Πράγματα και θαύματα που αφορούν τα τεκταινόμενα σε σχέση με το πρόγραμμα πολιτογραφήσεων ξένων επιχειρηματιών και επενδυτών, αναφέρονται σε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μετά που πολιτογραφιθέντας έχασε το «χρυσό διαβατήριό» του και διαμαρτυρήθηκε για το ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του.

Πρόκειται για τρία πρόσωπα από την Καμποτία, ζεύγος και υιός, τα οποία σύμφωνα με την έκθεση ημερ. 2/9/2020 της τριμελούς Επιτροπής η οποία συστάθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο τον Νοέμβριο του 2019 για τον έλεγχο πολιτογραφήσεων επενδυτών, είχαν πολιτογραφηθεί με ψευδείς παραστάσεις και ή απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, όπως π.χ. ότι λόγω των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων στη χώρα τους, ανεστάλη η χρηματοδότηση της χώρας τους από τη Διεθνή Τράπεζα. Στις 2/12/2021 το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε τη στέρηση της ιδιότητας του πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας από τα εν λόγω πρόσωπα.

Ο αιτητής προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο διαμαρτυρόμενος για το ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του, υποστηρίζοντας ότι αυτό έγινε καθ’ υπέρβαση εξουσίας από το κατώτερο Δικαστήριο στη βάση του ότι δεν υπήρχε μαρτυρία η οποία δημιουργούσε εύλογη υποψία πως συνδέεται με τα υπό διερεύνηση αδικήματα, κάποια εκ των οποίων δεν μπορούσε εξ αντικειμένου να διαπράξει και εν πάση περιπτώσει δεν στοιχειοθετείτο η αναγκαιότητα έκδοσης του. Το Ανώτατο επικαλέστηκε τον όρκο του αστυνομικού που συνόδευε την αίτηση στη βάση του οποίου εκδόθηκε το ένταλμα σύλληψης εναντίον του Καμποτιανού στον οποίο γινόταν αναφορά για συνολικά 19 αδικήματα τα οποία φέρονται να διαπράχθηκαν στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά τα έτη 2012-2021 και σχετίζονται με το κυπριακό επενδυτικό πρόγραμμα και τις κατ’ εξαίρεση πολιτογραφήσεις ξένων επενδυτών.

Το Δικαστήριο στην απόφασή του τονίζει ότι δεν υιοθετεί τη θέση του αιτητή ότι η προσαχθείσα ένορκη μαρτυρία δεν είναι ικανή να δημιουργήσει εύλογη υποψία περί της διάπραξης αδικήματος από τον ίδιο. «Η εν λόγω μαρτυρία υποστηρίζει τις υπόνοιες ότι υπήρχε ένα σχέδιο οργανωμένο και συντονισμένο, με την ανάμειξη δικηγορικού γραφείου στην Κύπρο και ενός μεγάλου πλέγματος εταιρειών εγγεγραμμένων τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό, οι οποίες ασχολούνταν με την προσέλκυση επενδυτών με απώτερο σκοπό την εξασφάλιση κατ’ εξαίρεση πολιτογράφησης αυτών και των οικογενειών τους.

«Σε αυτό το πλαίσιο», συνεχίζει η δικαστής Έλενα Εφραίμ, «οι υπόνοιες ενισχύονται από μαρτυρία περί του ότι οι αιτήσεις πιστοποιούνταν από Πρωτοκολλητές στην απουσία των αιτητών, αποκρύπτονταν στοιχεία από τα αρμόδια υπουργεία για σκοπούς έγκρισης των αιτήσεων, υπήρχαν πιέσεις για την έγκριση των αιτήσεων με ανεπαρκή στοιχεία, έγιναν συμβάσεις με αιτήματα για μειωμένο συντελεστή ΦΠΑ, κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας, χρησιμοποιήθηκαν εικονικές συναλλαγές και συμφωνίες και εικονικά ή πλαστά έγγραφα, και μαρτυρία περί του ότι τελικώς ενώ τα χρήματα των επενδυτών έπρεπε να παρέμεναν στην Κύπρο για συγκεκριμένο απαιτούμενο χρονικό διάστημα, αυτά πολύ πιο σύντομα κατέληγαν πίσω στο εξωτερικό στις εταιρείες. Όλες οι εμπλεκόμενες εταιρείες», προσθέτει η δικαστής, «φέρονται να έχουν ως τελικό πραγματικό δικαιούχο τον αιτητή, ο οποίος, μάλιστα, φαίνεται να χρησιμοποίησε τις ίδιες μεθόδους για να εξασφαλίσει και τη δική του κατ’ εξαίρεση πολιτογράφηση. Η ιδιότητα του αιτητή ως διευθυντή ή μετόχου των εταιρειών δεν θα πρέπει να ιδωθεί αποσπασματικά και μικροσκοπικά, αλλά στο σύνολο της μαρτυρίας η οποία τείνει να καταδείξει τέτοιες ενέργειες των εταιρειών του υπόπτου οι οποίες δεν μπορούν να διαχωριστούν από αυτόν και να κριθούν ως εντελώς ανεξάρτητες».

