Σαν σήμερα 19 Νοεμβρίου του 1958, ο σταυραετός του Πενταδακτύλου, Κυριάκος Μάτσης άφηνε την τελευταία του πνοή στο κρησφύγετό του στο Δίκωμο αρνούμενος να παραδοθεί στους Εγγλέζους στρατιώτες. Ήταν από τα δυναμικότερα στελέχη της Οργάνωσης.
Αρχικά του ανατέθηκε ο τομέας Αμμοχώστου και η δημιουργία ομάδων κρούσεως. Τον Αύγουστο του 1955 ανέλαβε ως παγκύπριος σύνδεσμος μεταξύ Διγενή και τομεαρχών, καθώς και άλλων ως υπεύθυνος μεταφοράς οπλισμού και εφοδίων.
Συνελήφθηκε στις 9 Ιανουαρίου 1956 και κρατήθηκε στα κρατητήρια της Ομορφίτας όπου βασανίστηκε ανελέητα από τρεις Άγγλους ανακριτές με σκοπό να προδώσει τον Αρχηγό της ΕΟΚΑ Γεώργιο Γρίβα Διγενή. Δεν το κατάφεραν. Όπως δεν κατάφερε να τον λυγίσει ούτε ο Στρατάρχης Χάρντινγκ, ο αποικιοκράτης κυβερνήτης. Διέθετε την πολιτική κρίση και την ικανότητα να κρίνει πιο ήταν το πραγματικό συμφέρον της Κύπρου. Ανυπόταχτος αλλά και σκεπτόμενος.
Ο Κυριάκος Μάτσης μεταφέρθηκε αργότερα στα κρατητήρια της Κοκκινοτριμιθιάς, εκεί όπου κρατήθηκαν κατά την τετραετία του απελευθερωτικού αγώνα, χωρίς δίκη, περισσότεροι από τρεις χιλιάδες αγωνιστές της ΕΟΚΑ. Είχε τον αριθμό κρατουμένου 196. Για τρεις περίπου μήνες Μάτσης και Τοφιάς συναντιούνταν, αφού διέμεναν σε παράγκες, η μια απέναντι από την άλλη. Ο Κυριάκος Μάτσης δραπέτευσε από τα Κρατητήρια Κοκκινοτριμιθιάς, χαιρετώντας τον μάλιστα, καθώς εκείνη τη στιγμή στεκόταν έξω από την παράγκα του.
Για το συγκεκριμένο περιστατικό ο Ανδρέας Τοφιάς αναφέρει: «Μερικές εβδομάδες ενωρίτερα από το συγκλονιστικό για εμένα γεγονός της δραπέτευσης, είχα στείλει επιστολή/πρόσκληση να με επισκεφθούν στα Κρατητήρια οι κοινοί μας φίλοι, ο Σάββας Ξυστούρης και ο Παναής του Παντελή. Δικαιούμασταν ένα τέταρτο της ώρας να μας επισκεφθούν φίλοι και συγγενείς. Επέλεξα αυτούς τους δύο, γιατί ήθελα να τους μιλήσω για ανθρώπους που πρόδωσαν την Οργάνωση κι έπρεπε να προσέχουν. Ήθελα να τους δω και για άλλα θέματα που αφορούσαν τη Λύση. Είχα λάβει την απάντησή τους ότι θα έρχονταν σε λίγες μέρες.
Η ώρα που επέλεξε ο Κυριάκος να δραπετεύσει ήταν τη στιγμή που σχόλαναν οι εργάτες από τα Κρατητήρια, μπήκε ανάμεσά τους, ντυμένος κι αυτός εργάτης και κατόρθωσε να βγει εκτός των Κρατητηρίων χωρίς να γίνει αντιληπτός από τους Άγγλους. Την ώρα εκείνη και χωρίς να γνωρίζω ότι θα έβγαινε εκτός των Κρατητηρίων, του φώναξα ‘Κυριάκο, σε λίγες μέρες θα έρθουν οι Ξυστούρης και Παναής να μας επισκεφθούν’. ‘Εντάξει’, μου απάντησε, ‘να τα πούμε’. Αυτή ήταν η τελευταία κουβέντα που κάμαμε. Δεν γνώριζα ότι δεν θα τον ξανάβλεπα. Αν ζούσε ο Κυριάκος Μάτσης, έτσι όπως ξεχώρισε τότε, σίγουρα θα ήταν πολύ διαφορετικά τα πράγματα για την Κύπρο».
