Χαράματα 14ης Αυγούστου 1974. Οι πρώτες αυγινές ανταύγειες που άρχισαν δειλά – δειλά να ξεπροβάλλουν στην ανατολική παρειά του κυπριακού ορίζοντα, συνοδεύτηκαν έξαφνα από τους κραδασμούς της μεσαορίτικης γης που τράνταζε για δεύτερη φορά από το ποδοβολητό του Αττίλα. Στο άκουσμα του ναυαγίου της Γενεύης, οι βοεροί ήχοι των τουρκικών ερπυστριών και των αττιλικών πυρών αντήχησαν εκατέρωθεν του πολεμικού μετώπου, με τα θολερά και μελανά νέφη της τουρκικής αεροπορίας να κατακλύζουν σχεδόν ταυτόχρονα τους κυπριακούς αιθέρες. Οι άλλοτε χρυσοί πορτοκαλεώνες της Μεσαρκάς μετετράπησαν μέσα σε λίγα μόνο λεπτά σε αντιαεροπορικά καταφύγια των έντρομων και τελευταίων τους ζωοδοτών.
Τις επόμενες ώρες η καταρρακωμένη κυπριακή άμυνα κατέρρευσε παρά το χωριό Μια Μηλιά, αφήνοντας τον τουρκικό στρατό να προελάσει πλέον ακάθεκτος ανατολικά προς την πόλη της Αμμοχώστου και δυτικά προς την κωμόπολη της Μόρφου. Σε σκηνές φρικώδεις και όμοιες με αυτές της μικρασιατικής πανωλεθρίας, ένα προς ένα τα χωριά της Μεσαορίας εγκαταλείπονταν άτακτα από τους κατοίκους τους, που ακολουθούσαν άμοιροι την οδό της προσφυγιάς. Ένα τέτοιο κομβόι αυτοκινήτων, φορτηγών και λεωφορείων έφτασε τις πρώτες μεσημβρινές ώρες και στο χωριό της μητέρας μου, στο δικό μου χωριό, την Κοντέα Αμμοχώστου. Οι τρομώδεις φωνές των καταδιωκομένων προσφύγων που ξεπηδούσαν από το διερχόμενο μπουλούκι, επέτασσαν στους χωριανούς την ανάγκη του άμεσου τους ξεριζωμού: «Φύετε τζ’ οι Τούρτζοι εμπήκασιν τζ’ εσφάξασιν την Άσσιαν». Ακούγοντας τις σπαρακτικές τους προτροπές, ένας βρακοφόρος γέρος, ο 78χρονος Παντελής Καρπασίτης, ο παππούς της γιαγιάς μου, βγήκε πανικόβλητος έξω στον δρόμο για να σταματήσει ένα από τα λεωφορεία που περνούσαν. Στο βατυλιώτικο αυτό λεωφορείο φορτώθηκαν άρον – άρον η Γιωρκού, η Ανδριανού, ο Χαραλάμπης και τα πέντε του παιδιά, και σχεδόν ταυτόχρονα σε ένα κίτρινο πενταθέσιο αυτοκίνητο ανέβηκε η γιαγιά μου με τη δίχρονη μητέρα μου, τα τέσσερα της αδέλφια, με τους γονείς της, Γιαννή και Κατερίνα, και τον παππού της. Το βλέμμα τους ήταν μονίμως καθηλωμένο στο προπορευόμενο λεωφορείο και τα βουρκωμένα μάτια τους κατέγραφαν κάθε κίνησή του, προς τα που θα πήγαινε και από που θα έστριβε, αφού μέσα σ’ αυτό βρισκόταν ό,τι τους είχε απομείνει από τη δική τους Κοντέα.
Το λεωφορείο κατέληξε τελικά στην Ξυλοτύμπου, μπροστά από το σπίτι του Κώστα και της Κυριακούς, εκεί όπου έμελλε να φιλοξενηθεί η οικογένειά μου για τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Λίγες μέρες μετά έφτασε από τη Λευκωσία, όπου και υπηρετούσε, και ο παππούς μου Κυριάκος. Περιπλανώμενος στην Ξυλοτύμπου συνάντησε τυχαία και τους γονείς του. Η Θεογνωσού έφυγε από το χωριό της φορτωμένη σε ένα φορτηγό, μόνη, χωρίς τον σύζυγό της, αφού ο Γιωρκής, άνθρωπος ριζωμένος με τη γη που τον γέννησε, αρνείτο πεισματικά να εγκαταλείψει τον τόπο του. Μερικές όμως ώρες μετά, και αφού το χωριό είχε πλέον ερημωθεί, ο Γιωρκής πήρε κι αυτός την πικρή απόφαση του ξεριζωμού. Κλείδωσε την πόρτα του σπιτιού του, φύλαξε στο πουκάμισό του το σκουριασμένο κλειδί, πήρε το παλιό ποδήλατό του και όδευσε για τη Μακράσυκα, αποχαιρετώντας τη γλυκεία του Κοντέα από το περιβόλι του στον Παλιουρόκαμπο. Τούτο ήταν και το δράμα της δικής μου οικογένειας.
