Η Αμμόχωστος, προτού τη σαρώσει η καταιγίδα της εισβολής και κατοχής, ήταν το διαμάντι της Κύπρου. Μια ακμάζουσα πόλη, εξελισσόμενη με τάχιστους ρυθμούς, με εμφανή τα δείγματα οικονομικής, τουριστικής, πνευματικής και πολιτισμικής δημιουργίας και προόδου. Την κατοικούσαν μια πλειάδα καταξιωμένων πνευματικών ανθρώπων του μεγέθους ενός Κυριάκου Χατζηιωάννου, Γιάννη Αναγνωστόπουλου, Παναγιώτη Σέργη, Θεοδόση Νικολάου, Κυριάκου Πλησή. Σπουδαίοι καλλιτέχνες όπως οι ζωγράφοι Γεώργιος Πολ. Γεωργίου, Γιώργος Σκοτεινός, Φώτος και Ξάνθος Χατζησωτηρίου και ο κεραμίστας Βαλεντίνος Χαραλάμπους. Στέγαζε κέντρα παιδείας και αγωγής, όπως το Λύκειο Ελληνίδων, ταυτισμένο με την πρωτοπόρο γυναίκα του πνεύματος που το ίδρυσε, τη Μαρία Ιωάννου, την πλούσια Δημοτική Βιβλιοθήκη, τη Δημοτική Πινακοθήκη και τον Επιστημονικό και Φιλολογικό Σύνδεσμο Αμμοχώστου.
Η Αμμόχωστος αγαπήθηκε και υπήρξε πηγή έμπνευσης ποιητών, καλλιτεχνών και συγγραφέων, Ελλήνων και ξένων. Περιορίζομαι σε τρεις Έλληνες: Τον μεγάλο Κρητικό Νίκο Καζαντζάκη που την επισκέφθηκε στο 1926, όταν ήταν ακόμη μία μικρή πολίχνη και έγραψε γι’ αυτήν: «Η Αμμόχωστος. Πόσο την πεθύμησα. Τίποτα δεν υπάρχει στον κόσμο που να μου δίδει την αίσθηση της Γυναίκας όσο η Αμμόχωστος. Είναι απ’ τα ωραιότερα μέρη της γης. Δε θα ΄θελα να πεθάνω πριν ξαναπάω στην Αμμόχωστο». Τον βραβευμένο με Νόμπελ ποιητή Γιώργο Σεφέρη, που τη λάτρεψε και την επισκέφθηκε τρεις φορές. Δεν έγραψε ειδικά για την Αμμόχωστο αλλά για την προκάτοχό της Σαλαμίνα, με αναφορές στην ίδια την πόλη σε αριθμό άλλων ποιημάτων του. Τον δεύτερο νομπελίστα ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, που έζησε σ’ αυτήν για έξι μήνες. Φιλοξενήθηκαν και οι δύο στο «σπίτι που έγινε φυτό», όπως το αποκάλεσαν, με οικοδεσπότη τον ιδιόρρυθμο μαικήνα των γραμμάτων και των τεχνών Ευάγγελο Λουίζο. Η Αμμόχωστος ήταν μια χαρούμενη πόλη, σφύζουσα από ζωή, που το καλοκαίρι μετατρεπόταν σε μια κοσμοπολίτικη πολιτεία. Αυτήν την όμορφη, χαρούμενη πόλη αναπόλησαν και τραγούδησαν οι ποιητές, όταν η πόλη εγκαταλείφθηκε εκείνο τον πικρό Αύγουστο του 1974.
Έτσι την τραγούδησε η Νίκη Κατσιαούνη στο ποίημα «Αμμόχωστος» με τους πιο κάτω στίχους: Θαλασσινός ο κόρφος σου/ κι ανθός στις αμασχάλες/ κι ολόδροση πώς μύριζες/ στις πρώτες τις ψιχάλες./ Πόλη που παίζαμε παιδιά/ μες στην πλατιά ποδιά σου/ με ψάρια και λεμονανθούς/ χαμήλωσ΄ τη ματιά σου. Και ο Πολύβιος Νικολάου μελαγχολώντας γράφει στο ποίημα «Ισκανταρνάμα»: Η γειτονιά μου είναι χτισμένη στους άμμους/ έχει τες ρίζες στο γιαλό/ η γειτονιά μου κάθε νύχτα τη ξεθάβω/ μα πάλε πίσω χώνεται. Στο δικό μου ποίημα «Στη μικρή μας Πόλη. Αρχές του 60» έγραφα για την πόλη που αφήσαμε: Τα ελληνοπρεπή με κίονες της Ιωνίας προπύλαια στο γυμνάσιο/ σκηνικό επιβλητικό για τη Μήδεια./ Τέλειο για την εξ ύψους εμφάνιση/ τού από μηχανής θεού./ Το εωθινό και η γαλανόλευκη στο στάδιο./ Κι ύστερα η πρωινή παρέλαση στους έρημους δρόμους/ με τις αγουροξυπνημένες κυράδες στα μπαλκόνια/ να φωνάζουν ζήτω. Ζήτω η Ελλάδα.
