«Ο δημοσιογράφος, όπως ίσως κανένας άλλος επαγγελματίας, βρίσκεται ή πρέπει να βρίσκεται καθημερινά, με μια ζυγαριά στο χέρι. Στη μια πλευρά βρίσκεται το κατοχυρωμένο δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης, τόσο του ιδίου, όσο και των ανθρώπινων πηγών που χρησιμοποιεί για να διεκπεραιώσει το έργο του.

Στην άλλη πλευρά βρίσκεται η δεοντολογική και συνάμα νομική υποχρέωση του, να αποτρέπει τη μεταφορά μηνυμάτων που ευθέως ή μη, εμπίπτουν στην κατηγορία του λόγου μίσους. Η μια πλευρά προσθέτει, η άλλη περιορίζει. Η εξασφάλιση της ισορροπίας μεταξύ τους, δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση…». Τα πιο πάνω είπε μεταξύ άλλων ο δημοσιογράφος δρ Γιώργος Παυλίδης αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Επικοινωνιών του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, μιλώντας σε μια σημαντική εκδήλωση με θέμα «Η δύναμη των λέξεων: Αναγνώριση και αντιμετώπιση της ρητορικής μίσους» που έγινε στις 18 Ιουνίου 2024 στη Δημοσιογραφική Εστία στη Λευκωσία. Τη συνδιοργάνωσαν η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου (ΠΔΣ), η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας και η Ένωση Συντακτών Κύπρου. Η εκδήλωση περιλάμβανε τρεις θεματικές ενότητες, με τη συμμετοχή στα τρία πάνελ συζήτησης, δημοσιογράφων, ακαδημαϊκών από πανεπιστήμια της Κύπρου, της Ελλάδας και των ΗΠΑ, δικηγόρων και μελών της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.

Η καλή και η κακή δημοσιογραφία…

Στη διάρκεια των συζητήσεων, δόθηκε έμφαση στο νομοθετικό πλαίσιο, στην αντιμετώπιση και τις συνέπειες της ρητορικής μίσους στα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας και στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, εναντίον ατόμων ή ομάδων, με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη γλώσσα, τη θρησκεία, την εθνικότητα, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, την ηλικία, την αναπηρία, το φύλο, την ταυτότητα φύλου και τον σεξουαλικό προσανατολισμό.

Στον χαιρετισμό του ο πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου Μιχάλης Βορκάς αναφέρθηκε στη σύσταση γενικής πολιτικής του 2016 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη ρητορική μίσους και είπε ότι το νομοθετικό πλαίσιο στην Κύπρο, έχει ενσωματώσει σχετικές δεσμευτικές αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συμβάσεις του διεθνούς δικαίου. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά στον χαιρετισμό του ο πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Κύπρου Γιώργος Φράγκος, «η ρητορική μίσους πρωτογενώς παράγεται σε πολιτικό επίπεδο, συναφώς παράγεται και αναπαράγεται σε επίπεδο Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και σε τελευταία ανάλυση διαχέεται πολλαπλά και ευρύτατα σε επίπεδο Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης».

Από την πλευρά της η πρόεδρος της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας Έλλη Κοτζαμάνη επεσήμανε ότι η εξουσία της ρητορικής υπό τη μορφή του μίσους, θέτει υπό αμφισβήτηση τον δημοσιογραφικό λόγο και ευρύτερα την ελευθερία της έκφρασης. «Ως ΕΔΔ – είπε – αναγνωρίζουμε την ανάγκη να χαρτογραφήσουμε αυτή την αμφισβήτηση, όπως την εντοπίζουμε σε αναρτήσεις, μεταδόσεις και δημοσιεύματα στα μέσα ενημέρωσης, αλλά και είμαστε έτοιμοι να ανοίξουμε τη συζήτηση για τα όρια μεταξύ της ρητορικής μίσους και, από τη μια της ελευθερίας της έκφρασης, και από την άλλη της κακής δημοσιογραφίας».