Ο Γρίβας γνώριζε για την απόδραση
Την απόδραση του Κυριάκου Μάτση από την Κοκκινοτριμιθιά περιγράφει και ο αδελφός του, Γιαννάκης: «Κατά την απόδραση επτά κρατουμένων από τα κρατητήρια της Κοκκινοτριμιθιάς, στις 13 Σεπτεμβρίου 1956, ο Κυριάκος μού ανέθεσε το ρόλο του παρατηρητή της απόδρασης, για να είναι σίγουρος ότι η αυτή θα ήτο επιτυχής. Παρακολούθησα τους έξι να φεύγουν και ενημέρωσα τον Κυριάκο, ο οποίος όντας ο εμπνευστής της απόδρασης, αποφάσισε να δραπετεύσει τελευταίος. Δραπέτευσαν οι: Γιωργάλλας Μιχαήλ Θωμά-D.P. 15 από το Μαραθόβουνο, Συμεωνίδης Φειδίας Μιχαήλ-D.P. 264 από τα Λαγουδερά, Παπαχριστοφόρου Ευαγόρας-D.P. 209 από τον Κάτω Αμίαντο, Επαμεινώνδας Γιαννάκης-D.P. 191 από τον Πεδουλά, Λοϊζου Τεύκρος Θεοδώρου-D.P. 232 από το Καλό Χωριό Λεύκας και Αριστείδου Παναγιώτης-D.P. 220 από τους Εργάτες.
Ο Κυριάκος είχε επικοινωνία με τον Αρχηγό Διγενή, ο οποίος έδωσε την συγκατάθεσή του για πραγματοποίηση αυτής της απόδρασης. Κατά την φυγή του συνάντησε τυχαία τον Τοφιά, χωρίς να του πει εκείνη τη στιγμή ότι δραπέτευε. Μετά τη δραπέτευση, ένα αυτοκίνητο τους μετέφερε ως ένα σημείο και από εκεί κατευθύνθηκαν με τα πόδια στα βουνά της Πιτσιλιάς.
Οι επτά χωρίστηκαν και μαζί με τον Κυριάκο Μάτση παρέμειναν ο Γιαννάκης Επαμεινώνδας και ο Τεύκρος Λοΐζου. Αφού εγκαταστάθηκαν κάτω από μια συστάδα πεύκων, έναντι του χωριού Λαγουδερά, ο Κυριάκος απέστειλε τους Επαμεινώνδα και Λοΐζου να ζητήσουν συνάντηση με τον Γρηγόρη Αυξεντίου.
Ο υπεύθυνος της ΕΟΚΑ στα Λαγουδερά, Μιχαλάκης Ελευθερίου, αρνείτο ότι γνώριζε οτιδήποτε, με αποτέλεσμα τη δεύτερη μέρα, ο Κυριάκος να αναγκαστεί να του αποκαλύψει την ταυτότητά του. Ο Αυξεντίου μόλις έμαθε ποιος τον έψαχνε ζήτησε να οδηγήσουν τον Κυριάκο αμέσως κοντά του. Η συνάντηση των δύο εξελίχθηκε σε κλίμα μεγάλης συγκίνησης και εναγκαλισμών των δύο αδελφικών φίλων.
Ο Κυριάκος και ο Γληόρης παρέμειναν στο Παλαιχώρι και μετά πήγαν στον Αγρό. Έπειτα, ο Κυριάκος έφυγε για τη Ζώδια και αργότερα για τον Καραβά, αναλαμβάνοντας επικεφαλής της ΕΟΚΑ στον Πενταδάκτυλο και την επαρχία Κερύνειας. Μόλις μαθεύτηκε η απόδραση των επτά κρατουμένων από τα Κρατητήρια της Κοκκινοτριμιθιάς, ο βρετανός διευθυντής των Κρατητηρίων έτρεξε καταϊδρωμένος στην παράγκα μας και ρώτησε αμέσως: “Where is Matsis?” Κανένας δεν ανταποκρίθηκε και αμέσως αντιλήφθηκε την απόδραση του Κυριάκου».
«Μα ποιος μα κόβει της Λατζιές;»
O Γιαννάκης Μάτσης, συνεχίζει να περιγράφει ένα άλλο γεγονός: «Πρόσφατα επισκέφθηκα το κρησφύγετο της ΕΟΚΑ στην κορυφή της Παπούτσας στο Παλαιχώρι. Σε αυτό το κρησφύγετο έμειναν σημαντικοί αγωνιστές της ΕΟΚΑ. Τροφοδότης του κρησφύγετου ήτο ο γέρο Κουφκής, ο οποίος όταν σε μια περίπτωση διέκρινε βρετανούς στρατιώτες στην περιοχή άρχισε να φωνάζει: «Μα ποιος μας κόβει τις λατζιές; Ποιος;». Τι ς λατζιές προηγουμένως είχε φροντίσει ο ίδιος να αποκόψει μερικώς για να δικαιολογήσει τις κραυγές του. Οι κραυγές και η φράση «Μα ποιος μας κόβει τις λατζιές…» ήταν το συνθηματικό για να ενημερωθούν ο Αυξεντίου και οι αγωνιστές για την άφιξη στα λημέρια τους βρετανών στρατιωτών. Ο Αυξεντίου μόλις άκουσε τον γέρο Κουφκή να φωνασκεί για τις λατζιές, διέταξε αμέσως αποχώρηση από την περιοχή».
