Οι πρώτες μου μνήμες ως παιδί, μου έρχονται στο μυαλό θολές από τις παράγκες της Ορόκλινης. Ένας πρόχειρος, πυκνοκατοικημένος καταυλισμός, με πολλά όμοια ξύλινα σπιτάκια, βαμμένα πράσινα. Ένα από αυτά ήταν το νηπιαγωγείο μας. Ζήσαμε εκεί δύο και πλέον χρόνια. Από το 1977 ως το 1979. Οι γονείς μου, εγώ και τα δύο μου αδέρφια. Όλοι μαζί στοιβαγμένοι σε μια παράγκα. Θυμάμαι στο νηπιαγωγείο να παίρνουμε με χαρά το καθημερινό μας συσσίτιο. Συνήθως ριζόγαλο.
Γεννήθηκα τον Δεκέμβριο του 1974. Η οικογένειά μου παρέμεινε εγκλωβισμένη στην Αγία Τριάδα Γιαλούσας, γι’ αυτό γεννήθηκα στο νοσοκομείο της κατεχόμενης Αμμοχώστου. Αυτή ήταν η διευθέτηση που γινόταν για όλες τις εγκλωβισμένες εγκυμονούσες της Καρπασίας από τα Ηνωμένα Έθνη και τον Ερυθρό Σταυρό. Μείναμε εγκλωβισμένοι στο χωριό, όπως η μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων της χερσονήσου, μέχρι το 1977.
Συχνά άκουγα τη μητέρα μου να διηγείται τη γέννησή μου, τον μεγάλο φόβο που την κυρίευε, αφού θα έπρεπε να μεταφερθεί μέσα στη νύχτα από την Αγία Τριάδα στην Αμμόχωστο, περνώντας μέσα από τις διατυπώσεις του τουρκικού στρατού.
Η αλήθεια είναι πως στον πρόχειρο καταυλισμό της Ορόκλινης ζούσαμε ανέμελα ως παιδιά. Δεν γνωρίζαμε γιατί ήμασταν εκεί. Ούτε βεβαίως συνειδητοποιούσαμε τι έγινε στον τόπο μας. Θυμάμαι να παίζουμε, να μας φτιάχνουν χαρταετούς και να πηγαίνουμε στη θάλασσα.

Στη συνέχεια η οικογένειά μου βρέθηκε σε ένα «κανονικό» σπιτάκι στον συνοικισμό της Δρομολαξιάς που χτίστηκε με μια μικρή βοήθεια από το κράτος και με τη συνδρομή σε εργατικά χέρια πολλών συγγενών. Εκεί πήγα δημοτικό, ενώ οι αναμνήσεις σιγά-σιγά γίνονται καθαρότερες. Εκεί θα άκουγα για πρώτη φορά ότι κάποιος ήταν από τη Λύση, κάποιος από την Κοντέα, κάποιος από την Αμμόχωστο και πολλά άλλα κατεχόμενα χωριά. Τότε ήταν που αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε ότι φύγαμε από διάφορα μέρη και έλαχε να συναντηθούμε σε ένα κοινό μέρος. Το «Δεν Ξεχνώ» δέσποζε κυριολεκτικά στον σχολικό μας βίο.
Δύσκολα τα πρώτα χρόνια για όλους. Η μητέρα μου γέννησε τον τέταρτό της γιο, ενώ ο πατέρας μου έψαχνε χώρο για να εργαστεί ως μηχανικός αυτοκινήτων. Σταδιακά τα πράγματα είχαν ομαλοποιηθεί. Η μητέρα μου κρατούσε το νοικοκυριό και μεγάλωνε τέσσερις γιους, ενώ ο πατέρας μου στέριωσε ως συνέταιρος σε γκαράζ.
Ουκ ολίγες φορές ακούγαμε ιστορίες για το χωριό. Από τους γονείς, τις θείες, τους παππούδες και τις γιαγιάδες. Έβλεπες τα πρόσωπά τους σκυθρωπά, τον πόνο τους να αναβλύζει στις αναμνήσεις και τα δάκρυα να κυλούν από τα μάτια τους. Συχνά βάζαμε τις γιαγιάδες να μας λένε ξανά και ξανά τις ίδιες ιστορίες. Τους άρεσε να μας τις διηγούνται. Συχνά όμως σιγομουρμούριζαν, τις έβλεπες να μονολογούν και να καταριούνται τη μοίρα τους. Αυτές οι παιδικές εικόνες δεν σου φεύγουν από το μυαλό.
