άκουσαν τον θόρυβο βγήκαν έξω από το γραφείο και αντίκρυσαν τον Μάρκο με το πιστόλι κι εμάς με το πρόσωπο καλυμμένο παλάβωσαν από τον φόβο και άρχισαν να μας παρακαλούν:
-Μη μας σκοτώσετε, μη μας σκοτώσετε… Ο Μάρκος τους καθησύχασε λέγοντάς τους: «Μη φοβάστε, δε θα σας κάμουμε κακό». Τότε ο Παπαναστασίου τους έπιασε από το χέρι και τους πήρε εκτός του κεντρικού κτιρίου σ’ ένα υπόστεγο που ήταν κοντά στην κεραία, και ένας από τους δράστες έμεινε μαζί τους φρουρώντας τους μέχρι να τελειώσει η επιχείρηση.
Χάρις στο σχεδιάγραμμα που κρατούσε ο Μάρκος γνωρίζαμε με ακρίβεια πού ήταν τα μηχανήματα.
Τραβήξαμε με σιγουριά προς την αίθουσα που ήταν ο πομπός, τοποθετήσαμε από κάτω από τον πομπό το ένα κιβώτιο με τη δέσμη δυναμίτιδας που κρατούσαμε και βάλαμε το άλλο κιβώτιο με εκρηκτική ύλη στο δωμάτιο ελέγχου που ήταν πλάι στον πομπό.
Τελειώσαμε λίγα μόνο λεπτά μετά τα μεσάνυχτα. Τώρα ο Μάρκος είχε το πρόσταγμα.
Σε κάποια στιγμή σιωπά.
Κλείνει τα μάτια του για μερικά δευτερόλεπτα ως να προσεύχεται. Υστερα κοιτάζει ξανά το ρολόι του.
Είναι είκοσι λεπτά περασμένα τα μεσάνυχτα.
Φαίνεται ν’ ανησυχεί. Ισως να περιμένει κάτι που αργεί. Πιθανόν το σύνθημα που εμείς δε γνωρίζαμε τι ήταν. Ξάφνου τα φώτα τρεμοσβήνουν.
–Τώρα, προστάζει ο Μάρκος.
Αυτό κι έγινε.
Ανάψαμε αμέσως τα σπίρτα που ήταν δεμένα πάνω στο φιτίλι που είχαμε ενώσει με τα δύο κιβώτια.
Πήραμε τα κλεφτοφάναρά μας, δώσαμε σήμα στον Παπαναστασίου να μας ακολουθήσει και βγήκαμε αυτή τη φορά από την κεντρική είσοδο. Ταυτόχρονα έφθασε και ο Παπαναστασίου αφού σύστησε στους δύο φρουρούς να μην μπουν κατ’ ουδένα λόγο στο κτίριο».
Ο Παναγιώτης Παπαναστασίου, γιος του ιερέα της Αφάνειας, επέστρεψε τις πρωινές ώρες της 1ης Απριλίου 1955 στο σπίτι του στη Λευκωσία, όπου διέμενε, με τον μικρότερο του αδελφό, βετεράνο δημοσιογράφο σήμερα, Ανδρέα Χατζήπαπα. Ο Ανδρέας, όπως μου ανέφερε, θυμάται, ότι ο αδελφός του, του είπε αν τον ρωτήσει η Αστυνομία πού βρισκόταν ο Παναγιώτης, να τους έλεγε ότι ήταν μαζί του όλο το βράδυ. Δεν τού έδωσε καμιά άλλη εξήγηση. Ο Παπαναστασίου μετανάστευσε αργότερα στην Αμερική. Μίλησα μαζί του στο τηλέφωνο όταν έκλεινε τα 95 του χρόνια όπου περνούσε ωραίες στιγμές με την οικογένειά του.
Συγκεντρώνοντας τις αναμνήσεις του μού είπε ότι έγινε μέλος της επαναστατικής οργάνωσης, αφού μίλησε με τον φίλο του Γιαννάκη Δρουσιώτη, που ήταν από τους πρώτους συνεργάτες του αρχηγού της ΕΟΚΑ Γεώργιου Γρίβα -Διγενή και τον επισκεπτόταν στο κουρείο του στην οδό Αισχύλου.
Μου ανέφερε:
«Ημουν κουρέας του Διγενή πριν και μετά τον αγώνα και φίλος του Γιαννάκη Δρουσιώτη, ο οποίος αρχικά προγραμμάτιζε να κτυπήσουμε με την έναρξη του αγώνα κάπου αλλού, σε μια αποθήκη στην Ομορφίτα.
Ωστόσο, αργότερα, μας είπε, ότι καλύτερα να κτυπήσουμε στο ψητό, και μας ανακοίνωσε ότι θα παίρναμε μέρος σε επίθεση εναντίον του Ραδιοσταθμού.
Συμφωνήσαμε και κάθε βράδυ πηγαίναμε έξω από τον Ραδιοσταθμό, κρυβόμαστε σε ένα διπλανό δασάκι και παρακολουθούσαμε τις κινήσεις των φρουρών, και τις καταγράφαμε μαζί με όποιες κινήσεις εντοπίζαμε.
