Κατάγομαι από το Δίκωμο. Απέχει 10 μόνο χιλιόμετρα από τη Λευκωσία και άλλα τόσα από την Κερύνεια. Με άλλα λόγια βρίσκεται σε μια προνομιακή περιοχή και αν σήμερα είχα την οικογενειακή περιουσία (δεν κατάγομαι από πλούσια οικογένεια αλλά ένα σπίτι, ένα περιβόλι και δύο χωράφια που θα μπορούσαν να γίνουν σήμερα 4 – 5 οικόπεδα τα είχαμε/τα έχουμε (;).
Αν στη Λακατάμια, που βρίσκεται σε ίση απόσταση από τη Λευκωσία τα οικόπεδα πωλούνται προς 150,000, θα μπορούσα να έχω μία καλή περιουσία ώστε να μπορώ να βοηθήσω το παιδί μου να στεγαστεί χωρίς να χρειάζεται να εξευτελίζεται από την Υπηρεσία Μέριμνας και Αποκατάστασης Εκτοπισθέντων (Υ.Μ.ΑΠ.Ε) ή οποιαδήποτε άλλη κρατική υπηρεσία ή τράπεζα ή τοκογλύφο.
Ανάμεσα στην κοινή γνώμη επικρατεί η άποψη πως οι πρόσφυγες είναι μια ευνοημένη τάξη πολιτών που τυγχάνουν διαρκούς βοήθειας. Στη δικιά μου περίπτωση, που είναι πανομοιότυπη με πολλές άλλες περιπτώσεις, δεν έτυχα ποτέ οποιασδήποτε βοήθειας ως πρόσφυγας.
Το 1991, ενήλικη πια αφού πέρασα τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια σε προσφυγικούς καταυλισμούς και οικισμούς, αγοράσαμε με το σύζυγο μου οικόπεδο και αιτηθήκαμε βοηθείας, όπως θεωρητικά δικαιούμασταν. Η αίτηση απορρίφθηκε γιατί το οικόπεδο ήταν σε ακριτική περιοχή και θα τυγχάναμε επιχορήγησης από το σχέδιο ακριτικών περιοχών. «Εντάξει είπαμε, ας μην είμαστε πλεονέκτες», άσχετο πως της βοήθειας αυτής τύγχανε ο καθένας και δεν μπορούσε να εκληφθεί ως αποζημίωση για απώλεια περιουσίας. Κάναμε δάνεια και πληρώναμε αγόγγυστα για 20 χρόνια. Κι έπειτα άλλο δάνειο για τις σπουδές του παιδιού, χωρίς ποτέ να σκεφτούμε να πουλήσουμε στα κατεχόμενα. Κάναμε, όπως πολλοί, ανένδοτο μακροχρόνιο αγώνα, βλέποντας παράλληλα τις τιμές των ακινήτων να εκτοξεύονται και ακούγοντας φλυαρίες για ισότιμη κατανομή των βαρών.
Πενήντα χρόνια μετά, αφού οι ελπίδες επιστροφής έχουν σχεδόν σβήσει, αγοράσαμε μία κατοικία για το γιο μας και προσφύγαμε στην Υπηρεσία Μέριμνας και Αποκατάστασης Εκτοπισθέντων για τη σχετική χορηγία. Η κατοικία βρίσκεται στην εντός των τειχών Λευκωσία, ένα ερείπιο, ταπεινής αρχιτεκτονικής, κτισμένο από πλινθάρι γύρω στο 1920-1930, το οποίο χρήζει αναστήλωσης. Ο αιτητής πληροί όλα τα κριτήρια που έχουν τεθεί διά νόμου για τη σχετική χορηγία: Η κατοικία δεν υπερβαίνει τα τετραγωνικά που ορίζει ο νόμος, δεν έχει πισίνα και ο ίδιος δεν έχει άλλη περιουσία, δεν προσέφυγε ποτέ στις αρχές του ψευδοκράτους για να πουλήσει, ο μισθός του δεν υπερβαίνει το ποσό που ορίζει ο νόμος. Εντούτοις απορρίπτεται, γιατί μέσα στο τεμάχιο, εκτός από την κυρίως κατοικία, υπάρχουν δύο βοηθητικά δωμάτια. Τα λεγόμενα πισινά που στις αρχές του προηγούμενου αιώνα χρησιμοποιούνταν ανάλογα με τις ανάγκες της εποχής. Είτε για να διαμένουν κάποια μέλη της οικογένειας, είτε ως εργαστήριο, είτε ως αποθήκες… Το υποστατικό αυτό, αν και αχρείαστο στην παρούσα φάση της ζωής του αιτητή, δεν μπορεί να κατεδαφιστεί γιατί είναι διατηρητέο (μόνο ο Aρχιεπίσκοπος μπορεί να κατεδαφίζει διατηρητέα).
