Η δεκάχρονη Παναγιώτα δεν γύρισε ποτέ ζωντανή. Μετά την τουρκική εισβολή βρέθηκε στην Ελλάδα μαζί με τον αδελφό της Γιώργο, ο οποίος τότε ήταν 11 χρόνων (και με χιλιάδες άλλα παιδιά) με σκοπό να φιλοξενηθούν από οικογένειες, ιδρύματα και την ίδια την Εκκλησία.
Φιλοξενήθηκε σε οικοτροφείο και ο Γιώργος στο σπίτι οικογένειας στην Ηλεία. Μια μέρα, μετέφεραν τον Γιώργο στο οικοτροφείο της Παναγιώτας και με έκπληξη είδε μπροστά του τον πατέρα του. Αυτός τον πήρε παράμερα και του είπε, ότι η Παναγιώτα βρισκόταν πλέον στη γειτονιά των αγγέλων. Ήταν μια ώρα πριν την κηδεία. Αρχικά δεν το πίστεψε. Τα χρόνια πέρασαν και μέχρι σήμερα το φέρει βαρέως, επειδή είχε υποσχεθεί, έστω και αν ήταν 11 χρόνων, να προσέχει την αδελφή του.
Η Παναγιώτα ενταφιάστηκε στην Ηλεία και μεταγενέστερα τα λείψανα της παραλήφθηκαν και θάφτηκαν στην πατρώα γη, κάτω από το ελαφρύ χώμα των Καπέδων, όπου στις 3 Δεκεμβρίου θα τελεστεί το μνημόσυνο της. Και αν υπάρχουν τέσσερις λέξεις να πει κάποιος τρίτος, είναι «αιωνία της η μνήμη».
Τη συγκλονιστική αυτή ιστορία μας διηγήθηκε χθες ο 11χρονος (τότε) αδελφός της. Ο σημερινός κ. Γιώργος Νικολάου, μας μίλησε με αφορμή την παρουσία ενώπιον της κοινοβουλευτικής επιτροπής Προσφύγων, παιδιών που φιλοξενήθηκαν στην Ελλάδα μετά την τουρκική εισβολή.
«Μας έστειλαν οι γονείς μας στον Πύργο Ηλείας και η επιλογή ως προς το πού θα φιλοξενείτο ο καθένας έγινε στο οικοτροφείο που ήμασταν και όπου είχαν φτάσει οικογένειες οι οποίες ενδιαφέρθηκαν να φιλοξενήσουν κάποιους από εμάς. Εγώ έτυχε να πάω στο σπίτι μιας οικογένειας ενώ η αδελφή μου έμεινε στο οικοτροφείο, όπου και συνέβη ό,τι συνέβη».
Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ο κ. Νικολάου ανέφερε ότι τον οδήγησαν στο οικοτροφείο δύο φορές και εκεί συναντήθηκε με την αδελφή του.
«Θυμάσαι να ήταν άρρωστη»;
Όχι δεν γνώριζα τίποτε και πληροφορήθηκα τα θλιβερά νέα μία ώρα πριν την κηδεία της Παναγιώτας. Όταν με μετέφεραν εκεί, με έκπληξη είδα μπροστά μου τον πατέρα μου. Με πήρε σε μια άκρη και μου είπε ότι χάσαμε την Παναγιώτα, ότι απέθανε. Δεν τον πίστεψα και ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που του είπα «είσαι ψεύτης». Ήταν δύσκολη ώρα. Δεν ήξερα τι είχε συμβεί.
Μια άλλη αδελφή μου, η οποία ήταν λίγο πιο μεγάλη από εμένα, μου είχε πει αργότερα, ότι έστειλαν στον πατέρα μας κάποια ενημέρωση από το Υπουργείο σχετικά με την απώλεια της Παναγιώτας. Προσωπικά δεν διάβασα τα σχετικά έγγραφα και ούτε καν τα είδα μπροστά μου. Δυστυχώς τα έγγραφα αυτά χάθηκαν σε κάποια από τις μετακομίσεις της οικογένειας. Η αλήθεια είναι ότι ήθελα να γνωρίζω τι αναφερόταν στα σχετικά έγγραφα, τα οποία προφανώς αναφέρονταν στη νεκροψία, στα αίτια θανάτου κ.ο.κ..
Εκ των υστέρων αντιλαμβάνομαι ότι η απώλεια της Παναγιώτας μου στοίχισε περισσότερο μετά, όταν συνειδητοποίησα πλήρως ότι είχε φύγει. Η Παναγιώτα ήταν 10 χρόνων κι εγώ 11 και, όσο μικρός και αν ήμουν, έδωσα υπόσχεση ότι θα την προσέχω, κάτι το οποίο δεν ξεπέρασα. Όσο μεγάλωνα, τόσο και πιο βαρέως το έφερα. Ήμασταν στην ίδια ηλικία οπόταν ήμασταν συνδεδεμένοι.
Οι γονείς μας απέκτησαν πέντε κόρες κι εγώ ήμουν το έκτο παιδί. Με την Παναγιώτα πήγαμε στην Ελλάδα με την πρώτη αποστολή παιδιών αλλά στη συνέχεια πήγαν και άλλα παιδιά μέσω άλλων προγραμμάτων. Μέσω της συνεργασίας της ΑΗΚ από την Κύπρο και της ΔΕΗ στην Ελλάδα, πήγαν και δύο αδελφές μου οι οποίες φοιτούσαν στο γυμνάσιο.
