Ανέκδοτο έχει καταντήσει η επιβολή Τέλους Πολεοδομικής Αναβάθμισης σε ακίνητα των οποίων η αξία εκτοξεύεται από την ένταξη τους σε ζώνες ανάπτυξης, χωρίς να δίνουν έστω και ένα σεντ στο δημόσιο για την υπεραξία που αποκτούν οι ιδιοκτήτες.

Ακόμη και πρόσφατα στο Τοπικό Σχέδιο Παραλιμνίου, Αγίας Νάπας και Δερύνειας επαναλαμβάνεται η αναγκαιότητα επιβολής κάποιου τέλους και συγκεκριμένα Τέλους Πολεοδομικής Αναβάθμισης, χωρίς  να διαφαίνεται στον ορίζοντα πότε θα γίνει αυτό.

Αξίζει να σημειωθεί, πως όταν ο Γενικός Ελεγκτής ασχολήθηκε με το θέμα των Πύργων στη Λεμεσό υπολόγισε πως μέσω διαφόρων πολεοδομικών κινήτρων παραχωρήθηκαν σε εταιρείες περίπου 11.000 επιπλέον δομήσιμα μέτρα ανάπτυξης που αντιστοιχούν περίπου σε €37 εκατ. ευρώ πρόσθετης αξίας.

 Ο υπολογισμός έγινε με βάση εκτιμημένη αξία 3.363 ευρώ για κάθε τετραγωνικό μέτρο που μπορούν να κτίσουν επιπλέον οι διάφοροι επενδυτές.

Στο Τοπικό Σχέδιο Παραλιμνίου, Αγίας Νάπας και Δερύνειας, ο οποίο δημοσιεύθηκε μόλις πρόσφατα, αναφέρεται, πως η ένταξη νέων εκτάσεων γης σε καθορισμένη Ζώνη Ανάπτυξης ή η αναβάθμιση ήδη καθορισμένων συντελεστών ανάπτυξης στο πλαίσιο της εκπόνησης ή τροποποίησης Τοπικού Σχεδίου κατά κανόνα απολήγουν σε αύξηση των αξιών της γης, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις είναι ιδιαίτερα σημαντική. 

Στο ίδιο κείμενο προστίθεται, πως «ταυτόχρονα, με τις αποφάσεις αυτές, δημιουργούνται υποχρεώσεις για το Κράτος σε ότι αφορά την παροχή ή την ενίσχυση ενός ευρύτατου φάσματος υποδομών και υπηρεσιών, ώστε η ιδιωτική ιδιοκτησία που αποκτά υπεραξία αυτόματα μετά τη λήψη της διοικητικής απόφασης για την τροποποίηση Σχεδίου Ανάπτυξης, να είναι δυνατό να αξιοποιηθεί σύμφωνα με τις αναπτυξιακές δυνατότητες που αποδίδονται σε αυτή».

Και ενώ η αξία των περιουσιών αυξάνεται ανέξοδα, όπως αναφέρεται στο Τοπικό Σχέδιο, «για τη χρηματοδότηση της υλοποίησης των ανωτέρω υποχρεώσεων, το Κράτος δαπανά σημαντικά κονδύλια ετήσια, ενώ τόσο από τις αποφάσεις αναφορικά με τις πολεοδομικές ρυθμίσεις, όσο και από τις επενδύσεις κρατικών πόρων σε υποδομές και υπηρεσίες, επωφελείται συνολικά και αποκλειστικά μέχρι σήμερα ο ιδιώτης ιδιοκτήτης».

«Κατά συνέπεια», προστίθεται, «το δημόσιο νομιμοποιείται να επιδιώξει την επιστροφή ορισμένου μέρους της υπεραξίας που το ίδιο δημιουργεί με αποφάσεις του προς όφελος ιδιωτικών ιδιοκτησιών».

Στο κείμενο προστίθενται και τα ακόλουθα:

«Η ανωτέρω προοπτική αυτή έχει συζητηθεί κατ’ επανάληψη χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα μέχρι σήμερα, αλλά επανέρχεται στην επικαιρότητα σε χρονικές στιγμές που η απόδοση αυτών των υπεραξιών σε ιδιωτικές ιδιοκτησίες είναι περισσότερο εμφανής.

Παράλληλα αναφέρεται, πως «στην παρούσα φάση και στο πλαίσιο της τροποποίησης του Τοπικού Σχεδίου, αποφασίσθηκαν σημαντικές σε ένταση και έκταση τροποποιήσεις των Πολεοδομικών Ζωνών, που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική αύξηση των αξιών για πολύ μεγάλο αριθμό ιδιωτικών ιδιοκτησιών».

Επειδή κατά καιρούς κυρίως επιχειρηματίες ανάπτυξης γης έπεισαν πολιτικούς ότι η επιβολή Τέλους Πολεοδομικής Αναβάθμισης θα δημιουργήσει προβλήματα στους ιδιοκτήτες γης οι οποίοι θα κληθούν να καταβάλουν Τέλος είτε αξιοποιήσουν τη γη τους είτε όχι, ύστερα από προβληματισμό, υποβάλλεται η ακόλουθη εισήγηση, η οποία περιλαμβάνεται στο Τοπικό Σχέδιο:

«Ο καθορισμός του χρόνου καταβολής του ΤΠΑ ενέχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί δεν πρέπει να επιτρέπεται η διαιώνιση των οφειλών ιδιοκτητών, αλλά ούτε και η οικονομική επιβάρυνση των ιδιοκτητών, προτού πραγματικά επωφεληθούν της αναβάθμισης των αναπτυξιακών δυνατοτήτων μέσω αποφάσεων πολεοδομικού σχεδιασμού.