Σημειώνουμε ότι το πρώτο πάνελ, είχε ακριβώς, θέμα συζήτησης «Τα όρια μεταξύ της ελευθερίας της έκφρασης και της ρητορικής μίσους. Την κύρια ομιλία απηύθυνε η Λίνα Παπαδοπούλου καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, κάτοχος Έδρας Jean Monnet. Στη διάρκεια της συζήτησης που ακολούθησε, τονίσθηκε ιδιαίτερα το γεγονός ότι στην Κύπρο υπήρξε μέχρι σήμερα, μια μόνο καταδίκη ρητορικής μίσους με βάση το νομοθετικό πλαίσιο. Πρόκειται για την καταδίκη από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, δύο Ελληνοκυπρίων γυναικών σε χρηματική ποινή, τον Δεκέμβρη 2020, για αδικήματα που αφορούν εξύβριση, ρατσιστική επίθεση και συμπεριφορά, εναντίον αλλοδαπής, στις 5 Οκτωβρίου 2019, σε ιδιωτικό χώρο στάθμευσης στη Λάρνακα. Ενδιαφέροντα επί τούτου, ήταν τα σχόλια του συναδέλφου Μαρίνου Νομικού που συντόνισε τη συζήτηση…Ένας από τους συζητητές, ο Νιγηριανής καταγωγής Etinosa Erevbenagie-Johnbull, συνιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος του μη κυβερνητικού οργανισμού Generation for Change, παρατήρησε -σε άπταιστα ελληνικά – ότι «υπάρχει αύξηση της ρητορικής μίσους κατά των μεταναστών και των προσφύγων, όχι μόνο στην Κύπρο, αλλά σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση και τον κόσμο». Πρόσθεσε ότι «πρόσφατη μελέτη της ΕΕ, κατέταξε την Κύπρο στις δέκα πρώτες ξενοφοβικές χώρες μεταξύ των κρατών μελών και η κατάταξη αυτή, αποτελεί μια έντονη υπενθύμιση των προκλήσεων που αντιμετωπίζουμε».

Άγνοια, πίεση χρόνου, λάθη και σκοπιμότητες…

«Εστιάζοντας την προσοχή μας στα μέσα επικοινωνίας, διευκρινίζεται ότι τόσο από νομικής, όσο και από δεοντολογικής σκοπιάς, η εκφορά λόγου μίσους δεν εμπίπτει στις δημοσιογραφικές ελευθερίες», είπε στην ομιλία του ο Γιώργος Παυλίδης. «Αυτή η θέση – πρόσθεσε – πρέπει να θεωρείται δεδομένη και ν’ αποτελεί γενικά αποδεκτό αξίωμα. Επιπρόσθετα, ο έλεγχος για την εκφορά λόγου μίσους, καλύπτει κατά τρόπο οριζόντιο όλα τα δημοσιογραφικού χαρακτήρα μηνύματα, τα οποία εκπέμπει ένα μέσο επικοινωνίας ή μια δημοσιογραφική πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης. Κοντολογίς, ανεξαρτήτως του είδους ή της μορφής του λόγου που χρησιμοποιείται, από τη στιγμή που αυτός εμπίπτει στο δημοσιογραφικό πλαίσιο, η εκφορά και η εκπομπή λόγου μίσους είναι πράξη δεοντολογικά και νομικά απαράδεκτη.

Η εκπομπή λόγου μίσους, δεν αφορά μόνο τους δημοσιογράφους, αλλά και τις ανθρώπινες ή γραπτές πηγές που χρησιμοποιούνται για την ετοιμασία και διαμόρφωση του μηνύματος. Παρά τις ενστάσεις που ακούγονται κατά καιρούς ότι αυτό δυνατόν να παραβιάζει το δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης, όπως επίσης και το δικαίωμα του κοινού για ολοκληρωμένη πληροφόρηση, οι λειτουργοί των ΜΜΕ, αλλά και το ίδιο το μέσο, οφείλουν να λειτουργούν αποτρεπτικά και να μην αφήνουν να διατυπώνεται δημόσια, λόγος μίσους. Δυστυχώς ένα μεγάλο μέρος των λειτουργών των ΜΜΕ, δεν γνωρίζουν τι είναι λόγος μίσους και τι όχι. Δεν είναι όμως μόνο η άγνοια. Σημαντικό ρόλο παίζει και η πίεση που νιώθει ο δημοσιογράφος, κυρίως ένεκα του τεράστιου φόρτου εργασίας και των ασφυκτικών χρονοδιαγραμμάτων, στα οποία οφείλει ν’ ανταποκριθεί. Η πίεση αυτή οδηγεί σε λάθη και παραλείψεις, που αν και δεν είναι εσκεμμένες, δεν μπορεί να δικαιολογηθούν. Βέβαια ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλο μας. Ο κυριότερος λόγος που ΜΜΕ και λειτουργοί αφήνουν μηνύματα λόγου μίσους να παρεισφρήσουν και να μεταδοθούν στο κοινό, είναι η εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων. Οι σκοπιμότητες αυτές συνδέονται με μια σειρά από εξαρτήσεις που ενδεχομένως χαρακτηρίζουν τόσο τους λειτουργούς, όσο και τα Μέσα – εξαρτήσεις ιδεολογικές, πολιτικές, οικονομικές, εθνικές, ακόμη και προσωπικές…».

Το νομοσχέδιο που…κάνει βόλτες για δέκα χρόνια!