Την αυγή της 1ης Απριλίου μπήκαμε όλοι μέσα στο αυτοκίνητο του Γεώργιου Ζεβεδαίου. Προσπέρασε το κτίριο του ραδιοσταθμού και σταμάτησε. Κατεβήκαμε και πήραμε τις θέσεις μας και περιμέναμε το σύνθημα.
Δεν με αναζήτησε η Αστυνομία παρά ύστερα από αρκετές μέρες και αφού στο μεταξύ πήρα μέρος και σε άλλες βομβιστικές επιθέσεις με τον κουμπάρο μου Στέλιο Σιάμιση από την Κυρά της επαρχίας Μόρφου».
Οι Αγγλοι δεν μπορούσαν να φαντασθούν ότι ένας απλός κουρέας, που κυκλοφορούσε με μια μικρή μοτοσικλέττα, ήταν αυτός που τους έκαμνε τόσες ζημιές.
Ωστόσο εξασφάλισαν τελικά πληροφορίες τόσο για τον Παπαναστασίου όσο και τα άλλα μέλη της ομάδας και την ηγετική ομάδα που πρόσκειτο στον Διγενή και άρχισαν να τους συλλαμβάνουν ένα, ένα μαζί με άλλους πρωτοπόρους που είχαν πάρει μέρος σε άλλες καταδρομικές επιθέσεις την ίδια νύκτα. Να τι μου είπε ο Παπαναστασίου:
«Βρισκόμουν στο χωριό όπου πήγα με την μοτόρα μου και ήλθε ένας Τούρκος αστυνομικός και μου είπε ότι έπρεπε να πάω στη Λευκωσία για κατάθεση. Δεν φαινόταν να βιάζεται, ούτε και είχε γνώση γιατί με αναζητούσαν. Του ζήτησα να με αφήσει να πάρω το γεύμα μου και αργότερα με μετέφερε στη Λευκωσία».
Ετσι το έμαθε και η οικογένειά μου ότι με συνέλαβαν, γιατί εγώ τους είπα από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε στην Αφάνεια ο Τούρκος αστυνομικός, ότι είχε έρθει για μένα. Δεν υπήρχαν τότε κρατητήρια.
Στο αστυνομικό κρατητήριο διαμαρτυρηθήκαμε κάνοντας φασαρία γιατί μας κρατούσαν και τότε μας μετέφεραν στις φυλακές στο Κάστρο της Κερύνειας. Από εκεί απέδρασα με άλλους συγκρατούμενους».
Η επιχείρηση της 1ης Απριλίου
Επίσημη ανακοίνωση για την επιχείρηση της ΕΟΚΑ εναντίον του ΡΙΚ την 1η Απριλίου 1955 ανέφερε, σύμφωνα με την εφημερίδα “Εθνος”:
«Αι ακόλουθοι λεπτομέρειαι επεισοδίων σημειωθέντων καθ’ άπασαν την Κύπρον κατά τας πρώτας πρωινάς ώρας της 1ης Απριλίου παρέχονται τώρα εις την δημοσιότητα:
Λευκωσία: “Ολίγον μετά το μεσονύκτιον τέσσαρες άνδρες, φέροντες προσωπίδας και ωπλισμένοι με περίστροφα και εγχειρίδια, εισήλθον εις τον ραδιοσταθμόν Κύπρου, εξουδετέρωσαν τους φύλακας και τους έδεσαν. Οι εισβολείς προεκάλεσαν ακολούθως εκρηξιν δυναμίτιδος κάτωθι του τοίχου ενός κτιρίου, προκαλέσαντες μεγάλην ζημίαν και πυρπολήσαντες τούτο. Το πυρ ετέθη βραδύτερον υπό έλεγχον υπό της Πυροσβεστικής. Οι εισβολείς διέφυγον εντός αυτοκινήτου”.
Η ίδια εφημερίδα έδινε λεπτομέρειες σε ρεπορτάζ της την ίδια μέρα (1/4/55):
“Καπνοί ανεδίδοντο μέχρι της μεσημβρίας της χθες εκ του κτιρίου του κυβερνητικού ραδιοσταθμού, εντός του οποίου εστεγάζετο πομπός, όστις είχεν ανατιναχθή υπό δύο εμπρηστικών εκρήξεων τας μεταμεσονυκτίους ώρας της παρελθούσης Πέμπτης. Καθ’ α πληροφορούμεθα, εκ των εκρήξεων κατεστράφησαν σχεδόν ολοσχερώς και κατέστησαν άχρηστα τα μηχανήματα μεταδόσεως εκπομπών, της ζημίας υπολογιζόμενης εις 60-70 χιλιάδας λιρών.