Η αίτηση απορρίπτεται γιατί θεωρούνται τα δωμάτια αυτά δεύτερη οικιστική μονάδα και ο αιτητής κάτοχος δύο οικιστικών μονάδων.

Γίνεται ιεραρχική προσφυγή, όπως ορίζουν οι διαδικασίες και εξηγούνται τα δεδομένα. Γίνεται προσπάθεια να αποσαφηνιστεί πως πρόκειται περί μίας οικιστικής μονάδας, με ενιαίο τίτλο ιδιοκτησίας. Γίνεται μάλιστα επίκληση του νόμου που ορίζει πως αν ο αιτητής κατέχει περιουσία (που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν κατέχει) αλλά είναι σε κατάσταση μη κατοικίσιμη από στατικής άποψης τότε εξαιρείται από το εδάφιο που τον καθιστά μη δικαιούχο. Ο εξεταστής της υπόθεσης όμως επιμένει: «Κι όταν το διορθώσεις αν το ενοικιάζεις;» Τον ρωτάς με τη σειρά σου «σε όσους δώσατε βοήθεια γνωρίζετε αν τα ενοικιάζουν, αν τα έχουν πωλήσει, αν τα έχουν χωρίσει στα δύο; Αν την επομένη προσέφυγαν στις αρχές του ψευδοκράτους και πούλησαν τις περιουσίες τους; Αν έκαναν πισίνα; Εξάλλου βρίσκεται μέσα στην αυλή του κυρίως σπιτιού, εγκλωβισμένο γύρω γύρω από τα γειτονικά σπίτια. Πως θα ενοικιαστεί;». Σου λένε είναι μονήρης και δεν χρειάζεται το υποστατικό. Είναι 30 χρόνων. Μπορεί να παντρευτεί και να κάνει πέντε παιδιά συμβάλλοντας στην απάμβλυνση του δημογραφικού. Ίσως όμως και να παραμείνει μονήρης. Δεν αφορά τη δημόσια υπηρεσία, από τη στιγμή που δεν αιτείται ποσό πέραν αυτού που καθορίζεται για τα μονήρη άτομα.


>Eκδικητικότητα, ασέβεια σε απόφαση Δικαστηρίου – Σε άλλη περίπτωση, οι αιτητές (ζευγάρι παιδιά προσφύγων και από τις δύο πλευρές) αγόρασαν διαμέρισμα όταν ακόμα η πολυκατοικία ήταν υπό κατασκευή. Συνέλεξαν τα στοιχεία που χρειάζονταν (τα οποία δεν είναι λίγα) και όταν πήγαν στην Υ.Μ.Α.Π.Ε για να την υποβάλουν, οι λειτουργοί αρνήθηκαν γιατί χρειαζόταν πιστοποιητικό από την Αρχή Ηλεκτρισμού για να θεωρείται ολοκληρωμένη η αίτηση. Τέτοιο πιστοποιητικό ήταν αδύνατο να έχουν αφού το διαμέρισμα ήταν υπό ανέγερση. Οι λειτουργοί όμως ήταν ανένδοτοι (σε άλλες περιπτώσεις παραλαμβάνουν αιτήσεις υπό την αίρεση ότι υπολείπεται κάποιο χαρτί, η έκδοση του οποίου δεν εξαρτάται από τον αιτητή). Μέχρι να ολοκληρωθεί η πολυκατοικία, να γίνει σύνδεση ηλεκτρικού και να μπορέσουν να έχουν οι άνθρωποι το πιστοποιητικό που έλειπε ώστε να ολοκληρωθεί ο φάκελος, η αίτηση θεωρήθηκε πλέον εκπρόθεσμη. Έκαναν ιεραρχική προσφυγή και στα πολλά… τους έκαναν την χάρη να τους δώσουν το 50% της χορηγίας. Τιμωρώντας τους για κάτι που δεν είχαν καμία απολύτως ευθύνη.
Θεωρώντας το άδικο και παράλογο προσέφυγαν στο δικαστήριο το οποίο απέρριψε την απόρριψη τους, αλλά η Υ.Μ.ΑΠ.Ε επανήλθε με την ίδια απόφαση, κατόπιν λέει εισήγησης του Γενικού Εισαγγελέα! Και το ερώτημα είναι: Το χαρτί της ΑΗΚ ήταν τόσο καθοριστικό; Άλλαζε κάτι από την πραγματική κατάσταση του αιτητή; Δικαιούται ή δεν δικαιούται σαν πρόσφυγας εκ πατρογονίας ή εκ μητρογονίας ή και τα δύο; Υπάρχει διάθεση βοήθειας των προσφύγων και ίσης κατανομής των βαρών ή το θέμα έληξε και δεν τολμά κανείς να πει: «Δεν αναγνωρίζουμε πλέον την ύπαρξη προσφύγων, όποιος βοηθήθηκε βοηθήθηκε, φτάνει…».
