Κραυγή αγωνίας από μητέρα μωρού με τροφική αλλεργία. Το παιδί της, υποστηρίζει, εδώ και πέντε μήνες δεν λαμβάνει τις υπηρεσίες που χρειάζεται επειδή ο Οργανισμός Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας δεν προχώρησε σε ανανέωση της σύμβασής του με τον παιδοαλλεργιολόγο του νοσοκομείου Λεμεσού.

Η μητέρα, σε επιστολή της προς τον ΟΚΥπΥ την οποία κοινοποιεί στον υπουργό Υγείας, στην επιτροπή Υγείας της Βουλής κ.α., ημερομηνίας 15 Μαΐου, περιέγραφε το πρόβλημα, το οποίο, όπως διαπιστώνεται από τα όσα η ίδια αναφέρει, δεν έχει ακόμα επιλυθεί. Ως εκ τούτου, προχώρησε σε δημοσιοποίησή της, ελπίζοντας να επιλυθεί το πρόβλημα.

«Η καθυστέρηση στην ανανέωση της σύμβασης του παιδοαλλεργιολόγου στο νοσοκομείου Λεμεσού δημιουργεί σημαντικό κενό/έλλειμμα και κατ’ επέκταση σοβαρότητα τα προβλήματα σε παιδιά με απειλητική για τη ζωή τροφική αλλεργία και τις οικογένειες τους.

Αυτό με δεδομένο ότι στην Κύπρο υπάρχουν εξακριβωμένα πάνω από 100 παιδιά με πολύ σοβαρής μορφής τροφική αλλεργία. Ανάμεσα σε αυτά είναι και το δικό μου μωρό».

Σύμφωνα με την μητέρα, το μωρό της από την ηλικία των 10 μηνών, μπανοβγαίνει στο νοσοκομείο «με επεισόδια αναφυλαξίας στο αβγό».

Στο τελευταίο, μάλιστα, επεισόδιο, όπως υποστηρίζει, «με λύπη και αγανάκτηση αντιλήφθηκα ότι το προσωπικό του ασθενοφόρου δεν ήταν κατάλληλα εκπαιδευμένο για την χορήγηση αδρεναλίνης που είναι το φάρμακο εκλογής στην αντιμετώπιση της αναφυλαξίας».

«Το μωρό μου σήμερα είναι 2 μηνών και σύμφωνα με τις συστάσεις του ειδικού θα έπρεπε στην ηλικία των 18 μηνών να εισαχθεί στο νοσοκομείο έτσι ώστε να γίνουν οι απαραίτητες εξετάσεις (δερματικά τεστ και δοκιμασία τροφικής πρόκλησης) για την ενδεδειγμένη (σύμφωνα πάντα με τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες) αξιολόγηση και αποτελεσματική αντιμετώπιση της σοβαρής τροφικής του αλλεργίας».

«Εδώ και πέντε μήνες αναμένουμε αγωνιωδώς την ανανέωση της σύμβασης του Οργανισμού με τον γιατρό για την διεκπεραίωση του περιστατικού» αναφέρει η μητέρα και προσθέτει, «δυστυχώς μέχρι σήμερα, και παρά την προθυμία και ετοιμότητα του γιατρού να βοηθήσει δεν έχετε ακόμη δώσει λύση.  Σε περίπτωση ενός επείγοντος απειλητικού περιστατικού για τη ζωή, όπως αυτό που ανέφερα, ή ακόμα και θανάτου, ποιος καλύπτει το κενό; Ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη; Αναπληρώνεται η απώλεια;»