Προσωπικά βιώματα από την εισβολή των στρατιωτικών στο Ίδρυμα την αποφράδα ημέρα της 15ης Ιουλίου 1974 που άνοιξε το Κουτί της Πανδώρας για την Κύπρο.

*Του Κώστα Παπαγεωργίου

Πρωινό, ώρα 8:10 π.μ., όταν φτάνουν στ’ αυτιά μας σποραδικοί πυροβολισμοί αυτόματων όπλων. Αρχικά υποθέσαμε πως προέρχονταν από ασκήσεις μελών του «Εφεδρικού Σώματος» της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου, το οποίο έδρευε κάπου τριακόσια μέτρα από το κτήριο του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος. Σύντομα οι υποψίες μας διαψεύστηκαν, αφού οι πυροβολισμοί πύκνωναν και ο ήχος τους δυνάμωνε τρομακτικά και απελπιστικά, με τους στρατιώτες να κατευθύνονται προς το μέρος μας. Ήταν η ώρα που συνειδητοποιήσαμε  πως αρκετοί ένοπλοι επιτέθηκαν για κατάληψη του Ιδρύματος, χωρίς όμως μέχρι εκείνη τη στιγμή να δούμε έστω και έναν από αυτούς. Οι απανωτές ριπές των όπλων χτυπούσαν τα ευάλωτα γραφεία όπου στεγαζόμαστε –προκατασκευασμένα– με τις σφαίρες να διαπερνούν τους εξωτερικούς και εσωτερικούς τοίχους αφού στην κατασκευή τους ήταν πανομοιότυποι. Ο φιλόχριστος στρατός μας, όπως μνημονεύεται στη θεία λειτουργία, εκείνες τις μέρες αποδείχτηκε φιλοδαίμων. 

Στην προσπάθειά μας ν’ αποφύγουμε τραυματισμούς ή και το μοιραίο, ξαπλώσαμε στο πάτωμα, εμπιστευόμενοι τους εαυτούς μας στη θεία αντίληψη. «Εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών, Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Παραμείναμε ξαπλωμένοι για περίπου μισή ώρα, με την αγωνία και τον φόβο να κορυφώνονται, μιας και το ανελέητο σφυροκόπημα συνεχιζόταν αμείωτο και ποιος ξέρει, ίσως ν’ ακολουθούσαν και χειρότερα. Ο ελαφρύς τραυματισμός στο κεφάλι μίας συναδέρφου από γυαλί ηλεκτρικού λαμπτήρα που χτυπήθηκε από σφαίρα, έμελλε ν’ αποδειχτεί σωτήριος για κάπου είκοσι ανθρώπινες ψυχές. Η κοπέλα στην προσπάθειά της ν’ αναζητήσει βοήθεια για το τραύμα της, είχε το θάρρος να προχωρήσει προς την είσοδο του κτηρίου, όπου αντίκρισε ένα θέαμα, που καθώς ομολόγησε αργότερα της κόπηκαν τα γόνατα. Βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα πάνοπλο αξιωματικό των Λ.Ο.Κ. –Λόχος Ορεινών Καταδρομών– ο οποίος ήταν έτοιμος να ρίξει χειροβομβίδα στο προκατασκευασμένο κτήριο! Αφού τον πληροφόρησε πως στις αίθουσες βρίσκονταν και άλλοι υπάλληλοι, εκείνος με βροντερή φωνή διέταξε να βγούμε όλοι έξω από τα γραφεία και να περάσουμε ένας – ένας από κοντά του.  

Όταν τον είδα μπροστά μου πάγωσε το αίμα στις φλέβες μου. Ένας στρατιωτικός οπλισμένος σαν αστακός! Παρ’ όλο που πέρασαν πενήντα χρόνια από τότε, η εικόνα παραμένει ολοζώντανη και κατά διαστήματα εμφανίζεται στη μνήμη μου σαν έργο πολεμικής κινηματογραφικής ταινίας. Βλέπω τον ηλιοκαμένο, καλογυμνασμένο και μυώδη αξιωματικό, να κρατεί στο υψωμένο δεξί του χέρι μία χειροβομβίδα, στο αριστερό του να έχει προταγμένο πιστόλι και πάνω στον θώρακά του να κρέμεται πλαγιαστά αυτόματο όπλο. Ήταν κρεμασμένο γιατί οι εξ αποστάσεως ρίψεις πυροβολισμών δεν ήταν πια αναγκαίες, αφού με την κατάληψη του Ιδρύματος, το δυσκολότερο και πιο επικίνδυνο μέρος της αποστολής είχε αποπερατωθεί. Επιπλέον, στη δεξιά του γάμπα βρίσκονταν τρεις χειροβομβίδες σε θήκες και ισάριθμες στην αριστερή.   Με μια κλωτσιά στα πισινά του καθενός μας, μας εξαπέστελλε προς τη μεγάλη κεντρική είσοδο του κτηρίου κάτω από ένα δέντρο ευκαλύπτου.  Εκεί, ήταν ήδη συγκεντρωμένοι όλοι οι εργαζόμενοι κατά τη συγκεκριμένη μέρα της ντροπής. 

