Την τραυματική του εμπειρία περιγράφει ο Κύπρος Ρουσιά Τσιολάκκης από το Ακάκι κατά την δεύτερη εισβολή και την μάχη που έδωσε μαζί με τους συντρόφους του στο Πυρόι. Μιλά για τον ηρωισμό του επικεφαλής δόκιμου αξιωματικού και πώς σώθηκε το χέρι του μετά από τραυματισμό από θραύσμα όλμου.
Στις 14 Αυγούστου άρχισε η δεύτερη εισβολή από τους Τούρκους και συνέχισαν τον βομβαρδισμό και την επέλαση στα ελληνοκυπριακά χωριά και την αναγκαστική εκκένωση από τους κατοίκους.
Στις 16 Αυγούστου ο Διοικητής με έστειλε στην πρώτη μου επικίνδυνη αποστολή που ήταν στο χωριό Πυρόï. Μια ομάδα στρατιωτών επιβιβάστηκαν σε ένα όχημα μεταφοράς προσωπικού B.T.R. για να κάνουν αναγνώριση αν υπάρχουν Τούρκοι στο χωριό και να δώσουν αναφορά. Ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη αποστολή.
Το B.T.R. προχωρούσε αργά και επιφυλακτικά μέσα στην κάψα του Αυγούστου. Φτάσαμε σε ένα ύψωμα για να μπορέσουμε να δούμε την περιοχή καθαρά. Αντιληφθήκαμε πολύ κοντά μας ένα τούρκικο άρμα καμουφλαρισμένο από μπάλες σανού και το μόνο που ξεχώριζε ήταν η μακριά κάννη.
Αμέσως αντιληφθήκαμε ότι οι Τούρκοι μας έστησαν ενέδρα για να μας εξοντώσουν. Έτσι βρεθήκαμε μπροστά στο θανάσιμο αδιέξοδο αφού δεν μπορούσαμε να προχωρήσουμε μπροστά ούτε μπορούσαμε να κάνουμε επαναστροφή το Β.Τ.R.

Τότε σε μια απόφαση αυτοκτονίας για τον ίδιο και σωτηρία για τους συντρόφους του, ο επικεφαλής δόκιμος αξιωματικός μας έδωσε εντολή να εγκαταλείψουμε αμέσως το όχημα. Από το όχημα πηδήξαμε στο έδαφος αφήνοντας τον δόκιμο με το πολυβόλο του B.T.R. να βάζει συνεχώς κατά τους Τούρκους. Έρποντας με το κεφάλι σκυφτό ανάμεσα στα θερισμένα χωράφια αρχίσαμε να υποχωρούμε. Πίσω μας, απόσταση ορισμένων μέτρων υπήρχε μια χαράδρα. Ξέραμε ότι αν καταφέρναμε να φτάσουμε στην χαράδρα υπήρχε ελπίδα να σωθούμε. Με την παλληκαρήσια κάλυψη του δόκιμου φτάσαμε στην χαράδρα σωτηρίας, ενώ ο δόκιμος μέχρι σήμερα αγνοείται.
Κατά την πεζοπορία στο δρόμο της επιστροφής και λίγο πριν νυχτώσει συναντήσαμε ένα λόχο από καταδρομείς και ενωθήκαμε μαζί τους υπακούοντας τις εντολές του αξιωματικού τους.
Όταν φτάσαμε στο χωριό Πυρόï ο αξιωματικός των Λ.Ο.Κ μας διέταξε να επανδρώσουμε τα σπίτια στην πλευρά του χωριού που έβλεπαν προς το χωριό Τύμπου. Μόλις ξημέρωσε το πρωί της επόμενης μέρας είδαμε μια μεγάλη ομάδα Τούρκων στρατιωτών να περπατούν ανέμελα προς το μέρος μας. Ο αξιωματικός μας έδωσε εντολή να τους αφήσουμε σε απόσταση 50 ή 80 μέτρων και το μακελειό άρχισε προτού προλάβουμε να αντιδράσουμε.
Την επόμενη μέρα το πρωί έπρεπε να μετακινήσουμε δύο όλμους. Έτσι μου ζήτησε να πάω μαζί με άλλα τέσσερα άτομα μπροστά ως εμπροσθοφυλακή για να δίνουμε οδηγίες. Καθώς προχωρούσαμε ένας κρυμμένος άνδρας με πράσινα ρούχα μας ρώτησε «ποιοι είσαστε;». Σταματήσαμε την πορεία μας και αντιληφθήκαμε ότι ο άνδρας με τα πράσινα ρούχα ήταν δικός μας Ελληνοκύπριος. Μετά από λίγα λεπτά μας φώναξε να τον πλησιάσει ένας από εμάς. Τότε πήρα την πρωτοβουλία και πήγα εγώ κάνοντας λίγα βήματα μπροστά και μου είπε αν είσαι χριστιανός ορθόδοξος να του πω το Σύμβολο της Πίστεως. Εγώ άρχισα να λέω το Σύμβολο της Πίστεως και τότε άρχισε να με αγκαλιάζει και με δάκρυα στα μάτια μου είπε ότι θα μπορούσε να μας σκότωνε. Μετά από χρόνια ανακάλυψα ότι ο άνθρωπος αυτός με τα πράσινα ρούχα ήταν ο κ. Χριστόδουλος ο αστυνομικός στο χωριό Πυρόï.
Γύρω στο μεσημέρι οι Τούρκοι ανασυντάχθηκαν πλήρως και αφού μετάφεραν όλμους και άλλο οπλισμό άρχισαν να σφυροκοπούν από όλες τις πλευρές με όλες τους τις δυνάμεις.
Εγώ μαζί με άλλους τρεις στρατιώτες που ήμασταν πολύ μπροστά από τους υπόλοιπους καλυφθήκαμε μέσα σε μια χαράδρα και περιμέναμε να κοπάσει το κακό. Τότε ένα βλήμα όλμου σφύριξε από πάνω μας και ένιωσα ένα τράνταγμα στο χέρι και κατάλαβα ότι χτυπήθηκα από θραύσμα όλμου. Ευτυχώς κανένας από τους άλλους δεν είχε κτυπηθεί.
Αντιλήφθηκα ότι είχα πληγωθεί πολύ άσχημα στο δεξί μου χέρι, το οποίο ταλαντευόταν κομμένο σχεδόν εντελώς από τον βραχίονα και το συγκρατούσε μονάχα το δέρμα. Αμέσως πήρα απόφαση και ρίσκαρα. Όρμησα εντελώς ακάλυπτος χωρίς καμιά προφύλαξη και έτρεχα δίχως ανάσα για την σωτηρία μου. Είχα διανύσει κάπου δύο χιλιόμετρα και βρήκα ένα αυτοκίνητο και με μετάφερε στις πρώτες βοήθειες του νοσοκομείου Λευκωσίας. Εκεί με περίθαλψαν και με έστειλαν σε νοσοκομείο της Ελλάδας όπου έκανα έξι μήνες και έπειτα σε νοσοκομείο της Γερμανίας όπου έκανα ένα χρόνο. Δεν θα ξεχάσω τα γράμματα που έγραφα στην οικογένεια μου περιγράφοντας την κατάσταση της υγείας μου, αφού ήταν ο μόνος τρόπος επικοινωνίας. Πέρασα δύσκολα και μέσω πολλών εγχειρήσεων και φυσιοθεραπειών κατάφερα να έχω ξανά το χέρι μου, αλλά τον χειμώνα έχω φοβερούς πόνους μέχρι και σήμερα.