Πάνε πενήντα ακριβώς χρόνια από τότε που σαν εικοσάχρονος φαντάρος πολέμησα στον Πενταδάκτυλο. Πάνε πενήντα χρόνια από τότε που είδα τους Τούρκους αλεξιπτωτιστές να πέφτουν ανενόχλητοι στο Κιόνελι, αφού προηγουμένως ο υποδιοικητής μας  δεν άφησε τους πολυβολητές του τάγματος μας να κτυπήσουν τα τουρκικά μεταγωγικά όταν αυτά πετούσαν χαμηλά από πάνω μας, γιατί ήτανε λέει «συμμαχικά»! Πάνε πενήντα χρόνια από τότε που από τον Πενταδάχτυλο αντίκρυσα την θάλασσα της Κερύνειας γεμάτη από Τουρκικά πλοία με τα αποβατικά σκάφη να πηγαινοέρχονται ανενόχλητα στο Πέντε μίλι. Πάνε πενήντα χρόνια από τότε που είδα συμπολεμιστές μου με ανοιγμένα κρανία, και άλλους να καίγονται ζωντανοί από ναπάλμ, και τους πρόσφυγες από το Κάρμι να σκαρφαλώνουν στον Πενταδάκτυλο για να γλυτώσουν. Πάνε πενήντα χρόνια από τότε που κοίταζα στον ουρανό να δω Ελληνικά αεροπλάνα που δεν ήρθαν ποτέ!

Έχοντας ζήσει στο πετσί μου εκείνο το καλοκαίρι, γεμάτος βιώματα με πικρές μνήμες, δεν θα μπορέσω ποτέ να συμβιβαστώ με την κατοχή, ή με την «κανονικοποίηση» και «κοινωνικοποίηση» της… Η φωταγωγημένη σημαία και η επιγραφή που λερώνουν τον Πενταδάκτυλο εξακολουθούν να αποτελούν για μένα την ύψιστη Ύβρη…Πέρα από την συγκινησιακή φόρτιση μέσα από τέτοιες μνήμες, δύο είναι τα κυριότερα συναισθήματα που κυριαρχούν:

• Η οργή ενάντια στην προδοσία της Χούντας που για χρόνια χρηματοδοτούσε και υποστήριζε την εμφυλιοπολεμική δράση της ΕΟΚΑ Β΄ και που με το πραξικόπημα ουσιαστικά προσκάλεσε την Τουρκία στην Κύπρο, την οποία και παρέδωσε δεμένη χειροπόδαρα. Η πλούσια πλέον βιβλιογραφία, στοιχειοθετεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η Ελληνική Χούντα έδρασε σε εντεταλμένη υπηρεσία για να δοθεί Νατοϊκή (διχοτομική) λύση στην Κύπρο, στην βάση σχεδίων («Διπλή Ένωση» – Διχοτόμηση) που εκπονήθηκαν και συμφωνήθηκαν μεταξύ συμμάχων (συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας των Καραμανλή –Αβέρωφ), ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1950, όταν ο Αβέρωφ έκρινε ότι «η Κύπρος είναι στρατιωτικά υποθηκευμένη στην Τουρκία».

Τα σχέδια αυτά εκδηλώθηκαν με το πραξικόπημα, αλλά και μετά με την αποστολή του Αμερικανού διπλωμάτη Τζόζεφ Σίσκο ειδικού αντιπροσώπου του Χένρι Κίσινγκερ ρ με στόχο τον «μη πόλεμο» Ελλάδας Τουρκίας, για την μη ενεργή θερμή απόκρουση της εισβολής τις πρώτες κρίσιμες ώρες, και για την δημιουργία διεξόδου προς την θάλασσα της Κερύνειας για το θύλακα Αγύρτας – Κιόνελι. Χαρακτηριστικά, η εντολή «όπλα ελεύθερα» δόθηκε τέσσερεις ολόκληρες ώρες μετά την έναρξη της εισβολής. Ο επικεφαλής του κλιμακίου της ελληνικής ΚΥΠ στην Κερύνεια, μέσω υποκλοπής σημάτων και συνομιλιών, προειδοποιούσε συνεχώς ήδη από τον Φεβρουάριο του 1974, χωρίς να λαμβάνεται υπόψιν, ότι οι Τούρκοι εκτελούν συνεχείς και εκτεταμένες αποβατικές ασκήσεις στον κόλπο της Μερσίνας.

Το βράδυ της 19ης Ιουλίου, το ΓΕΕΦ καθησύχαζε ανήσυχους  διοικητές μονάδων της Ε.Φ. ότι «δεν τρέχει τίποτε».

