Δεν θα μείνει οδηγός που δεν θα καταγγελθεί από το σύστημα φωτοεπισήμανσης, βάσει των ρυθμών που καταγράφουν οι κάμερες.

Αυτή τη στιγμή λειτουργούν 20 κινητές και 85 σταθερές παγκύπρια και σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Μεταφορών, κάθε μέρα καταγγέλλονται 1.700 οδηγοί.

Με βάση τους αριθμούς αυτούς, υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο θα καταγγέλλονται πάνω από 600.000 οδηγοί μόνο από τις κάμερες, αριθμοί τεράστιοι για τα κυπριακά δεδομένα. Πέραν του γεγονότος ότι πολλοί καταγγέλλονται δυο και τρεις φορές με το κόστος να είναι δυσβάσταχτο, από την άλλη πρέπει το σύστημα να είναι και διαχειρίσιμο.

Όπως αναφέρθηκε στον «Φ», άλλο είναι να διαχειρίζεται περί τα 200.000 περίπου εξώδικα όπως ήταν μέχρι τώρα ανά έτος και άλλο πάνω από μισό εκατομμύριο. Επειδή το σύστημα εφαρμόστηκε σε τρεις φάσεις, οι καταγγελίες παρά τις δυσκολίες που παρουσιάστηκαν στην αρχή, ήταν διαχειρίσιμες, πλην αυτών που σκοπίμως οι οδηγοί δεν προσέρχονταν για να παραλάβουν τα εξώδικα.

Τώρα όμως με τους ρυθμούς που άρχισαν να διαφαίνονται, εκτιμάται ότι το επόμενο διάστημα θα προκύψουν τεράστια προβλήματα στο πως θα τυγχάνουν διαχείρισης όλες αυτές οι καταγγελίες. Μπορεί μόλις εφαρμόστηκε το σύστημα, οι πρώτες κάμερες να κατέγραφαν 500 καταγγελίες ημερησίως, εντούτοις στη συνέχεια οι οδηγοί συμμορφώθηκαν. Τώρα που το σύστημα φωτοεπισήμανσης είναι σε πλήρη εφαρμογή, τα πράγματα άλλαξαν, αφού στους δρόμους υπάρχουν 105 κάμερες σε λειτουργία.

Τα προβλήματα που αναμένεται να προκύψουν καθώς και οι ανάγκες που θα δημιουργηθούν από τον τεράστιο όγκο καταγγελιών, άρχισαν ήδη να συζητούνται από τους αρμόδιους, με την Τροχαία να έχει επισημάνει πως πρέπει να αλλάξει το σύστημα επίδοσης των εξωδίκων και να γίνει αυτόματο, ώστε να ενημερώνεται ο παραβάτης με ηλεκτρονικό τρόπο, να ενισχυθεί η εταιρεία διαχείρισης του συστήματος, να ενισχυθούν οι βάσεις δεδομένων με τα στοιχεία των οδηγών κ.ά.

Παράλληλα, πρέπει να επαναρχίσει εκστρατεία ενημέρωσης των οδηγών για τον τρόπο οδήγησης στα φώτα τροχαίας στα οποία έχουν εγκατασταθεί κάμερες, καθώς και την απόκτηση οδικής συνείδησης.

Οι πλείστες καταγγελίες από τις κάμερες αφορούν παράβαση του ορίου ταχύτητας και καταγράφονται από βανάκια που φέρουν κινητά συστήματα. Αυτό σημαίνει ότι οι οδηγοί είτε αψηφούν την ύπαρξή τους και παραβιάζουν συλλήβδην το όριο ταχύτητας, είτε αφαιρούνται και ξεπερνούν το όριο. Όπως συμβαίνει και στα σημεία με τις σταθερές κάμερες, όπου οι πλείστοι οδηγοί καταγγέλλονται για παραβίαση του κόκκινου σηματοδότη, ή για επαφή με την άσπρη γραμμή στάσης, ενώ σε λιγότερο βαθμό για παραβίαση του κόκκινου.

Στο μεταξύ, στασιμότητα παρατηρείται με τη φωτοραντάρ λιστ, δηλαδή των κατάλογο των προσώπων που δεν παρέλαβαν το εξώδικό τους από τις κάμερες. Η λίστα αυτή θα εισαχθεί σε υπολογιστές στα αεροδρόμια και λιμάνια καθώς και στα οδοφράγματα και αστυνομικούς σταθμούς, ώστε να ελέγχεται κατά πόσον εκκρεμεί η παράδοση εξωδίκου για κάποιον πολίτη που είτε αναχωρεί στο εξωτερικό, είτε θα περάσει στα κατεχόμενα, ή επισκέπτεται κάποιο αστυνομικό γραφείο.

Αυτή τη στιγμή εκκρεμεί η εγκατάσταση σταθερών καμερών σε δυο σημεία στη Λεμεσό (το ένα αφορά στη συμβολή στην οποία συνέβη το τετραπλό θανατηφόρο ανήμερα της Πρωτοχρονιάς). Επειδή χρειάζεται η αλλαγή των συμβολαίων με τον ανάδοχο, θα πρέπει οι αλλαγές να εγκριθούν από τον Κεντρική Επιτροπή Αλλαγών και Απαιτήσεων.