Με σαφή υπονοούμενα από τη μια και ξεκάθαρες αναφορές από την άλλη, ολοκληρώθηκε ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου που συνέρχεται ως Συμβούλιο, η αντεξέταση του Γενικού Ελεγκτή, από τον δικηγόρο του Γενικού Εισαγγελέα, στην αίτηση για παύση του Οδυσσέα Μιχαηλίδη.
Η σημερινή διαδικασία ήταν ίσως η πιο σημαντική για την υπόθεση αφού τις εμπλεκόμενες πλευρές απασχόλησε η καταγγελία του Γενικού Ελεγκτή στην Αρχή κατά της Διαφθοράς κατά του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα για διαφθορά, η έκδοση του πορίσματος και η αντίδρασή του μετά.
Ο κ. Μιχαηλίδης ξεκαθάρισε ότι ουδέποτε αποκάλεσε τον Γενικό Εισαγγελέα ή τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα ως διεφθαρμένους και πως μέσα από την απόφαση της Αρχής, διεφάνη ότι υπήρξε σύγκρουση συμφέροντος εκ μέρους του Σάββα Αγγελίδη, ο οποίος ανέστειλε ποινική δίωξη πρώην πελάτη του και μετά είπε ότι δεν κατάλαβε από το όνομα ότι ήταν αυτός.
Από την άλλη, ο δικηγόρος του Γενικού Εισαγγελέα Ντίνος Καλλή, κατηγόρησε τον Γενικό Ελεγκτή ότι δεν τήρησε το τεκμήριο της αθωότητας στη βάση του νόμου περί προστασίας προσώπων που απορρέει από το ενωσιακό και εθνικό δίκαιο, αφού κατονόμασε τον καταγγελλόμενο ότι ήταν ο Σάββας Αγγελίδης και άφησε αιχμές ότι στην αρχή δεν ασχολήθηκε με το πρόγραμμα των πολιτογραφήσεων και το έπραξε μετά όταν διορίστηκε η Επιτροπή Καλογήρου.
Το τελευταίο μέρος της αντεξέτασης του Γενικού Ελεγκτή, περιβαλλόταν από έντονες αναφορές τόσο από πλευράς του συνηγόρου του Γενικού Εισαγγελέα, όσο και από μέρους του Γενικού Ελεγκτή, ο οποίος έδινε μακροσκελής εμπεριστατωμένες απαντήσεις.
Ο κ. Καλλής υπέβαλλε διαρκώς στον Γενικό Ελεγκτή ότι συμπεριφερόταν κατ’ επανάληψη ανάρμοστα, χρησιμοποιώντας βαριούς χαρακτηρισμούς σε βάρος του Γεν. Εισαγγελέα.
«Κύριε Μιχαηλίδη, υβρίζατε τον Γενικό Εισαγγελέα για ποινικά αδικήματα που εσείς ο ίδιος λέγατε ότι διάπραξε. Αυτό ονομάζεται ανάρμοστη συμπεριφορά», υποστήριξε ο κ. Καλλής, ο οποίος επικαλέστηκε ανακοίνωση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, σύμφωνα με την οποία ο Γενικός Εισαγγελέας είχε συμβουλεύσει τον Γενικό Λογιστή να παραβιάζει το νόμο.
«Δεν ήθελες να δεχθείς τις γνωματεύσεις του Γενικού Εισαγγελέα ακόμη και αν αυτές είχαν υιοθετηθεί από τον Κώστα Κληρίδη, τέως Γενικό Εισαγγελέα», υπέβαλε προς τον κ. Μιχαηλίδη. «Υπαινίσσεστε ότι ο νυν Γενικός Εισαγγελέας κάνει γνωματεύσεις μη δίκαιες;»,
«Δεν υπαινίσσομαι τίποτα», απάντησε ο κ. Μιχαηλίδης, τονίζοντας ότι είναι πολύ σημαντικές οι γνωματεύσεις του. Υποστήριξε ότι όταν εκδοθεί γνωμάτευση από τον Γενικό Εισαγγελέα «η Ελεγκτική Υπηρεσία τη σέβεται και της δίνει πολύ μεγάλη προσοχή, γιατί προέρχεται από κάποιον ανεξάρτητο φορέα».
Διατύπωσε την άποψη ότι με την αναφορά του αυτή δε σημαίνει ότι η Ελεγκτική Υπηρεσία δεν έχει το δικαίωμα να εκφράζει άποψη ή πρέπει να ταυτίζεται με τη γνώμη του Γενικού Εισαγγελέα.
Στο σημείο αυτό, ο δικηγόρος του Γ. Σαββίδη, ισχυρίστηκε ότι η στάση του Γενικού Ελεγκτή άλλαξε όταν αντιλήφθηκε «τη σοβαρότητα του αδικήματος της συμπεριφοράς του κατά του Εισαγγελέα».
Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του, ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης δικαιολόγησε γιατί μετά την απόφαση της Αρχής κατά της Διαφθοράς για την καταγγελία του κατά του Σάββα Αγγελίδη, εξέδωσε ανακοινώσεις ή έκανε δηλώσεις σε εφτά περιπτώσεις.
Παρατήρησε, μάλιστα, ότι «αυτά που ζούμε σήμερα είναι αυτά που είχε προαναγγείλει ο Γενικός Εισαγγελέας, μετά την υποβολή της καταγγελίας μας, ο οποίος είχε δηλώσει ότι αν δεν αποδειχθεί θα υποστεί τις συνέπειες. Είναι η δική μου πεποίθηση ότι αν υπάρχει κάποιος θεσμός που η Υπηρεσία μας εκτιμούσε με περισσό σεβασμό, είναι ο Γενικός Εισαγγελέας. Ακόμα και στις περιπτώσεις που με απειλούσε ωμά, είμαστε πολύ προσεκτικοί στο θεσμό και στο πρόσωπο του Γενικού Εισαγγελέα. Εδώ διαπίστωσα ότι αυτή τη θεσμική διαφορά την έχει αναγάγει σε προσωπική».
Μετά το πέρας της αντεξέτασης Μιχαηλίδη, το Συμβούλιο θα συνέλθει εκ νέου την Παρασκευή 19 Ιουλίου για να ακούσει τις προφορικές τελικές αγορεύσεις των δύο πλευρών και την ανταπάντηση της πλευράς του Γενικού Εισαγγελέα. Ακολούθως η απόφαση θα επιφυλαχθεί.