Κατά τας αυτάς πληροφορίας, οι τέσσαρες δράσται των εκρήξεων φέροντες προσωπίδας, περίστροφα και μαχαίρας κατώρθωσαν να εισέλθουν εις τον περιτριγυρισμένον από συρματοπλέγματα χώρον του κυβερνητικού ραδιοσταθμού χωρίς να παραβιάσουν την μεταλλίνην εξώθυραν, μετέφερον δε εις το κτίριον του πομπού δύο βαρέλια δυναμίτιδος. Ταύτα, ως διεπιστώθη, εγκατέστησαν κάτωθι του κυριωτέρου όγκου των μηχανημάτων, αφού προηγουμένως συνέλαβον, φίμωσαν και έδεσαν τους μοναδικούς δύο νυκτερινούς φρουρούς του σταθμού. Υποτίθεται ότι η πρώτη ισχυρά έκρηξις, ήτις εδόνησε την Λευκωσίαν και ηκολουθήθη υπό υποκώφου βοής, προήρχετο εκ της ανατιναξεως του ενός εκ των δυο βαρελίων δυναμίτιδος εντός του θαλάμου του πομπού του ραδιοσταθμού. Λέγεται επίσης, ότι και η δευτέρα ισχυρά έκρηξις προήρχετο από την ανατίναξιν του ετέρου βαρελιού δυναμίτιδος. Εκ των εκρήξεων προεκλήθησαν επίσης καταστροφαί εις δύο συνεχόμενα εν σχήματι Γάμμα κτίρια του ραδιοσταθμού. Μέγα τμήμα της στέγης τούτων ανετινάχθη εις τον αέρα, παράθυρα εξετινάχθησαν, υαλοπίνακες εθρυμματίσθησαν και σύρματα απεκόπησαν. Από της πρωίας της χθες συνεργεία εργατών και μηχανικών ησχολούντο πυρετωδώς εις την επισκευήν των όσων ηδύναντο να επισκευασθούν εγκαταστάσεων του ραδιοσταθμού.
Ταυτοχρόνως αστυνομικοί της Κυπριακής Αστυνομίας και στρατού είχον από ενωρίς σπεύση επί τόπου. Περί την μεσημβρίαν ανεμένετο εις τον ραδιοσταθμόν ο Αρχιαστυνόμος, προκειμένου να διατάξη την λήψιν υποτιθεμένων ιχνών και πατημάτων των δραστών. Εις επισκεφθέντα περί την μεσημβρίαν της χθες τον ραδιοσταθμόν συντάκτην μας απηγορεύθη η είσοδος εις την περιοχήν των ανατινάξεων.
Ούτος προετίθετο να συλλέξη περισσοτέρας επί τόπου πληροφορίας και να λάβη φωτογραφίας”.
*Αποσπάσματα από το βιβλίο μου για την Ιστορία του ΡΙΚ.
Κέντρο διακίνησης πληροφοριών το κουρείο του
Ο εκλιπών γεννήθηκε στην Αφάνεια μυήθηκε στον αγώνα της ΕΟΚΑ και υπηρέτησε ανιδιοτελώς στον απελευθερωτικό αγώνα. Εντάχθηκε στην ΕΟΚΑ από την αρχή του αγώνα και συμμετείχε στην πρώτη επίθεση εναντίον του κυβερνητικού ραδιοφωνικού σταθμού που ήταν πίσω από ένα βρετανικό στρατόπεδο στη Λευκωσία. Ήταν από τους πρώτους που μυήθηκαν στην ΕΟΚΑ, και είχε την απόλυτη εμπιστοσύνη του αρχηγού της Οργάνωσης, Γεωργίου Γρίβα Διγενή. Ο εκλιπών χρησιμοποιούσε το κουρείο του ως κέντρο ανταλλαγής και μετάδοσης πληροφοριών από μέλη της ΕΟΚΑ. Αυτό γινόταν με άκρα μυστικότητα και γινόταν με τρόπο που δεν έδινε υποψίες στις Αγγλικές Αρχές που παρακολουθούσαν τα πάντα και τους πάντες. Αυτό συνεχίστηκε για ένα χρονικό διάστημα ώσπου κάποτε συνελήφθη και φυλακίστηκε στο Κάστρο της Κερύνειας μαζί με άλλα μέλη της ΕΟΚΑ.
Στο Κάστρο της Κερύνειας έμεινε φυλακισμένος μαζί με άλλους αγωνιστές μέχρι της 23ης Σεπτεμβρίου 1955, την ημέρα κατά την οποίαν απέδρασε μαζί με 15 άλλους αγωνιστές τη ΕΟΚΑ.
Ο εκλιπών εργάστηκε σκληρά με το σκοπό να κάνει ότι μπορεί για την οικογένεια του, τα παιδιά, εγγόνια και δισέγγονά του. Όλοι τον έκαναν περήφανο. Εργάστηκε μέχρι τα 82 του χρόνια, και τελικά αφυπηρέτησε και απολάμβανε τα χρόνια του με την οικογένεια του. Σε όλη του την ζωή, ήταν υπόδειγμα εξαιρετικού πατέρα, συζύγου, και παππού. Ήταν επίσης εξαιρετικός πατριώτης που έκανε ανιδιοτελή προσφορά στον αγώνα της ΕΟΚΑ για την ελευθερία της Κύπρου.