Η Ντίνα Παγιάση – Κατσούρη την αναπολεί με τους πιο κάτω στίχους, με το ποίημά της «Αντί-θέσεις»: Τι να σου πω/ νιώθω ένα ρίγος να με διαπερνά/ σαν θυμάμαι εκείνα τα πράσινα περιβόλια/ με τις πορτοκαλιές και τις κίτρινες ανταύγειες./ Νοιώθω μια έξαψη να με κυκλώνει/ σαν θυμάμαι τα χρώματα του ορίζοντα/ κι εκείνες τις θαλασσινές διακυμάνσεις.
Οι Αμμοχωστιανοί άφησαν αναγκαστικά την όμορφη πόλη τους το πρωί της 14ης Αυγούστου 1974, μπροστά στην προέλαση των τουρκικών στρατευμάτων και αφού οι στρατιωτικές αρχές την εγκατέλειψαν πρώτες. Ο κόσμος έφυγε με την ελπίδα της σύντομης επιστροφής. Έζησαν με αυτή την ελπίδα για πολλά χρόνια. Είναι γι’ αυτό που στο ποίημά μου με τίτλο «Άλωση ή Αλλοίωση» το 1977 έγραφα:
Σημείον αμφιλεγόμενον η Αμμόχωστος/ στιγμή στον χάρτη/ το ανατολικότερο σημείο στη γραμμή της αντιπαράταξης/ καλό χαρτί για διαπραγμάτευση/ Επιστρέφει… δεν επιστρέφεται…/ η γραμμή αρχίζει εδώ, τερματίζει εκεί/ η γραμμή από κιμωλία, μολύβι, ή μελάνι./ Και ανάλογο το εύρος της ελευθερίας.
Πέρασαν 50 χρόνια και οι Αμμοχωστιανοί έζησαν με αυτήν την ελπίδα που στο τέλος την είδαν να ξεθωριάζει. Είναι γι’ αυτό που στο ίδιο πιο πάνω ποίημα κατέληγα με τα εξής, σαν από προαίσθηση γι’ αυτό που ερχόταν: Αλλοίωση τέλεια συντελούμενη./ Ουδέν επιστρέφεται./ Η πρώτη πράξη ολοκληρώθηκε./ Και η επόμενη άρχισεν ήδη./ Χωρίς καν η αυλαία να πέσει. Οι κάτοικοι της πόλης έζησαν και ζουν μια τραγωδία, ιδιαίτερα μάλιστα γιατί μπορούν να ατενίζουν την άδεια πόλη από τα κράσπεδα και τους λόφους της Δερύνειας και να βλέπουν τη συστηματική κλοπή της παρακολουθώντας τις σκοτεινές νύχτες το σταδιακό άναμμα των φώτων στην άδεια πόλη. Σε ένα άλλο ποίημα με τίτλο «Γραμμές (Σύνορα)» τον Γενάρη του 1978, αναπολώντας και ζώντας την πόλη στη Λευκωσία όπου κατέφυγα, έγραφα: Ο μισοθάνατος χειρότερος από θάνατο/ ορίζει τη ζωή μας που διαστρεβλώθηκε/ ορίζει τη ζωή μας που εγραμμίσθηκε/ διαχωρίσθηκε σε γραμμές τεθλασμένες/ διακεκομμένες/ κόκκινες, κίτρινες, μαύρες.
Έγραψαν πολλοί για την Αμμόχωστο. Δικοί της άνθρωποι μα και πολλοί άλλοι που την αγάπησαν και την πόνεσαν. Θα περιοριστώ στους πρώτους: Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Κλαίρη Αγγελίδου, Θεοδόσης Νικολάου, Πολύβιος Νικολάου, Παντελής Μηχανικός, Νίκη Κατσιαούνη, Χρυσόθεμις Χατζηπαναγή, Ντίνα Παγιάση-Κατσούρη, χωρίς μ΄ αυτούς να εξαντλώ τον κατάλογο.