Πρωινό 30ης Αυγούστου 2001. 28 καλοκαίρια μετά τα τραγικά αυτά γεγονότα του 1974, γεννήθηκα κι εγώ στην πόλη της Λάρνακας. Γέννημα της Σκάλας, κάτοικος της Ξυλοτύμπου, πρόσφυγας της Κοντέας. «Πρόσφυγας; Τζαι τί σχέσιν έσχεις εσσού με την Κοντέαν; Τζαι πόθεν την ιξέρεις;», αποκρίνονται με το γνωστό, υπεροπτικό και παντογνωστικό τους ύφος οι αδαείς Νεοκύπριοι. Προφανώς και δε γνωρίζουν πως ο τόπος αποκτούσε διαχρονικά διαστάσεις υπέρτερες του συμφυούς του γεωγραφικού προσδιορισμού, ή πως ο χώρος μετατρεπόμενος σε ένα ταυτοτικό σύμμειγμα, σε ένα ιδεολογικό μάλλον φορτίο, μετέφερε μαζί του και με τρόπο νοερό όλα εκείνα τα στοιχεία που τον χαρακτήριζαν και τον καθιστούσαν μοναδικό στο πλήθος: τη βαρωσιώτικη νοοτροπία, τη μεσαρκάτικη ντοπιολαλιά, τον κοντεάτικο προοδευτισμό, το φέρεσθαι, την κουλτούρα, τις παραδόσεις των ανθρώπων που τον πότισαν και τον πόνεσαν. Μπορεί όντως να μην έχουμε ζήσει, ως έπρεπε, στα κατεχόμενά μας χωριά, αλλά οι τόποι αυτοί έγιναν ευθύς εξαρχής ένα με το είναι μας, έγιναν μέρος της γλωσσικής και πολιτισμικής μας ταυτότητας, της ίδιας μας της ιδιοσυγκρασίας. Ως εκ τούτου, μια τυχόν απώλεση της τοπικής μας ταυτότητας θα οδηγούσε νομοτελειακά και στη νόθευση του δικού μας εαυτού. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο αγώνας για την απελευθέρωση της Κύπρου, είναι ο πλέον επιτακτικός. Δεν πρόκειται για μια πάλη εθνικιστική, ταξική ή ιμπεριαλιστική, αλλά για έναν αγώνα επιβίωσης – πολιτισμικής και υπαρκτικής. Και ως τέτοιος πρέπει να ιδώνεται.
Αποτιμώντας την πορεία του Κυπριακού κατά την τελευταία πεντηκονταετία, αυτό που ξεχωρίζει – και δυστυχώς με τον πιο τραγικό τρόπο – είναι η εκκωφαντική απουσία ενός παλλαϊκού μετώπου που θα αξίωνε εμβρόντητα και ομόψυχα το αυτονόητο, την απελευθέρωση της Κύπρου μέχρι τον άξονα που συνδέει τις χρυσίζουσες αμμουδιές των ακριτικών Λιβερών με τις Κλείδες νήσους της θαλασσόβρεχτης Καρπασίας. Αντί όμως του σχηματισμού ενός εθνικού οράματος που θα πυργωνόταν στη συνείδηση του κυπριακού Ελληνισμού, και της χάραξης μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής που θα απέφερε ουσιαστικά αποτελέσματα στο νησί, οι πολιτικοί ταγοί του τόπου μας περιορίστηκαν απλά στην τόνωση του κομματικού τους πατριωτισμού, στην ενίσχυση του ιδίου και μόνο συμφέροντός τους, εντάσσοντας το Κυπριακό στη σφαίρα της κοντόθωρής τους μικροπολιτικής. Υπό το πρίσμα αυτό, τα κατεχόμενά μας εδάφη και το ιδεώδες της επιστροφής σύρθηκαν στη δίνη της λησμοσύνης και των ψιλών γραμμάτων.
Με σύνθημα τους τη λογική «λύση χάρη λύσης» και παραδιδόμενες στη ραστώνη του εφήμερου τους πλουτισμού, πολιτεία και κοινωνία έχασαν την εθνική τους πυξίδα. Προέβησαν επανειλημμένως σε εγκληματικές για τον τόπο υποχωρήσεις, υπέσκαψαν πολιτικά και οικονομικά την υπόσταση του ίδιού τους του κράτους και επεδίωξαν λύσεις ερμαφρόδιτες, ασύμβατες με το Διεθνές Δίκαιο, με ανεδαφικές υποσχέσεις και με μηδενική προοπτική λειτουργικότητας και επιβίωσης. Και όλα αυτά για χάρη ενός φενακίζοντα, άοσμου και άγευστου στη σύνθεσή του, φεντεραλισμού και υπέρ της κίβδηλης ψευδαίσθησής τους πως ο κατακτητής θα τηρήσει τον λόγο του. Η Κύπρος οφείλει να επαναπροσανατολιστεί και να ξαναβρεί τον χαμένο της οδοδείκτη, όπου και πρέπει να εναποθέσει τις τελευταίες της ελπίδες για τη λύτρωσή της. Μέχρι τότε, Κοντέα, να μας καρτεράς. Τζι’ αν όι εμείς· τα παιδκιά, τ’ αγγόνια μας.