Θέμα διάκρισης και ανισότητας που συνδέεται άμεσα με τη μεταρρύθμιση της δικαιοσύνης, θέτει ο δικηγόρος Ανδρέας Σ. Αγγελίδης, με προχθεσινή επιστολή του προς τον νέο πρόεδρο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, Μιχάλη Βορκά.

Ζητά, ταυτόχρονα, την ανάληψη πρωτοβουλιών για αποκατάσταση της εν λόγω στρέβλωσης και κατ’ επέκταση προστασία των πολιτών, κοινοποιώντας τις γραπτές του θέσεις και στην Πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων, Αννίτα Δημητρίου, αλλά και στον Γενικό Εισαγγελέα, Γιώργο Σαββίδη.

Το ζήτημα προκύπτει από τον Περί Απονομής Δικαιοσύνης τροποποιητικό Νόμο που τέθηκε σε ισχύ από τον Ιούλιο του 2023. Ο κ. Αγγελίδης, αναφέρει ότι με βάση τις πρόνοιες της εν λόγω νομοθεσίας παρέχεται η δυνατότητα για τριτοβάθμια εξέταση μόνο για τις εκκρεμούσες εφέσεις που καταχωρήθηκαν μετά τις 31η Δεκεμβρίου του 2017.

Επισημαίνει ότι, αντίθετα, οι εφέσεις που αναμένουν από πιο πολλά έτη ορισμό για εκδίκαση «αναίτια και άνισα εκδικάζονται απ’ ευθείας από το Συνταγματικό Δικαστήριο με τριμελή σύνθεση». Και προσθέτει, χαρακτηριστικά, ο κ. Αγγελίδης: «Το ίδιο, δηλαδή, αίτημα έφεσης, που ήδη ασκήθηκε δυνάμει του Νόμου 33/64 από δυο πολίτες και ετύγχανε της ίδιας δικαστικής μεταρρύθμισης πριν την τροποποίηση που εισήγαγε ο Νόμος 145(Ι)/22, τώρα διαχωρίζεται με βάση την 31/12/2017 και διακρίνεται με την πρόβλεψη μιας αυθαίρετης, χωρίς λόγον ή αιτία και κατ’ άνιση διάκριση με βάση μια ημερομηνία (31/12/2017). Διαφοροποίηση η οποία παραβιάζει και διχοτομεί το ισότιμο δικαίωμα καταφυγής στη δικαιοσύνη (Άρθρα 30 και 28 του Συντάγματος). Μια διάκριση αντίθετη και στο καθήκον σεβασμού του δικαιώματος αυτού κατά το Άρθρο 35 του Συντάγματος».

Προς υποστήριξη των θέσεων του ο γνωστός δικηγόρος παραθέτει άρθρο της νομοθεσίας, αλλά και σημαντικά γεγονότα –με χρονολογική σειρά– αναφορικά με τη μεταρρύθμιση δικαιοσύνης. Εν συνεχεία, καταθέτει τη δική του εμπειρία, ως δικηγόρου που χειρίστηκε έφεση πολίτη.

Σημειώνει ενδεικτικά, ανάμεσα σ’ άλλα: «(…) μια από χρόνια αναμένουσα να τύχει εκδίκασης έφεση όπως όλες οι εκκρεμούσες, τελικά έτυχε διαφοροποίησης (μάλιστα αφού ορίστηκε αναρμόδια για ακρόαση πριν την 1/7/2023) και “δικάστηκε” απ’ ευθείας μετά από τρεις Δικαστές του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, χωρίς δικαίωμα για τριτοβάθμια κρίση από την Ολομέλεια του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου». Και συνεχίζει: «Είναι αδιανόητο το ίδιο δικαίωμα έφεσης, κοινό και ίσο για κάθε διάδικο (Άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος), που διαφωνεί με μια πρωτόδικη απόφαση να διαχωρίζεται αιφνίδια από τον Νομοθέτη σε σχέση προς τον τρίτο βαθμό δικαιοδοσίας με τρόπο ώστε να στερούνται αυτού του δικαιώματος οι πολίτες που εκείνοι που καταχώρησαν Έφεση πριν το 2018!». Ο Ανδρέας Αγγελίδης διερωτάται: «Αλήθεια πώς και γιατί επιλέγηκε η 31/12/2017 ως “διαχωριστική γραμμή”;».

Στην έκτασης τριών σελίδων επιστολή του, σχολιάζει ότι θεωρεί πως υπάρχει «άνιση, ακατανόητη και άδικη μεταχείριση, που για άγνωστο λόγο και κατά παραβίαση της διάκρισης των εξουσιών, εισήγαγε ο Νομοθέτης και η οποία δεν αμφισβητήθηκε με αναφορά έγκαιρα τότε ο Πρόεδρος για να κριθεί προληπτικά».

Παρουσιάζει και απόσπασμα στο οποίο το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο με απόφασή του την περασμένη Δευτέρα (16/10) απέρριψε την επίδικη αίτηση για άδεια προς τριτοβάθμια εκδίκαση, αλλά την ίδια στιγμή δείχνει να αναγνωρίζει το εύλογο των επιχειρημάτων του κ. Αγγελίδη. Το δικαστικό Σώμα, αφού πρώτα αναφέρει ότι άκουσε με ιδιαίτερη προσοχή τα όσα είπαν οι δικηγόροι, συμπληρώνει: «Ιδίως, τα ενδιαφέροντα επιχειρήματα του κ. Αγγελίδη και τη θέση του περί δημιουργίας ανισότητας, λόγω εκδίκασης των αναθεωρητικών εφέσεων μέχρι και το 2018 από το Συνταγματικό Δικαστήριο (…)».