Σε μια άλλη περιγραφή, ο Γιαννάκης Μάτσης εξιστορεί: «Ο Γρηγόρης Αυξεντίου μού απέστειλε στα Κρατητήρια της Κοκκινοτριμιθιάς τρισέλιδη επιστολή, στην οποία περιέγραφε τον ηρωικό θάνατο του συντρόφου του Μιχαήλ Γιωργάλλα στη μάχη της Ζωοπηγής στις 31/12/1956. Ο Γιωργάλλας ήταν ένας από τους έξι που δραπέτευσαν με τον Κυριάκο Μάτση στις 13/9/1956. Την επιστολή έγραψε ο Γληόρης καθήμενος σε μια μεγάλη πέτρα εκτός του κρησφύγετου της Παπούτσας. Μου ζήτησε να τη διαβάσω στους αδελφούς του Γιωργάλλα που ήταν μαζί μου στα Κρατητήρια κι αυτό έπραξα. Η συγκίνηση όλων μας, όταν διάβαζα την επιστολή στα κρατητήρια, ενώπιον των αδελφών του Μιχαήλ Γιωργάλλα, δεν περιγράφεται».
Ο Αρχηγός Γεώργιος Γρίβας Διγενής, εξέδωσε διαταγή με την οποία εξήρε τον ήρωα Μάτση: «Ο ηρωικός θάνατος του Κυριάκου Μάτση χαράσσει τον αιματοβαμμένο δρόμο, που κάθε αγωνιστή μας θα ακολουθήση, για να αντιμετωπίσει τον τύραννον, με το δάκτυλο στην σκανδάλη και με τη σταθεράν απόφασιν να τον συντρίψει ή να πέσει ο ίδιος. Δείχνει σε κάθε Κύπριον Έλληνα τον δρόμο της τιμής και του καθήκοντος…. Τέτοια λεβεντογεννιά, με ηρωικούς νεκρούς και τιτάνες αγωνιστές, ποτέ δε πεθαίνει, αλλά πάντα νικά. ΖΗΤΩ ΟΙ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΜΑΣ».
Το μεγαλείο της αιματοβαμμένης δόξας
Ο βετεράνος δημοσιογράφος Γλαύκος Παναγιώτου (Ξένος) κλήθηκε να καλύψει για την εφημερίδα «Έθνος» τον ηρωικό θάνατο του Κυριάκου Μάτση στο Δίκωμο. Έγραψε τα ακόλουθα συγκλονιστικά όταν αντίκρυσε τον Μάτση νεκρό στο κρησφύγετό του στις 19 Νοεμβρίου 1958:
«Στο βάθος της κρύπτης (κρησφύγετο) βρισκόταν ακρωτηριασμένος κι αιμόβρεκτος ο θαρραλέος μαχητής. Καμιά σύσπαση, καμιά έκφραση πόνου δεν διαγραφόταν στο πρόσωπό του, παρά τα άγρια και φοβερά τραύματά του. Ένα υπερκόσμιο χαμόγελο υψίστης ικανοποιήσεως ήταν ζωγραφισμένο στη γαλήνια μορφή του.
Το θέαμα δεν ήταν καθόλου αποτρόπαιο. Το αμυδρό φως του ηλεκτρικού φαναριού που κρατούσα στο χέρι μου σκορπιζόταν πάνω στο υποβλητικό μεγαλείο της αιματοβαμμένης δόξας, χωρίς να προκαλεί αίσθημα αποτροπιασμού. Ήταν η γαλήνια μορφή και το χαμόγελο του ήρωα που επισκίαζαν τη φρίκη της αιματηρής τραγωδίας.
Ήταν το χέρι του, που ακουμπισμένο στη σκανδάλη του οπλοπολυβόλου διέγραφε ένα υποβλητικό μεγαλείο ύστατης αγωνιστικής διάθεσης που επισκίαζε την εικόνα του θανάτου. Ήταν η ψυχή του, που αθάνατη χώρεσε την τεράστια δόξα του. Ήταν η συγκίνηση που μου’ πνιξε το στήθος. Δεν ξέρω. Θυμούμαι όμως ακόμη την εικόνα εκείνη των λίγων λεπτών μπροστά στον νεκρό Μάτση μ’ ένα αίσθημα θαυμασμού. Την θυμούμαι σαν έναν πίνακα ζωγραφικής».
Το μεγαλύτερο πνεύμα του πλανήτη, ο Πλάτων, είπε «υπερβείτε για να ανεβείτε». Αυτό ακριβώς έπραξε και ο Κυριάκος Μάτσης. Και υπερέβη και ανέβη. Προχώρησε αμείλικτος, ακόμη και μέσα στο σκοτάδι ως αληθινό φωτόδεντρο. Σύμβολο του πνεύματος ως άλλο άλας της γης της Κύπρου. Έτσι ακριβώς όπως έγραψε και ο κορυφαίος Έλληνας ποιητής και βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας, Οδυσσέας Ελύτης: «Προχώρησε αμείλικτος μέσα στο φως, όπως ο Ιησούς Χριστός. Γνήσιο άλας της γης».