>Αναζητώντας τη λογική – Σε μία άλλη περίπτωση, πρόσφυγες και τα δύο μέλη του ζευγαριού από όλες τις πλευρές και με δύο παιδάκια, αγόρασαν διαμέρισμα για να στεγαστούν. Θεωρητικά δικαιούνται μέχρι και 50,000 χορηγία. Δεν πήραν όμως δεκάρα. Γιατί;Λίγα χρόνια μετά την εισβολή ο παππούς του αιτητή αγόρασε ένα κομμάτι γης στο οποίο έκτισε ένα σπίτι 120 περίπου τετραγωνικών, με τα δεδομένα της δεκαετίας του ’70. Με πολλά προβλήματα σήμερα, δηλαδή, τα οποία πιστοποίησαν τεχνικοί. Με το πέρασμα των χρόνων, ο παππούς έδωσε το σπίτι στα τρία παιδιά του, 1/3 στον καθένα. Η μητέρα του αιτητή, σε ανύποπτο χρόνο, όσο αυτός ήταν φοιτητής, παραχώρησε το μερίδιο της στο γιο της. Το ένα τρίτο ενός σπιτιού 120 τ.μ. (40 τετραγωνικά δηλαδή) με στατικά και άλλα προβλήματα και άλλους δύο συνιδιοκτήτες. Το μερίδιο αυτό, το οποίο με κανένα τρόπο δεν μπορεί να αξιοποιηθεί από τον αιτητή για τη στέγαση της τετραμελούς πια οικογένειας του, θεωρείται περιουσία του αιτητή αποκλείοντας τον από το δικαίωμα οποιασδήποτε βοήθειας. Να σημειώσουμε πως η περιουσία αυτή ήταν στο όνομα του για τέσσερα μόνο χρόνια, αφού λόγω οικογενειακών συνθηκών περιήλθε και πάλι στην κατοχή της μητέρας του η οποία συνεχίζει να κατοικεί εκεί μαζί με το σύζυγο της.
Αν η λογική των χορηγιών είναι να βοηθηθούν πρόσφυγες και παιδιά προσφύγων να στεγαστούν, στη συγκεκριμένη περίπτωση πως βοηθιέται η νεαρή οικογένεια; Θεωρητικά μετά την απόφαση της Υπηρεσίας μπορεί ο αιτητής να κάνει ιεραρχική προσφυγή στον υπουργό Εσωτερικών. Διαδικασία που αποτελεί κοροϊδία. Ο υπουργός, φυσικά, δεν θα ασχοληθεί. Η προσφυγή θα πάει στην Υπηρεσία που την εξέτασε αρχικά και ο λειτουργός που την εξέτασε δεν υπάρχει περίπτωση να παραδεχτεί πως έκανε λάθος. Εξ ου και καμία ιεραρχική προσφυγή δεν ανατρέπει ποτέ την αρχική απόφαση, γεγονός που επιβεβαιώθηκε και στη Βουλή όταν η Επιτροπή Προσφύγων συζήτησε το θέμα. Στο μεταξύ, ο αιτητής θα καταφύγει από δω και από κει πιστεύοντας πως μπορεί κάποιος να αντιληφθεί το δίκαιο του και να βοηθήσει κι έτσι τροφοδοτείται και το σύστημα του πάρε δώσε με τους πολιτικούς. Το ίδιο έκανα και εγώ, αλλά μπορώ να διαβεβαιώσω πως σε αυτό τον τόπο δεν γίνεται ρουσφέτι!!!
Ο ρόλος της Υ.Μ.ΑΠ.Ε
Αν το κράτος έχει αποφασίσει πως ο ανένδοτος αγώνας έχει τελειώσει, πως οι πρόσφυγες δεν αφήσαν πίσω τους τίποτα και δεν δικαιούνται πλέον βοήθειας θα πρέπει να ειπωθεί ώστε να το γνωρίζουμε και να μην κονταροχτυπιούμαστε με τους λειτουργούς της Υ.Μ.ΑΠ.Ε, οι οποίοι αντιμετωπίζουν τους αιτητές ως εν δυνάμει κλέφτες και ψεύτες που προσπαθούν να ξεγελάσουν το κράτος.
Υπάρχει ενιαία πολιτική βοήθειας εκτοπισθέντων; Γιατί κάποιοι παίρνουν είτε πληρούν κριτήρια είτε όχι και άλλοι απορρίπτονται με γελοίες προφάσεις. Μπορούν οι λειτουργοί της Υ.Μ.ΑΠ.Ε να ερμηνεύουν το νόμο, τους κανονισμούς και τα κριτήρια κατά το δοκούν; Έχουν οδηγίες να απορρίπτουν όσους περισσότερους μπορούν ώστε ναι μεν να συνεχίζει να επικρατεί η εντύπωση πως υπάρχουν χορηγίες αλλά στην πραγματικότητα να μην υπάρχουν;