Την επιτάχυνση της αλλοίωσης των τροφίμων προκαλούν οι πολύ υψηλές θερμοκρασίες, οι οποίες καταγράφονται κατά τους καλοκαιρινού μήνες.
Ο Ιούνιος στην Κύπρο μπήκε με κύματα καύσωνα, τα οποία επικρατούν εδώ και μια εβδομάδα σχεδόν, με τους ειδικούς να κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για την προστασία των τροφίμων.
Όπως εξήγησε σε συνέντευξή του στον «Φ», ο γαστρεντερολόγος δρ Δημήτρης Δημητρίου, οι αλλοιώσεις τροφίμων προκύπτουν συχνότερα τους καλοκαιρινούς μήνες, λόγω ιδανικών συνθηκών ανάπτυξης των μικροοργανισμών. Ο δρ. Δημητρίου τόνισε πως εκατομμύρια άνθρωποι ταλαιπωρούνται κάθε χρόνο από τροφική δηλητηρίαση, με τα περιστατικά κατά τους θερινούς μήνες να παρουσιάζουν αύξηση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε στον «Φ» το υπουργείο Υγείας, στην Κύπρο την προηγούμενη χρονιά καταγράφηκαν συνολικά 175 περιστατικά, ενώ το 2022 καταγράφηκαν 154 περιστατικά.

Ο δρ Δημητρίου επεσήμανε πως, η μόλυνση της τροφής ή του νερού με παθογόνους μικροοργανισμούς ή τοξίνες, δεν οφείλονται μόνο στην αλλοίωση μίας τροφής. «Πολλές φορές έχουν να κάνουν και με την κακή συντήρηση των τροφίμων ψύξη, απόψυξη, προετοιμασία, μεταφορά κ.τ.λ.». Γι’ αυτό, όπως εξηγεί, προκύπτουν συχνότερα τους καλοκαιρινούς μήνες, λόγω ιδανικών συνθηκών ανάπτυξης των μικροοργανισμών, αλλά και με το μαγείρεμα τους, αν δεν τηρούνται σωστά οι κανόνες υγιεινής.
Απαντώντας σε ερώτηση, σε ποια τρόφιμα αναπτύσσονται πιο συχνά τα μικρόβια, ο δρ Δημητρίου σημείωσε ότι, αυτά προτιμούν να αναπτύσσονται στο γάλα και στα προϊόντα του γάλακτος, στα αυγά, στο κρέας, στο ψάρι και στα οστρακοειδή.

Χρειάζονται όμως και τους ακόλουθους παράγοντες για να πολλαπλασιαστούν όπως:
-Κατάλληλη θερμοκρασία (>37 C).
-Υγρασία.
-Χρόνο.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως, σε ιδανικές συνθήκες ένα βακτήριο μπορεί να πολλαπλασιαστεί 2.000.000 φορές σε 7 ώρες. «Για να γίνει μια τροφική δηλητηρίαση χρειάζεται μία αλυσίδα από γεγονότα, μολυσμένη τροφή – κατάλληλες συνθήκες – χρόνος». Η τροφική δηλητηρίαση, όπως αναφέρει ο γιατρός, μπορεί να προκληθεί από τους εξής παράγοντες: Καμπυλοβακτηρίδιο, Σαλμονέλλα, Staphylococcus aureus ή Χρυσίζων Σταφυλόκοκκος (κρέμα, γλυκά, πατατοσαλάτα), Clostridium botulinum ή Αλαντίαση, Clostridium, Χολέρα, Vibrio parahaemolytics & vulnificus και παράσιτο ανισάκις (Ανισακίαση), Λιστέρια, πολλούς διαφορετικούς ιούς (π.χ. νοροϊός από άνθρωπο σε άνθρωπο), Shigella, Yersinia, παράσιτα, Bacillus cereus.
Σύμφωνα με τον δρα Δημητρίου, τα συμπτώματα εκδηλώνονται 2–6 ώρες από την κατανάλωση της τροφής. Ο χρόνος μπορεί να είναι μεγαλύτερος ή μικρότερος, ανάλογα με το αίτιο της τροφικής δηλητηρίασης. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων η γαστρεντερίτιδα διαρκεί 3-5 ημέρες.
Τα πιθανά συμπτώματα περιλαμβάνουν:
Κοιλιακές κράμπες, διάρροια (μπορεί να είναι αιματηρή, μαύρα ή σαν πίσσα κόπρανα), πυρετό και ρίγος, πονοκέφαλο, ναυτία και έμετο, αδυναμία (μπορεί να είναι σοβαρή και να οδηγεί σε αναπνευστική ανακοπή, όπως στην περίπτωση της αλλαντίασης), σημάδια αφυδάτωσης όπως ξηροστομία, μειωμένη ούρηση, ζάλη η βυθισμένα μάτια.
SOS συμπτώματα: Μερική απώλεια ομιλίας η όρασης, μυϊκή αδυναμία ή παράλυση, δυσκολία στην κατάποση (Αλλαντίαση), μυϊκοί πόνοι, δυσκαμψία αυχένα, σύγχυση, απώλεια της ισορροπίας, σπασμοί (Λιστερίωση).