Ο Γρ. Μπονάνος (Αρχηγός Ενόπλων Δυνάμεων) με την έναρξη της εισβολής, θα πει το κατάπτυστο «Οι Τούρκοι κτυπούν εις Κύπρον ενώ εμείς είμαστε Ελλάς!» ο δε Γ. Ιωαννίδης θα παραδεχτεί στο πολεμικό συμβούλιο το πρωί της 20ης Ιουλίου: «Μα θα τους σταματήσουμε μετά. Αφού πάρουν το λιμάνι, την Κερύνεια, και ενώσουν την Λευκωσία, τότε θα σταματήσουν. Αυτό είμαστε σίγουροι», ομολογώντας έτσι μια προσυνεννόηση βάσει συμφωνίας («διπλή ένωση»).

Οι Χουντικοί καθήλωσαν στην Κρήτη τα ανυπέρβλητα τότε μαχητικά αεροπλάνα  «Φάντομ» που μπορούσαν να εξαλείψουν το προγεφύρωμα, ενώ έδωσαν και διαταγή επιστροφής των Ελληνικών υποβρυχίων που έπλεαν προς την Κερύνεια και μπορούσαν να κτυπήσουν τον Τουρκικό στόλο έξω από την Κερύνεια! Η Κύπρος προδομένη και κατάμονη!

• Η έντονη πικρία για την εγκατάλειψη από την Ελλάδα. Δεν αναφέρομαι στην Χούντα, για την οποία η εγκατάλειψη ήταν «φυσιολογική» αφού το έργο παράδοσης της Κύπρου στην Τουρκία επιτελέστηκε σύμφωνα με τις Αμερικανικές εντολές (αποστολή Τζόζεφ Σίσκο). Αναφέρομαι στην Δημοκρατική Ελλάδα της Μεταπολίτευσης  και ιδιαίτερα στους Καραμανλή – Αβέρωφ και στο δόγμα «Η Κύπρος κείται μακράν» που αφήνει  μέχρι σήμερα το αίσθημα της έντονης πικρίας.

Η Ελλάδα, η Δημοκρατική πλέον Ελλάδα άφησε κι αυτή την Κύπρο κατάμονη, όπως και η Χούντα. Με την επάνοδο του Κωνσταντίνου Καραμανλή και την ορκωμοσία του σαν πρωθυπουργός στις 23 Ιουλίου, η δέσμευση «μη πόλεμος» μεταξύ Νατοϊκών συμμάχων όχι μόνο ίσχυε, αλλά εξ όσων όλα δείχνουν αποτελούσε και όρο της επιστροφής Καραμανλή στην Ελλάδα. Ο Καραμανλής δέχτηκε τις αιτιάσεις των χουντικών πραξικοπηματιών στρατηγών για το δήθεν «αδύνατο» της υποστήριξης προς Κύπρο, αφού παραδέχτηκαν ότι πρωταρχικό μέλημα τους στην 1η φάση της εισβολής ήταν η αποφυγή πολεμικής σύγκρουσης με την Τουρκία, εξ ου και δεν έστειλαν στην Κύπρο τις προβλεπόμενες από τα επιτελικά  σχέδια ενισχύσεις (αεροπλάνα, υποβρύχια).

Η κατάσταση είχε τότε βέβαια εξελιχθεί σαφώς προς το χειρότερο σε σχέση με τις αρχές της Τουρκικής εισβολής (20-22 Ιουλίου). Όπως όμως Έλληνες αξιωματικοί της Αεροπορίας καταθέτουν, η αεροπορική προσβολή με τα ανυπέρβλητα τότε «Φάντομ» εναντίον τόσων συγκεντρωμένων Τουρκικών στόχων (π.χ. σχηματισμοί αρμάτων, μηχανοκίνητου πεζικού κλπ.) σε σχετικά περιορισμένο χώρο (πεδιάδα Μεσαορίας με επίκεντρο το Κιόνελι), εξακολουθούσε να είναι μέσα στα πλαίσια του δυνατού, και μπορούσε να αλλάξει ουσιαστικά την έκβαση του πολέμου τόσο κατά την διάρκεια της «εκεχειρίας»  αλλά ακόμα και κατά την 2η φάση της Τουρκικής εισβολής. Όπως και ο Γλαύκος Κληρίδης σημειώνει, αν η αποστολή ελληνικών δυνάμεων ήταν τεχνικά αδύνατη, τότε γιατί τα ελληνικά επιτελικά σχέδια για την άμυνα της Κύπρου (Σχέδιο «Κ»), προέβλεπαν την αποστολή τριών υποβρυχίων και ενός σμήνους μαχητικών αεροπλάνων στην Κύπρο για την απόκρουση Τουρκικής εισβολής;  Προφανέστατα, προφάσεις εν αμαρτίαις του Κωνσταντίνου Καραμανλή.  Η μικροψυχία του Καραμανλή εκδηλώθηκε ωμά, όταν ο Γλαύκος Κληρίδης, επιστρέφοντας μετά την κατάρρευση των συνομιλιών στην Γενεύη (8-14 Αυγούστου) στάθμευσε με την Κυπριακή αντιπροσωπεία στην Αθήνα και είχε συνάντηση με τον Καραμανλή στην παρουσία του Ευάγγελου Αβέρωφ. Ο Κληρίδης ζήτησε τότε από τον Καραμανλή να δηλώσει η Ελλάδα παρουσία χωρίς να εμπλακεί σε πόλεμο, να στείλει κάποιου είδους στρατιωτική βοήθεια, έστω και συμβολική προς ανύψωση του ηθικού.  Η απάντηση του Καραμανλή σύμφωνα με την μαρτυρία του Πόλυ Πολυβίου (μέλους της διαπραγματευτικής ομάδας) ήταν: «Δεν μπορώ να θυσιάσω την Ελλάδα για την Κύπρο! Είστε μόνοι σας»!