Και όσο τα χρόνια περνούν και γίνονται δεκαετίες, και οι δεκαετίες γίνονται κλάσμα μεγάλο ενός αιώνα, τόσο ο ποιητής βυθίζεται στη θλίψη, θρηνεί την εγκαταλειμμένη πόλη, τα χρόνια που πέρασαν στην άθλια προσφυγιά, καταριέται την αδικία, μα δεν απελπίζεται. Κάπου εκεί στο τέλος αναπηδά μέσα από το σκοτάδι μια αχτίδα φωτός, η βαθιά πίστη ότι η πόλη δεν ξεγράφεται, η επιστροφή δεν είναι χαμένη υπόθεση. Στο πιο πάνω ποίημά της η Νίκη Κατσιαούνη τελειώνει με τους στίχους:
Και μεις πουλιά που διώξαν μας/ τον Αύγουστο οι εχθροί σου/ να ξέρεις θα γυρίσουμε πιστά στην Άνοιξη σου. Και η Κλαίρη Αγγελίδου στο ποίημα «Μια πόλη μες το συρματόπλεγμα» θρηνεί μα και ελπίζει γιατί «τα κρίνα ανθίζουν στο Ακταίο». Και γράφει: Μια πόλη μες το συρματόπλεγμα/ κανείς δεν αφουγκράζεται την αγωνία της/ ούτε δικοί και μήτε ξένοι. Ο Θεοδόσης Νικολάου πονεί για «την πόλη μας που δεν ήταν πια πόλη» αλλά στο τέλος αφήνει την ελπίδα να ξεχυθεί στους στίχους του στο ποίημα «Πάροδος»: Θυμάμαι το σύννεφο το μαύρο/ που καθόταν απάνω στο διαμελισμένο σώμα της πόλης μας/ που δεν ήταν πια πόλη/ αλλά πέτρες, κεραμίδια και άλλα υλικά οικοδομής χωρίς τάξη. Στους επόμενους στίχους, όπως ο ίδιος λέγει, «αλλάζει όπως στο θέατρο η σκηνογραφία» και αφήνει να αναπηδήσει η ελπίδα μέσα από ένα σκηνικό της ελπίδας. Γράφει: Και μια καινούργια θέα ξεδιπλώνεται/ είδα το σύννεφο να χτυπιέται/ από τους ανέμους και να φεύγει/ και τα ερείπια να γίνονται ένας κήπος.
Μα και ο Κυριάκος Χατζηϊωάννου στο ποίημά του «Ωδή νοσταλγίας- Αφιέρωμα στην Αμμόχωστο» αφήνει την ελπίδα για ξαναχτίσιμο της πόλης να πρυτανεύσει. Γράφει: Στα ιερά τα χώματα, αιώνια πόλη/ που τα περπάτησε ο Ονήσιλος/ και τ΄ άγιασαν τα βήματα των αποστόλων./ Θα ξανακτίσουμε τα σπίτια μας/ και λεύτερο, όχι πια προσφυγικό, στα ξένα, Δημαρχείο θα ξανακτίσουμε/ όπως πριν/ πάνω στους πρώτους θεμελιούς των ερειπίων. Δυνατός ο τελευταίος στίχος. Μέσα από τα ερείπια και πάνω στα ερείπια θα θεμελιωθεί και θα αναστηθεί η νέα πόλη.
Ο θρήνος για την πόλη είναι κυρίαρχο στοιχείο στους στίχους ποιητών. Η Χρυσόθεμις Χατζηπαναγή στο ποίημα «Αμμόχωστος» αφήνει τον πόνο για την πόλη να κυριαρχήσει, γράφοντας: Σε ταξιδεύω στων ονείρων τα ταξίδια/ δίχως κουπιά ξάρτια και πυξίδα/ σ΄ ένα καράβι ρημαγμένο/ που από χρόνια έχει βουλιάξει στο λιμάνι. Μέσα από τους τελευταίους στίχους αναζητεί την ελπίδα της επιστροφής: Μέχρι πότε τον ερχομό μας θα προσμένεις, Αμμόχωστος, παλιά Δέσποινα και αρχόντισσα/ των λογισμών μας Ρήγισσα/ θαλασσοφίλητη κυρά/ μια Παναγιά ολάνοιχτη αγκαλιά. Δεν αφήνει την ελπίδα να κυριαρχήσει αλλά αφήνει ανοιχτή την προοπτική της.
Ο εξ Αμμοχώστου βραβευμένος ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης σαν παραμύθι το βλέπει και γράφει στίχους για την ώρα της επιστροφής, στο ποίημά του «Αμμόχωστος Βασιλεύουσα»: Ξανάρχομαι, Αμμόχωστο/ καβάλα σε πουλάρι/ μη ρωτάς πού το βρήκα, πού με βρήκε/ γινήκαν έτσι τα πράγματα. Και στο ποίημα «Αμμόχωστος» που το έγραψε για να το απαγγείλει μια οχτάχρονη γράφει: Έλα σου λέω, μη σκιάζεσαι/ ξέρω συντόμια της καρδιάς/ χωράφια της αγάπης σου/ για την παλιά μας γειτονιά/ μόλις σε δούνε θα χαθούν οι Τούρκοι/ όπως στα μαγικά τα παραμύθια που συχνά διαβάζουν/ στην Παιδική Βιβλιοθήκη τα παιδιά.
Και εδώ σαν παραμύθι η επιστροφή. Οι Τούρκοι θα χαθούν όπως στα μαγικά τα παραμύθια. Η ελπίδα ότι τα πράγματα θα ξαναγίνουν όπως τότε. Η πόλη θα ξαναγίνει βασιλεύουσα, άνασσα, δέσποινα και αρχόντισσα. Μια Παναγιά ολάνοιχτη αγκαλιά. Νοσταλγία, πόνος, οργή, αισιοδοξία, ελπίδα αναβλύζει μέσα από τους στίχους των ποιητών της Αμμοχώστου. Κλείνω με τους εμβληματικούς στίχους της Νίκης Κατσιαούνη: Και μεις πουλιά… να ξέρεις, θα γυρίσουμε πιστά, στην Άνοιξή σου.
*Δικαστικός, πρόσφυγας.