Ερωτηματικά και αντιρρήσεις εκφράστηκαν στη σημερινή συνεδρία της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βουλής, από πλευράς επαγγελματιών της πρώτης γραμμής, αναφορικά με τον τρόπο εφαρμογής και την αποτελεσματικότητα της ψηφιακής εφαρμογής «κουμπί πανικού» για τη βία κατά των γυναικών. Προβληματισμός δημιουργήθηκε επίσης και από την αδυναμία που παρουσίασε η Αστυνομία να προσδιορίσει συγκεκριμένο διάστημα ανταπόκρισης, από τη στιγμή που μια γυναίκα σε κίνδυνο πατήσει το κουμπί, λόγω αστάθμητων παραγόντων, όπως η τοποθεσία και η ώρα που συμβαίνει το βίαιο περιστατικό. Ωστόσο, από πλευράς Υπουργού Δικαιοσύνης τονίστηκε ότι το «κουμπί πανικού» θα είναι έτοιμο για πιλοτική εφαρμογή περί τα τέλη Σεπτεμβρίου, ενώ στόχος είναι να λειτουργήσει κανονικά για το κοινό τον Φεβρουάριο του 2025.
Πρόκειται για μια ψηφιακή εφαρμογή, με την ονομασία «ΕΛΠΙΣ», η εγκατάσταση της οποίας θα είναι δυνατή μόνο σε smart phones. Οι γυναίκες θύματα θα μπορούν να ειδοποιούν την Αστυνομία σε περίπτωση περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας, ώστε να επέμβουν οι αστυνομικές δυνάμεις. Η Αστυνομία θα ενημερώνεται μέσα σε δευτερόλεπτα μέσω της Αρχής Τηλεπικοινωνιών. Σημειώνεται ότι ανάλογες εφαρμογές λειτουργούν ήδη σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη.
Η επιστημονική διευθύντρια του Συνδέσμου για την Πρόληψη και την Αντιμετώπιση της Βίας στην Οικογένεια (ΣΠΑΒΟ), δρ Άντρη Ανδρονίκου, συνέστησε ιδιαίτερη προσοχή στον τρόπο εφαρμογής του εργαλείου, επισημαίνοντας ότι τα θύματα πρέπει να εκπαιδευτούν και να ενημερωθούν ότι το κουμπί δεν θα τους προσφέρει άμεση ασφάλεια και ότι θα πρέπει να είναι συνεχώς σε επιφυλακή. Τόνισε ότι η δημοσιοποίηση του κουμπιού πρέπει να γίνει κάτω από πολύ συγκεκριμένες συνθήκες, με μυστικότητα και προσοχή, καθώς μπορεί να αποτελέσει αφορμή για το θύτη να αυξήσει την βία κατά της γυναίκας, δεδομένου ότι ο δράστης έχει πάντοτε τον έλεγχο του κινητού του θύματος.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε η κ. Ανδρονίκου, η δημοσιοποίηση της εφαρμογής αύξησε τη βία κατά 10% σε χώρες όπου ενεργοποιήθηκε. Αυξήθηκαν επίσης οι απειλές και ο εκφοβισμός εναντίον των θυμάτων, ενώ σε κάποιες χώρες σταμάτησε και η λειτουργία του καθώς δεν προβλέφθηκε σωστά ο αριθμός των αστυνομικών για παρακολούθηση των θυμάτων, αλλά και λόγω τεχνικών προβλημάτων. Η κ. Ανδρονίκου εισηγήθηκε όπως καθοριστούν συγκεκριμένα κριτήρια για το ποιες περιπτώσεις γυναικών θα χρησιμοποιούν την εφαρμογή, αν δηλαδή θα χρησιμοποιείται από θύματα που έχουν κάνει καταγγελία στην Αστυνομία ή από γυναίκες που είναι σε καταφύγιο και πρέπει να επανενταχθούν στην κοινωνία κ.ο.κ.