Ακολούθως, η δικαστής προχώρησε και διαχώρισε τα αδικήματα για τα οποία ο αιτητής ήταν ύποπτος, όπως της συνωμοσίας «παρ’ όλο που δεν αναφέρεται ρητώς η όποια συνεννόηση μεταξύ των αναφερόμενων στον όρκο προσώπων και του υπόπτου, εντούτοις, μέσα από το περιεχόμενο του όρκου, τόσο από την περιγραφή όσο και από την αναφορά σε συγκεκριμένες επικοινωνίες και έγγραφα, διαφαίνεται ότι το όλο πλαίσιο γεγονότων ήταν ένα προσχεδιασμένο και συνεννοημένο σχέδιο μεταξύ των εμπλεκομένων. Προκύπτει, επίσης, πως η καταδολίευση αφορά στις κατ’ ισχυρισμό δόλιες ενέργειες οι οποίες είχαν απώτερο στόχο την έγκριση των αιτήσεων πολιτογράφησης.

Όσον αφορά στα αδικήματα της κατάχρησης εξουσίας, παραμέλησης υπηρεσιακού καθήκοντος και δεκασμού δημόσιου λειτουργού, για τα οποία ο αιτητής διατεινόταν ότι δεν μπορούσε να διαπράξει, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι αυτά δύνανται να διαπραχθούν από τους αυτουργούς αλλά και από συνεργούς οι οποίοι, μάλιστα, φέρουν την ίδια ποινική ευθύνη ως οι αυτουργοί και δύνανται να καταδικαστούν ως συνεργοί ακόμη και αν κατηγορούνται μόνο ως αυτουργοί, αρκεί να κριθεί ότι είχαν την απαραίτητη γνώση για τα στοιχεία που συνιστούν το αδίκημα.

Άδεια για αμφισβήτηση τεσσάρων αδικημάτων

Το Δικαστήριο βρήκε, όμως, ότι για τα αδικήματα του περί όρκων Νόμου, περί πιστοποιούντων υπαλλήλων, διαφθοράς και κατά παράβαση του νόμου ΦΠΑ, παρ’ όλο που δικαιολογείτο για τα υπόλοιπα 15 αδικήματα η έκδοση εντάλματος σύλληψης του αιτητή, ότι δεν αναφέρονταν λεπτομέρειες του αδικήματος, γι’ αυτό του έδωσε άδεια να καταχωρίσει διά κλήσεως αίτηση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari, δηλαδή για ακύρωση του εντάλματος μόνο για τα τέσσερα αυτά αδικήματα. Η αίτηση να καταχωριστεί σε πέντε μέρες και να επιδοθεί στον Γενικό Εισαγγελέα τουλάχιστον τρεις μέρες πριν τη δικάσιμο. Εφόσον καταχωριστεί, η Πρωτοκολλητής να την ορίσει στις 9/11/23 στις 9:00μ.μ. για οδηγίες. Απέρριψε, παράλληλα, την αίτηση αναφορικά με τα υπόλοιπα αδικήματα.

Σημειώνεται ότι ιδιαίτερης σημασίας είναι οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στον όρκο του αστυνομικού και αναφέρονται στην απόφαση, στη βάση του οποίου εξασφαλίστηκε το ένταλμα σύλληψης του αιτητή:

>> Κατόπιν διατάγματος κατακράτησης των τεκμηρίων, αυτά ανοίχθηκαν και διεφάνη ότι συνήφθησαν έγγραφα για την αγορά μετοχών της ΧΧΧ με αιτήσεις για διεκδίκηση μειωμένου συντελεστή ΦΠΑ, καθώς και ενοικιαστήρια και άλλα έγγραφα. Ο μειωμένος συντελεστής απαγορεύεται από τον Νόμο του ΦΠΑ του 2000 και επειδή τέτοιες αιτήσεις είχαν εγκριθεί, αυτό προκάλεσε απώλεια εσόδων ύψους €70.000 για κάθε περίπτωση στο κράτος. Μέχρι στιγμής εντοπίστηκαν δέκα τέτοιες αιτήσεις.
>> Σε ηλεκτρονική αλληλογραφία, διαφαίνεται ότι το δικηγορικό γραφείο ΧΧΧ διατηρούσε σχέση με σημαίνοντα στέλεχος της κυβέρνησης, ο οποίος βοηθούσε το γραφείο με απώτερο σκοπό το οικονομικό όφελος.
>> Σύμφωνα με τα στοιχεία, φαίνεται ότι με την καθοδήγηση δικηγόρου ετοιμάστηκαν εικονικά τιμολόγια και συμφωνία δανείου για να δικαιολογηθεί η μεταφορά των χρημάτων. Το ποσό της μεταφοράς παρουσιάζεται ως δάνειο, αλλά, ταυτόχρονα, χρησιμοποιήθηκε και ως δικαιολογητικό για την κατ’ εξαίρεση πολιτογράφηση του ΧΧΧ, χωρίς να αποκαλυφθεί σε οποιοδήποτε υπουργείο ο δανεισμός. Παρ’ όλο που τα χρήματα έπρεπε να βρίσκονταν στην Κυπριακή Δημοκρατία για τρία έτη, εντούτοις, επιστράφηκαν στον επενδυτή με την αποπληρωμή του δανείου εντός ενός έτους.