Στα πρώτα χρόνια η αισιοδοξία για επιστροφή ήταν διάχυτη. Παρακολουθούσαν κάθε βράδυ τις ειδήσεις. Κάθε εξέλιξη ερμηνευόταν ως προοίμιο της λύσης. Οι περισσότεροι ζούσαν και δρούσαν σε ένα περιβάλλον που θεωρείτο προσωρινό. Η λήψη μακρόπνοων αποφάσεων ήταν λίγο-πολύ απαγορευμένη. Άκουγα συχνά πως δεν χρειάζεται τούτο ή εκείνο αφού θα πάμε σπίτι μας. Εν τω μεταξύ εμείς κάναμε φίλους, παίζαμε στα χωράφια και ζούσαμε άνεγνοια.
Καθόσον ο χρόνος κυλούσε η απαισιοδοξία άρχισε να κυριαρχεί. Το προσωρινό άρχισε να γίνεται μόνιμο. Η ελπίδα να υποχωρεί. Οι γιαγιάδες και οι παππούδες να φοβούνται πως δεν θα ξαναδούν το αγαπημένο τους χωριό, δεν θα ξαναζήσουν τα παλιά καλά τους χρόνια και πως δεν θα ταφούν στη γη των προγόνων τους. Έτσι και έγινε. Σήμερα, 50 χρόνια μετά, ζουν με τον ίδιο φόβο οι γονείς μας. Σοφότεροι και μεγαλύτεροι πλέον, αγωνιούν για το μέλλον των παιδιών και των εγγονιών τους, αντί για το δικό τους.
Στην Αγία Τριάδα παραμένουν ακόμη και σήμερα λίγοι εγκλωβισμένοι. Η εκκλησία λειτουργεί σχετικά συχνά. Με το άνοιγμα των οδοφραγμάτων οι πρόσφυγες είχαν την ευκαιρία να ξαναδούν τα χωριά τους. Υπό άλλες συνθήκες βέβαια. Με νέους ένοικους. Δεν ξέρω αν αυτό ήταν τύχη ή ατυχία. Πήγαμε μερικές φορές στο χωριό. Κυρίως για να λειτουργηθούμε στην εκκλησία, να δούμε τους εγκλωβισμένους και για να μάθουμε εμείς οι νεαρότεροι τις ρίζες μας.

Πήγαμε και στο σπίτι μας. Μπήκαμε μέσα ως επισκέπτες. Τα συναισθήματα των γονιών μου ήταν πολύ ισχυρά. Για ένα σπίτι που τελείωσε μόλις το 1973. Γεμάτο όνειρα και προσδοκίες. Ο πόνος και η πίκρα, τους κατακυρίευσε. Η μάνα μου αρρώστησε και έκτοτε δεν θέλει καν να περνά από τον δρόμο. Θέλει μόνο να πηγαίνει που και που στην εκκλησία, να ανάβει το καντήλι των προγόνων της στο κοιμητήριο και να βλέπει τους εγκλωβισμένους συγχωριανούς της.
Μεγαλώνοντας συνειδητοποίησα πως η εισβολή προκάλεσε ένα βαθύ ρήγμα στον εσωτερικό κόσμο των προσφύγων. Ωσάν και η ψυχή τους να χωρίστηκε στα δύο. Προ εισβολής και μετά εισβολής. Συνειδητοποίησα ακόμη πως το ρήγμα αυτό δεν θα κλείσει ποτέ.
Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη πληγή των προσφύγων μας που καμιά προσφυγική πολιτική δεν μπορεί να επουλώσει. Ένας-ένας φεύγουν με ένα μαχαίρι καρφωμένο στην ψυχή τους. Σε λίγα χρόνια ουδείς πλέον θα έχει μνήμες από την κατεχόμενη γη μας. Μόνο κάποιες ιστορίες που μας αποτυπώθηκαν από τους μεγαλύτερους.
Η πάροδος του χρόνου δημιουργεί ολοένα και δυσκολότερα τετελεσμένα. Σκέφτομαι καθημερινά πως η μόνιμη διαίρεση αυτού του νησιού, δεν μπορεί να είναι το μέλλον μας. Οφείλουμε να εργαστούμε και να πετύχουμε την απελευθέρωση και επανένωση της πατρίδας μας. Μόνο έτσι θα διασφαλίσουμε το μέλλον του Ελληνισμού της Κύπρου. Μόνο έτσι θα διασφαλίσουμε το μέλλον των παιδιών μας και των παιδιών των παιδιών μας.
Το χρωστάμε σε αυτούς που έφυγαν, το χρωστάμε σε αυτούς που θα ‘ρθουν.