Αναφερόμενος στη «θεραπεία» του προβλήματος, ο Γ. Παυλίδης μίλησε για τρεις συνταγές. «Η πρώτη συνταγή – είπε – έχει ως σημείο αναφοράς την κειμένη νομοθεσία και εστιάζεται στην επιβολή. Λογική και κατανοητή. Εξάλλου έτσι λειτουργεί το Κράτος Δικαίου. Η δεύτερη συνταγή, κινείται στη λογική της αυτορρύθμισης. Η λογική της αυτορρύθμισης συνδέεται με τη θεωρία της ελεύθερης συνειδητής επιλογής, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε μια ολιστική και αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος. Η συνταγή αυτή ωστόσο, είναι δύσκολη στην εφαρμογή της διότι προϋποθέτει την ύπαρξη πλήρως ενημερωμένων, συνειδητοποιημένων, καλλιεργημένων, ανεξάρτητων και ελεύθερα σκεπτόμενων λειτουργών.

Και επειδή ακριβώς αυτό δεν συμβαίνει πάντα, η ΕΔΔ από τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας πρότεινε μια τρίτη συνταγή. Της λεγόμενης αποτελεσματικής αυτορρύθμισης. Η λογική της συνταγής αυτής, είναι απλή: Οι λειτουργοί των ΜΜΕ ενημερώνονται και εκπαιδεύονται ώστε να μπορούν ν’ αναγνωρίζουν και να χειρίζονται περιπτώσεις λόγου μίσους. Τυχόν λάθη ή ακόμη και παραβιάσεις της δεοντολογίας, για ένα εύλογο χρονικά διάστημα, αντιμετωπίζονται με σχετική κατανόηση από τα αρμόδια όργανα. Όταν όμως ένας λειτουργός ή ένα ΜΜΕ επιμένει να παραβιάζει τον δεοντολογικό κανόνα περί λόγου μίσους κατά συρροή και κατ’ επανάληψη, τότε η ΕΔΔ θα μπορεί να επιβάλλει ορισμένα πιο αποφασιστικά μέτρα και κυρώσεις – μέχρι και αυτό της αφαίρεσης της επαγγελματικής άδειας. Βεβαίως η εφαρμογή της συνταγής αυτής, προϋποθέτει την ολοκλήρωση και κατάθεση του σχετικού τροποποιητικού νομοσχεδίου περί Τύπου, που για δέκα χρόνια τώρα, κάνει βόλτες στα γραφεία του Υπουργείου Εσωτερικών και όχι μόνο…». Ο δρ Παυλίδης ολοκλήρωσε την εισήγηση του, τονίζοντας ότι «επιβάλλεται το Υπουργείο Παιδείας να επαναξιολογήσει τις προτεραιότητες του και να δει πώς θεματικές, όπως αυτή που συζητούμε σήμερα, να βρουν τη θέση τους στο αναλυτικό πρόγραμμα όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης».

Διαγραφή σχολίων στο Facebook και YouTube

«Στη σύγχρονη κοινωνία, η άνοδος των κοινωνικών μέσων έχει δραματικά μεταμορφώσει τον τρόπο διαμοιρασμού πληροφοριών, παρακάμπτοντας τους παραδοσιακούς συντακτικούς και κυβερνητικούς ελέγχους», επεσήμανε στην ενδιαφέρουσα ομιλία της η δρ Νάταλη Αλκιβιάδου επικεφαλής Έρευνας του κέντρου μελετών Future of Free Speech του Πανεπιστημίου Vanderbilt των ΗΠΑ και μέλος του Συμβουλίου του Ινστιτούτου Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας. Μιλώντας με θέμα τη ρητορική μίσους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πρόσθεσε ότι «αυτή η μεταβολή, έχει επιτρέψει τον ταχύ παγκόσμιο διαμοιρασμό πληροφοριών, αλλά έχει επίσης εγείρει ανησυχίες σχετικά με την επιρροή των ΜΚΔ, ακόμα και στις δημοκρατικές κοινωνίες». Και συνέχισε με τα εξής: «Νομοθετικές απαντήσεις, όπως το Network Enforcement Act της Γερμανίας, επέβαλαν την ταχεία αφαίρεση παράνομου περιεχομένου, επηρεάζοντας πάνω από 20 άλλες χώρες να θεσπίσουν παρόμοιους νόμους. Αυτοί οι κανονισμοί, συχνά στοχεύουν την ρητορική μίσους, αλλά υπάρχει ο κίνδυνος να καταπνίγουν την πολιτική αντιπολίτευση, ιδιαίτερα σε αυταρχικά καθεστώτα.

