Η επιβολή στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα από τη Χούντα των συνταγματαρχών την 21η Απριλίου 1967 σήμανε την απαρχή των δεινών του τόπου μας, με αποκορύφωμα το προδοτικό πραξικόπημα κατά της νόμιμης κυβέρνησης του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, στις 15 Ιουλίου 1974.
Η Τουρκία, που καραδοκούσε για χρόνια καταστρώνοντας σχέδια στρατιωτικής εισβολής, βρήκε την αφορμή που αναζητούσε, για να δώσει νομιμοφάνεια στα άνομα σχέδιά της. Η Κύπρος, προδομένη και ανυπεράσπιστη, χωρίς ηγεσία, σε συνθήκες σύγχυσης και διάλυσης, κλήθηκε να αντιμετωπίσει την πάνοπλη Τουρκία. Για την κατάσταση που επικρατούσε στην Εθνική Φρουρά πριν από την εκδήλωση του πραξικοπήματος και στις δύο φάσεις της τουρκικής εισβολής (20 Ιουλίου και 14 Αυγούστου 1974) παρουσιάσαμε την περασμένη Κυριακή την αυθεντική μαρτυρία του Κώστα Παπακώστα, λοχαγού τότε του Εφεδρικού Σώματος, μετέπειτα βουλευτή για τρείς θητείες και υπουργού Άμυνας.
Στο σημερινό δεύτερο μέρος της έρευνας αυτής παρουσιάζουμε μία ακόμη σημαντική, αυθεντική μαρτυρία. Προέρχεται από έναν άνθρωπο που ταύτισε τη ζωή του με τους αγώνες της Κύπρου για ελευθερία. Είναι ο ταξίαρχος εν αποστρατεία Ευτύχιος Σαλάτας από τον Λυθροδόντα, ο οποίος δεν έλειψε από κανέναν αγώνα του πολύπαθου νησιού μας, ήταν πάντα εκεί, μπροστάρης και πρωτοπόρος, από το 1955 μέχρι το 1974, ένα παράδειγμα φιλοπατρίας, αγωνιστικότητας και προσφοράς. Με την εκδήλωση του πραξικοπήματος κλείστηκε και αυτός στη φυλακή, μαζί με τον Πανταζή, τον Παπακώστα και τους άλλους αξιωματικούς του Εφεδρικού Σώματος. Λόγω της μακροχρόνιας φιλίας μου με τον Ευτύχιο, η συνέντευξη έγινε σε κλίμα οικειότητας. Το πλήρες κείμενο των δύο αυτών μαρτυριών μαζί με ανάλογες μαρτυρίες του τότε λοχαγού Στυλιανού Πετάση και του αντιστράτηγου εν αποστρατεία Χριστόδουλου Λευκαρίτη περιλαμβάνεται στο βιβλίο μου «Μνήμη και Τιμή, πεσόντες και αγνοούμενοι του Λυθροδόντα», Λευκωσία 2006, για την ετοιμασία του οποίου πήρα πολλές συνεντεύξεις και από άτομα που πολέμησαν ή πιάστηκαν αιχμάλωτοι.
Η μαρτυρία του Ευτύχιου Σαλάτα:

«Μας έβαλαν φυλακή και παραμείναμε εκεί μέχρι τη μέρα της εισβολής. Το πρωί του Σαββάτου, όταν είδαμε από τα παράθυρα και αντιληφθήκαμε ότι άρχισε η τουρκική εισβολή, φωνάζαμε, ‟ανοίξτε μας, να πάμε στη μάχη, να υπερασπιστούμε την πατρίδα μας”. Τίποτα. Ήταν ένας διοικητής που κρατούσε ένα αυτόματο, έτρεχε μέσα στην αυλή και φώναζε, “τα ελληνικά στρατεύματα μπήκαν στην Κωνσταντινούπολη”. Αυτά έλεγε ο άνθρωπος. Τέτοιες ανοησίες. Εμείς συνεχίσαμε να φωνάζουμε, να μας βγάλουν, για να πάμε στις μάχες.
Η ώρα 11.00, πέρασε έξω από το κελί μας ο Ιάκωβος Συμεωνίδης, Κύπριος αξιωματικός, ένα πολύ καλό παιδί. Του λέω, ‟ρε Ιάκωβε, εν να μας αφήκετε δαμέσα;” Χωρίς να γυρίσει να μας βλέπει, είπε, ‟ακούστε να σας πω, μην φοβάστε τίποτε. Αν δεν σας ανοίξουν, θα πιάσω κούσπους, φτυάρια και θα σας βγάλω”. Συγκινήθηκα εκείνη τη στιγμή, του είπα ‟εντάξει”. Λίγο αργότερα μας άνοιξαν. Πιάνουν εμένα, τον Τσαγκάρη και τον Πανταζή και μας παν κατευθείαν στο ΓΕΕΦ. Μας πήραν στον Σαμψών. Ζήτησε να δει εμένα προσωπικά. Ήρθε, με αγκάλιασε, μου λέει, ‟τώρα θα πολεμήσουμε μαζί”. Του είπα, ‟εντάξει, ρε Νίκο, εντάξει”. Και άρχισε τότε να κατηγορεί τον Μακάριο. Τον διέκοψα και του είπα, ‟ρε Νίκο, για όνομα του Θεού, οι Τούρκοι μπήκαν στην Κύπρο και εσύ τα έχεις με τον Μακάριο ακόμα;” Σιώπησε. Από εκεί μας πήγαν στο Ένατο Τακτικό Συγκρότημα, μας έδωσαν ρούχα και εμένα μου έδωσαν και ένα αυτόματο. Εκεί επικρατούσε μια περίεργη κατάσταση, σαν να μην συνέβαινε τίποτε. Απ’ εκεί, μας διατάζουν να πάμε στον Κύκκο, όπου ήταν οι έφεδροι όλοι που έκαναν επιστράτευση.