Γιατί όμως επιλέγηκε εκείνο το μέρος για τη συγκέντρωση – αιχμαλωσία, κάπου διακοσίων πενήντα υπαλλήλων; Κατά μεγάλη πιθανότητα η επιλογή ήταν προμελετημένη και στρατιωτικά σχεδιασμένη. Σε απόσταση περίπου τριακοσίων μέτρων, στρατοπέδευε το «Εφεδρικό Σώμα». Ήταν επανδρωμένο από ειδικούς αστυνομικούς, επικεφαλής των οποίων ήταν Ελληνοκύπριοι αξιωματικοί της Εθνικής Φρουράς. Βασική αποστολή του «Εφεδρικού» ήταν η αντιμετώπιση της δράσης της παράνομης οργάνωσης «Ε.Ο.Κ.Α. Β΄» εναντίον της κυβέρνησης και φιλήσυχων πολιτών. Οι πραξικοπηματίες σκορπίστηκαν ανάμεσά μας, χρησιμοποιώντας το ανθρώπινο δυναμικό του σταθμού «ως ασπίδα προστασίας τους». Από εκείνο το μέρος πυροβολούσαν εναντίον αστυνομικών του «Εφεδρικού Σώματος», αρκετούς από τους οποίους βλέπαμε καθαρά απέναντί μας. 

Η αιχμαλωσία και οι μάχες με το Εφεδρικό

Από τους πυροβολισμούς των αστυνομικών πολλά κλαδιά και φύλλα κόβονταν από το ευκαλυπτόδεντρο κι έπεφταν επάνω μας. Ευτυχώς, μας σκέπαζε η θεία προστασία, αφού κανένας από τους υπαλλήλους δε σκοτώθηκε ή τραυματίστηκε. Η ξαφνική ασθένεια ενός άνδρα που υπέφερε από άσθμα, αλλά κυρίως η εξασθένηση των πυροβολισμών από την πλευρά του Εφεδρικού Σώματος –το οποίο με την εμφάνιση αρμάτων μάχης έξω από τη βάση του, μετακύλησε περισσότερο προς τα εκεί την αντίστασή του– δόθηκε διαταγή στους αιχμάλωτους υπαλλήλους, να περάσουμε στην πλησιέστερη αίθουσα παραγωγών τηλεοπτικών προγραμμάτων. Εκείνη τη μέρα ήταν τόσα πολλά τα κακά, που σαν περιστρεφόμενα δαιμόνια εξαπολύθηκαν στη μάχη για εξόντωση κάθε καλού. Τα κακά, πεισματικά διαδέχονταν το ένα το άλλο, σκοπεύοντας να καρφώσουν πισώπλατά μας τα μυτερά τους σπαθιά. Μόλις μετακινηθήκαμε όλοι στην ευρύχωρη αίθουσα, μέλη του Εφεδρικού που αντιστέκονταν στην επίθεση μονάδων της Εθνοφρουράς, αφού δεν έβλεπαν πια κανένα υπάλληλο στον χώρο της κύριας πύλης κάτω από τον ευκάλυπτο, έριξαν προς το κτήριο του Ιδρύματος πυροβόλο βλήμα το οποίο έπληξε την αίθουσα όπου είχαμε συγκεντρωθεί. Εκδηλώθηκε πυρκαγιά που επεκτάθηκε σε διάφορα σημεία κι έτσι υποχρεωτικά μετακινηθήκαμε προς τις αίθουσες που βρίσκονται ενδότερα του κτηρίου. Εκεί, ένας Ελλαδίτης αξιωματικός κρατώντας στα χέρια του, εκτός από το όπλο του κι έναν ασύρματο, αφού επέβαλε νεκρική σιγή, ανακοίνωσε: «Μόλις πληροφορήθηκα από το Προεδρικό, μέσω του ασύρματου, ότι ο πουστ……πας είναι νεκρός.  Ας τολμήσει κανείς να πει ξανά, “Ζήτω ο Μακάριος”».

Ήταν μια πρόσκληση σε όλους μας, την οποία αποδέχτηκε και απάντησε μόνο μια λεπτή και αδύνατη υπάλληλος. Ήταν η Λόλα Σκουταρίδου, που με ψυχική δύναμη φώναξε: «Ζήτω ο Μακάριος».

Ύστερα από μια με ενάμιση ώρα περίπου από την έναρξη της στρατιωτικής εφόδου, το Ίδρυμα είχε καταληφθεί πλήρως από τους πραξικοπηματίες και οι μάχες τερματίστηκαν. Επικρατούσε όμως ο φόβος και η αγωνία των υπαλλήλων από την ένοπλη παρουσία, αλλά και τις απειλές που εκτοξεύονταν από στρατιώτες και αξιωματικούς.  Ενόσω σκέφτομαι τη διάρκεια του πραξικοπήματος στο Ρ.Ι.Κ., όπως τη βιώσαμε από την ώρα της εκδήλωσης μέχρι το τέλος του, δεν αμφιβάλλω πως γλυτώσαμε από του χάρου τα δόντια. Γλυτώσαμε μόνο και μόνο, γιατί είχαμε άλλοι δίπλα και άλλοι μέσα μας τον Φιλάνθρωπο Θεό!

* Συγγραφέας, Ερευνητής, Πολιτικός Επιστήμων