Η αφυδάτωση είναι η πιο κοινή επιπλοκή, όπως σημειώνει ο δρ Δημητρίου και αυτή μπορεί να συμβεί από οποιαδήποτε αιτία τροφικής δηλητηρίασης.
Λιγότερο συνηθισμένες αλλά πολύ πιο σοβαρές επιπλοκές είναι:
Αρθρίτιδα (Yersinia και Salmonella).
Αιμορραγικές διαταραχές (E. coli και άλλα).
Θάνατος (από μανιτάρια, δηλητηριάσεις από συγκεκριμένα ψάρια ή αλλαντίαση).
Νεφρικά προβλήματα (Shigella, E. coli).
Διαταραχές νευρικού συστήματος (αλλαντίαση, καμπυλοβακτηρίδιο).
Περικαρδίτιδα (Salmonella).
Αναπνευστική δυσχέρεια, περιλαμβανομένου της ανάγκης για μηχανική υποστήριξη (αλλαντίαση).
Οστεομυελίτιδα.
Πώς αντιμετωπίζουμε μια τροφική δηλητηρίαση
Ερωτηθείς για το πως αντιμετωπίζουμε την τροφική δηλητηρίαση, ο δρ Δημητρίου ανέφερε πως, συνήθως δεν απαιτείται ειδική θεραπεία. Ωστόσο, επεσήμανε πως, από τις συνεχείς υδαρείς κενώσεις και τους εμέτους, μπορεί να προκληθεί αφυδάτωση και διαταραχή ηλεκτρολυτών.
Πρωταρχικό ρόλο, λοιπόν, συνεχίζει ο γιατρός, παίζει η ενυδάτωση του ασθενούς, από το στόμα. «Αυτό το πετυχαίνουμε εάν καταναλώνουμε νερό, αφεψήματα (π.χ. τσάι) και ισοτονικά διαλύματα (είναι διαλύματα που περιέχουν ηλεκτρολύτες και παρέχουν ενέργεια με τη μορφή υδατανθράκων) σε μικρές ποσότητες και σε τακτά χρονικά διαστήματα, ώστε να αναπληρώνουμε τα υγρά».
Ο ασθενής πρέπει να αποφύγει τη λήψη στέρεων τροφών, μέχρι την πλήρη αποδρομή της διάρροιας καθώς και τα γαλακτοκομικά προϊόντα, τα οποία μπορεί να επιδεινώσουν τη διάρροια.
Όταν, όμως, νιώσει καλύτερα μπορεί να καταναλώσει μικρές ποσότητες μπανάνας και μήλου, που είναι πλούσιες πηγές καλίου. Έτσι, θα αναπληρώσει άλλον ένα «χαμένο» ηλεκτρολύτη.
Σχετικά με το πότε ο ασθενής πρέπει να επισκεφθεί τον ιατρό του, ο δρ Δημητρίου τόνισε πως αυτό πρέπει να γίνει άμεσα εάν:
– Έχει διάρροιες και πυρετό πάνω από 38º C.
– Έχει διάρροια για πάνω από 2–3 ημέρες.
– Έχει ζαλάδες, στεγνά χείλη ή διψά υπερβολικά (σημεία αφυδάτωσης).
– Κάνει συνέχεια εμετό μία ολόκληρη ημέρα ή δεν μπορεί να πιεί υγρά.
– Έχει έντονους πόνους στην κοιλιά που διαρκούν πάνω από 2 ώρες.
– Υπάρχει αίμα στα κόπρανα.
– Εάν ανήκει σε ευπαθείς ομάδες.
Ο ασθενής πρέπει να επισκεφθεί τα επείγοντα εάν:
– Παρατηρείται υπερβολική αιμορραγία ή μαύρα κόπρανα.
– Έχει υπόταση, σύγχυση.
– Έχει ταχυπαλμίες, αρρυθμίες ή η καρδιά του χάνει παλμούς.
– Αρρωστήσει μετά την κατανάλωση θαλασσινών, μανιταριών ή κονσέρβας.
Κληθείς να επισημάνει πώς ξεχωρίζουμε την τροφική δηλητηρίαση από τη γαστρεντερίτιδα, ο δρ Δημητρίου, εξήγησε πως αυτό δεν είναι πάντα εύκολο και αυτό λόγο των κοινών παθογόνων οργανισμών που τις προκαλούν και της κοινής συμπτωματολογίας.
«Η γαστρεντερίτιδα ή μόλυνση του εντέρου προκαλείται συνήθως από ιούς, βακτήρια, παράσιτα ή τοξίνες. Όταν η πηγή μιας τέτοιας λοίμωξης είναι η μολυσμένη τροφή ή το νερό, προσδιορίζεται ως τροφική δηλητηρίαση. Η γαστρεντερίτιδα είναι μία πολύ κοινή πάθηση που προκαλεί μία σειρά συμπτωμάτων».
Τέλος, ο δρ Δημητρίου αναφέρει ότι, η τροφική δηλητηρίαση μπορεί να επηρεάζει ένα άτομο ή μια ομάδα ατόμων που κατανάλωσαν όλοι το ίδιο μολυσμένο φαγητό. «Συχνότερα συμβαίνει μετά από γεύμα σε πικ–νικ, σχολικές καφετέριες, μεγάλες κοινωνικές εκδηλώσεις ή εστιατόρια».