Ο Νόμος για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης τέθηκε σε ισχύ το 2024 και επιβάλλει αυστηρές υποχρεώσεις αφαίρεσης στις πλατφόρμες. Έκθεση του 2024 διαπίστωσε ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία (87.5% έως 99.7%), τα διαγραμμένα σχόλια στο Facebook και το YouTube στη Γαλλία, τη Γερμανία και τη Σουηδία, ήταν νομικά επιτρεπόμενα, υποδηλώνοντας ότι οι πλατφόρμες μπορεί να υπερβάλλουν στην αφαίρεση περιεχομένου, για να αποφύγουν ποινές. Παράλληλα έχουμε παραδείγματα τραγικών γεγονότων, όπως τη γενοκτονία των Rohingya (σ. σ. από τον στρατό της Μιανμάρ), όπου το Facebook χρησιμοποιήθηκε για γενοκτονικό λόγο. Ταυτόχρονα, πρέπει να δοθεί η δέουσα προσοχή στον τύπο ρητορικής μίσους με τον οποίο έρχονται αντιμέτωπες οι πλατφόρμες. Είναι εξαιρετικά επείγον τα κράτη, οι θεσμοί και οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης να αντιμετωπίσουν τα διαφορετικά επίπεδα ρητορικής μίσους και τον ποικίλο αντίκτυπο και τις αντίστοιχες αντιδράσεις σε τέτοιου είδους λόγο. Κατά την αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων, οι εμπλεκόμενοι φορείς πρέπει να διαμορφώσουν στρατηγικές που να ανταποκρίνονται στις πραγματικότητες του λόγου που μπορεί να οδηγήσει σε βία στην πραγματική ζωή και του λόγου που μπορεί να είναι επιβλαβής, αλλά δεν καλεί σε βία στην πραγματική ζωή. Κατά τη διαμόρφωση αυτών των στρατηγικών, πρέπει να δοθεί προσοχή στην επιστημονική έρευνα για τον αντίκτυπο της ρητορικής μίσους, αλλά και στον αντίκτυπο του περιορισμού της ελευθερίας του λόγου. Μια λύση που ταιριάζει σε όλες τις περιπτώσεις, δεν είναι η απάντηση…».

Ψηφιακός αλφαβητισμός και ασφαλές διαδίκτυο

«Στη Cyta πιστεύουμε ότι η εκπαίδευση είναι ένα ισχυρό εργαλείο διαμόρφωσης της συλλογικής κοινωνικής συνείδησης για την καταπολέμηση της ρητορικής μίσους», είπε στον χαιρετισμό της η Αλίκη Δράκου επικεφαλής Βιώσιμης Ανάπτυξης και υπεύθυνη Ποικιλομορφίας, Ισότητας και Συμπερίληψης στη Cyta, η οποία ήταν χορηγός της εκδήλωσης. «Προωθώντας τον ψηφιακό αλφαβητισμό – πρόσθεσε η κυρία Δράκου – δίνουμε τη δυνατότητα στα άτομα να περιηγούνται υπεύθυνα στον διαδικτυακό κόσμο, να αξιολογούν με κριτική ματιά τις πληροφορίες και να συμμετέχουν στον διάλογο με σεβασμό.

Αναγνωρίζοντας ότι η τεχνολογία είναι σε θέση να διαδραματίσει κρίσιμο ρόλο στον εντοπισμό και τον μετριασμό της ρητορικής μίσους στο διαδίκτυο, καταβάλλουμε προσπάθειες στον οργανισμό μας, ώστε με τη βοήθεια της τεχνολογίας να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε ένα ασφαλέστερο διαδικτυακό περιβάλλον για όλους τους χρήστες.

Ως παράδειγμα, αναφέρω την δωρεάν υπηρεσία Safe Internet που προσφέρει τη δυνατότητα προστασίας των παιδιών από το παράνομο, ανεπιθύμητο και επιβλαβές περιεχόμενο του διαδικτύου από οποιαδήποτε συσκευή συνδεθούν στο διαδίκτυο. Την ίδια στιγμή, σεβόμαστε τα νομικά πρότυπα και τις δεοντολογικές οδηγίες που αφορούν τη ρητορική μίσους, ενώ παράλληλα υιοθετούμε εσωτερικές πολιτικές που αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά το ζήτημα, χωρίς να διακυβεύεται το θεμελιώδες δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης. Αναγνωρίζουμε ότι για την καταπολέμηση της ρητορικής μίσους, απαιτείται συντονισμένη προσπάθεια από όλους τους τομείς της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων των νομικών επαγγελματιών, των υπευθύνων χάραξης πολιτικής, των εκπαιδευτικών και της βιομηχανίας τεχνολογίας και βέβαια από τα μέσα ενημέρωσης και μαζικής επικοινωνίας».