Αξιοσημείωτο είναι μάλιστα το γεγονός ότι το 60% των γυναικών που φθάνουν σε καταφύγια δηλώνουν πως ο θύτης έχει πρόσβαση στο κινητό τους, ενώ το 15% εξ’ αυτών δεν έχει καν κινητό. Η κ. Ανδρονίκου τόνισε ότι οι δράστες ελέγχουν σχεδόν όλα τα δεδομένα στα κινητά των θυμάτων και ότι τα θύματα κατά τη διάρκεια ενός περιστατικού βίας είναι σχεδόν αδύνατο να καταφέρουν να χρησιμοποιήσουν κινητό. «Το κουμπί πανικού μπορεί να λειτουργήσει ως προληπτικό μέτρο επανάληψης της βίας, δεν μπορεί όμως να αποτρέψει μια γυναίκα από το να χάσει τη ζωή της», είπε χαρακτηριστικά.
Εισηγήθηκε μάλιστα ηχητική ενεργοποίηση του κουμπιού ώστε να καταγράφεται το περιστατικό για κάποια λεπτά και να μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο δικαστήριο. Ωστόσο, όπως λέχθηκε στη Βουλή, για να καταστεί αυτό εφικτό θα πρέπει να τροποποιηθεί το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σύμφωνα με επιπλέον στοιχεία από τον ΣΠΑΒΟ, το 2023 ο Σύνδεσμος διαχειρίστηκε 4000 περιστατικά βίας κατά των γυναικών εκ των οποίων τα 800 βρίσκονταν σε άμεσο κίνδυνο και πιθανώς να πατούσαν το κουμπί, εάν αυτό βρισκόταν σε λειτουργία. Η γραμμή 1440 κατέγραψε 1015 περαστικά, με το 26% να αφορά γυναίκες οι οποίες δέχθηκαν απειλές για θανάτωση.

Σύμφωνα με τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, Μάριο Χαρτσιώτη, τα περιστατικά της ενδοοικογενειακής βίας «παρουσιάζουν μια κατακόρυφη άνοδο» υποδεικνύοντας ότι το 2018 έγιναν 1.027 καταγγελίες, το 2020 έγιναν 2.002 καταγγελίες, 3.129 καταγγελίες το 2022, 3.010 καταγγελίες το 2023 και για το πρώτο εξάμηνο του 2024 τα περιστατικά καταγγελιών ανήλθαν στα 1.588.
Η πρόεδρος της Επιτροπής και βουλευτής του ΑΚΕΛ, Ειρήνη Χαραλαμπίδου, σημείωσε ότι οι βουλευτές ενημερώθηκαν από πλευράς Κυβέρνησης ότι γίνονται βήματα για την υιοθέτηση του κουμπιού πανικού. Όμως, συνέχισε, προέκυψαν σοβαρά ζητήματα, όπως το τι συμβαίνει σε περιπτώσεις θυμάτων βίας όπου υπάρχει τεχνολογικός αναλφαβητισμός, ο χρόνος αντίδρασης από πλευράς Αστυνομίας, τι συμβαίνει σε περιοχές που μπορεί να μην καλύπτονται από συστήματα 4G ή υπάρχει πρόβλημα πρόσβασης στο επικοινωνιακό δίκτυο. «Είναι πολλά τα ερωτήματα που τέθηκαν, εμείς θα προχωρήσουμε με την πρόταση νόμου και θα είμαστε σε συνεννόηση και συνεργασία με τον Υπουργό Δικαιοσύνης, προκειμένου να βεβαιωθούμε ότι πριν τον Δεκέμβριο θα αρχίσει η συγκεκριμένη εφαρμογή να λειτουργεί, έστω και αν είναι να συμβάλει στην πρόληψη των περιστατικών βίας», πρόσθεσε.
Από την πλευρά της, η βουλευτής του ΔΗΣΥ, Ρίτα Σούπερμαν, ανέφερε ότι η συζήτηση βρίσκεται ακόμη στα αρχικά στάδια. «Πρέπει να στήσουμε μηχανισμούς ανταπόκρισης, να έχουμε νομικό υπόβαθρο, οι αρμόδιοι να μπορούν να ανταποκριθούν με βάση τη στελέχωση που υπάρχει. Η εφαρμογή θα πρέπει να δοθεί σε συγκεκριμένα άτομα για να υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος ανταπόκρισης», είπε.