Εμείς πήγαμε, αν θυμάμαι καλά, κατόπιν ανακοίνωσης του Υπουργείου Παιδείας. Θυμάμαι ότι ήρθε ο μακαρίτης ο πατέρας μου και με ρώτησε αν ήθελα να πάω και απάντησα «ναι». Στην ηλικία των 11 χρόνων δεν είχαν ταξιδέψει πολλοί με το πλοίο και εξάλλου δεν συνειδητοποιούσαμε τι σήμαινε μια τέτοια απόφαση.
Ζητούν τα επίσημα έγγραφα
Ενώπιον της κοινοβουλευτικής επιτροπής Προσφύγων βρέθηκε χθες ο Ανδρέας Θεοδοσίου και ο δημοσιογράφος Μιχάλης Μιχαήλ, που είχαν φιλοξενηθεί στην Ελλάδα μετά την τουρκική εισβολή. Ζήτησαν όπως τους δοθούν τα αρχεία τα οποία σχετίζονται με την τότε εποχή και τα οποία μέχρι σήμερα βρίσκονται κλειδωμένα σε κάποια συρτάρια. Μάλιστα όπως ανέφεραν, ένα από τα έγγραφα αυτά αποτέλεσε την αφορμή να εκδοθεί και το πιστοποιητικό θανάτου, ο οποίος φαίνεται να αποδόθηκε σε καρδιακό επεισόδιο.
Ο κ. Ανδρέας Θεοδοσίου ανέφερε, ότι με έγκριση του Υπουργείου Παιδείας η εμπειρία των παιδιών του 1974 μεταφέρεται στα παιδιά των δημοτικών, των γυμνασίων και των λυκείων. Όπως είπε, μέχρι σήμερα έγιναν επισκέψεις σε 58 σχολεία και εξέφρασε ικανοποίηση για το γεγονός πως ούτε οι καθηγητές ούτε οι μαθητές βγαίνουν από την τάξη όταν κτυπήσει το κουδούνι. Μας βομβαρδίζουν με ερωτήσεις και ζητούν ενημέρωση για όλα, κάτι το οποίο εκλαμβάνουμε ως επιθυμία να ενημερωθεί η νέα γενιά από αυθεντικές πηγές από ανθρώπους που έζησαν κάποια γεγονότα, παρά από τον ιστορικό του μέλλοντος, είπε ο κ. Θεοδοσίου. Ο ίδιος δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο, το ενδιαφέρον να πηγάζει και από το γεγονός, ότι αυτοί που αφηγούνται τα τότε δεδομένα, βρίσκονταν περίπου στην ίδια ηλικία που βρίσκονται και οι σημερινοί μαθητές. Στα παιδιά που μεγάλωσαν (πλέον), δίνεται χρόνος 45 λεπτών να αναπτύξουν τις εμπειρίες τους.
Αξίζει να σημειωθεί, πως το κόστος για τις εκδηλώσεις που πραγματοποιούν, αναλαμβάνουν οι ίδιοι και διερωτήθηκαν αν είναι δυνατόν να καλύπτονται έστω και τα οδοιπορικά.
Ο κ. Μιχάλης Μιχαήλ ανέφερε ότι γονείς σημερινών μαθητών οι οποίοι ενημερώνονται για τις διαλέξεις που δίνονται, επικοινωνούν και σχολιάζουν το γεγονός ότι μικρά παιδιά ταξίδεψαν στην Ελλάδα ασυνόδευτα. Ανέφερε επίσης, πως οι ενημερώσεις στα σχολεία αποτελούν έμπρακτη διατήρηση του «Δεν ξεχνώ».
Σημειώνεται, πως επισήμως στην Ελλάδα φιλοξενήθηκαν πάρα πολλά παιδιά. Οι εκπρόσωποι των τότε παιδιών, τόνισαν ότι θα θυμούνται πάντα με ευγνωμοσύνη την προφορά του ελληνικού λαού και φορέων, όπως η Εκκλησία, που αγκάλιασαν τα κατατρεγμένα παιδιά της τουρκικής εισβολής.
Εις ένδειξη ευγνωμοσύνης θα τιμηθεί και ο μακαριστός Μητροπολίτης Ηλείας Αθανάσιος, ο οποίος αγκάλιασε με στοργή την όλη προσπάθεια της φιλοξενίας. Θα τιμηθεί επίσης κοινότητα η οποία φιλοξένησε 11 Κυπριόπουλα.
Όπως είχαν αναφέρει οι ίδιοι οι φιλοξενούμενοι, σε προηγούμενη συνεδρία της κοινοβουλευτικής επιτροπής Προσφύγων, οικογένειες στην Ελλάδα, παρόλη τη φτώχεια τους, συμπεριφέρονταν στα παιδιά της Κύπρου ωσάν να ήταν μέλη της δικής τους οικογένειας, αγοράζοντας τους ακόμη και ρούχα και παπούτσια. Τα τότε παιδιά απέκτησαν δικά τους παιδιά και αυτά γνωρίστηκαν και ανέπτυξαν φιλίες με τα παιδιά των οικογενειών της Ελλάδας που προσέφεραν τη φιλοξενία τους.