Σε παρατήρηση του Κληρίδη ότι στην Γενεύη, ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών Γεώργιος Μαύρος  είχε πει ότι «πέρα από τις επιλογές να αποδεχτούμε τις Τουρκικές προτάσεις στην Γενεύη ή να αφήσουμε τα πράγματα να εξελιχτούν μόνα τους, υπάρχει και η τρίτη επιλογή, αυτή της αντίστασης», ο Καραμανλής απάντησε ωμά: «Άστε τι σας είπε ο Μαύρος. Εγώ αποφασίζω»! Οι Καραμανλής – Αβέρωφ, πρωταγωνιστές των συμφωνιών Ζυρίχης Λονδίνου το 1959 για Νατοϊκή λύση στην Κύπρο, θα συνεχίσουν στο ίδιο ακριβώς μοτίβο και το 1974 αφού ο «μη πόλεμος» Ελλάδας – Τουρκίας ήταν το υπέρτατο Νατοϊκό πρό(σ)ταγμα.

Και η κάθαρση που δεν έγινε ποτέ!Οι έτερο-προσδιοριζόμενες Ελληνικές κυβερνήσεις, πριν, κατά και μετά την δικτατορία, με ελάχιστες εξαιρέσεις (Α. Παπανδρέου), συναίνεσαν και συναινούν στην «λύση» του Κυπριακού μέσα στα πλαίσια που καθορίζονται από την ανάγκη της συνοχής της Νατοϊκής συμμαχίας, και όχι από τα πλαίσια που καθορίζονται από τα συμφέροντα του ευρύτερου Ελληνισμού! Για την αθηναϊκή ελίτ, πέρα από επετειακές μεγαλοστομίες, η Κύπρος εξακολουθεί να «κείται μακράν»! Έκτοτε Αθήνα και Λευκωσία συζητούν «λύσεις» ακολουθώντας το περίγραμμα των Τουρκικών προτάσεων της Γενεύης (8-14 Αυγούστου 1974) για διζωνική ομοσπονδία, που τότε απορρίφθηκαν, όπως απορρίφθηκαν και από τους Ελληνοκύπριους στο Δημοψήφισμα του 2004 με το συντριπτικό 76%. Πόσοι αλήθεια στην Αθήνα αναγνωρίζουν σήμερα αυτό που ο Μακάριος είπε κατά την επιστροφή του στην Κύπρο τον Δεκέμβρη  του 1974: «Τω μώλωπι της Κύπρου ιάθη η Ελλάς»;Αυτή την αθηναϊκή αφασία δημιούργησε και το γεγονός ότι ποτέ δεν υπήρξε κάθαρση. Το έγκλημα παρέμεινε χωρίς τιμωρία. Οι χουντικοί αξιωματικοί που οργάνωσαν και εκτέλεσαν το πραξικόπημα στην Κύπρο ποτέ δεν δικάστηκαν. Αν δικαζόντουσαν θα ταρακουνιόταν  συθέμελα το οικοδόμημα της μεταπολίτευσης, και θα αποδομείτο πλήρως και  το αφήγημα  των Καραμανλή – Αβέρωφ.  Η Κύπρος εξακολουθεί να πληρώνει και σήμερα το τίμημα της υποτέλειας του μικρο-ελλαδισμού, εξακολουθεί να υφίσταται την Ύβρη αφού ποτέ δεν υπήρξε η Κάθαρση που θα επιφέρει και την αλλαγή στρατηγικής πλεύσης.