“Μπαίνουμε εκεί στην αυλή, τι να σου πω, χάος. Είχε 2-3 χιλιάδες στρατιώτες έφεδρους, περιπλανιόντουσαν μέσα στην αυλή του Γυμνασίου, άλλοι κρατούσαν όπλα, άλλοι ήταν άοπλοι. Μια σύγχυση παντού, δεν ήξεραν τι να κάνουν. Εμείς είχαμε διαταγή να βρούμε τον διοικητή, κάποιο Δημόπουλο, να παρουσιαστούμε κοντά του, να μας δώσει οδηγίες. Τον βρήκαμε, καθόταν περιτριγυρισμένος από κάμποσους στρατιώτες και τους έλεγε ιστορίες. Πήγα κοντά του, του λέω, ‟κύριε διοικητά, είμαι ο λοχαγός Σαλάτας, έχω εντολή να παρουσιαστώ κοντά σας”. ‟Α! Ευτύχιε…” μας ήξερε με τα μικρά μας ονόματα και ζήτησε να συγκροτήσουμε τάγμα. Στην ερώτηση, μα δεν είναι έτοιμο το τάγμα ακόμη, είπε, τώρα θα το συγκροτήσουμε. Αυτή ήταν η κατάσταση. Οι Τούρκοι αποβιβάστηκαν στην Κερύνεια, πέρασαν τόσες ώρες και δεν έγινε τίποτε από τους υπευθύνους. Δεν ήξερε κανένας τι γινόταν. Ούτε εκείνον τον ένοιαζε. Φωνάξαμε, κάναμε γρήγορα συγκέντρωση και συγκροτήσαμε το 301 Τάγμα Εφεδρείας. Ανέλαβα ένα λόχο εγώ, έναν ο Τσαγκάρης και έναν ο Παπακώστας. Ξεκινούμε να πάμε, πού να πάμε; Στο άγνωστο, αφού δεν είχαμε οδηγίες.
Στον Άγιο Ερμόλαο
Μπήκαμε στα αυτοκίνητα και πήγαμε στον Άγιο Ερμόλαο. Εγώ πρώτη φορά πήγαινα στον Άγιο Ερμόλαο. Είχε αρχίσει να νυχτώνει όταν φτάσαμε εκεί. Υπήρχαν υψώματα στα οποία βρίσκονταν κανονικοί στρατιώτες και απέναντι ήταν οι Τούρκοι.
Λέει ο διοικητής ο Δημόπουλος, ‟παιδιά, θα επιτεθούμε στη Φόττα”. Σκοτεινά τώρα, νύκτα. Του λέω, ‟κύριε διοικητά, πού είναι η Φόττα”; Η απάντησή του, “μα ξέρω, παιδί μου; Κατά εδώ πέφτει”. Και μου έδειξε ανατολικά. Πήρα τον λόγο εγώ, δεν φοβόμουνα, του λέω, “κύριε διοικητά, μας διατάζετε να πάμε να κάνουμε μια επίθεση σε χώρο που δεν τον ξέρουμε. Αν μας υποτιμάτε σαν αξιωματικούς, κάτι καταλαβαίνουμε κι εμείς. Γίνεται να πάμε να επιτεθούμε σε χώρο που δεν τον ξέρουμε, να κάνουμε νυκτερινή επίθεση; Χρειάζονται ορισμένες προϋποθέσεις. Πρώτα-πρώτα πρέπει να ξέρουμε ακριβώς πού είναι τα φυλάκιά τους. Δεύτερο, θέλουμε οπλισμό, αυτόματα όπλα, όχι τυφέκια, και θέλουμε και στήριξη πυροβολικού. Όλα αυτά δεν τα έχουμε και μας διατάζετε να πάμε να επιτεθούμε”; Μου λέει, ‟ε τι να κάμω”; Του λέω, ‟εσείς είστε διοικητής, εγώ λέω τη γνώμη μου”. Έμεινε λίγο σκεφτικός, ‟Εντάξει”, μου λέει ‟Θα πάω Λευκωσία”. Ήταν ο Τσαγκάρης εκεί και μου λέει ‟πήγαινε και εσύ μαζί του”. Του λέω ‟εντάξει”. Συμφώνησε και ο διοικητής και πήγα μαζί του. Πήγαμε στη Λευκωσία, εκεί που ήταν το παλιό ΓΣΠ. Εκεί συναντήσαμε έναν Κύπριο συνταγματάρχη, τον Μυριανθόπουλο, έναν πολύ καλό άνθρωπο, που τον είχαν υπό δυσμένεια. Δεν του ανέθεσαν ποτέ αυτού του ανθρώπου τίποτα και ήταν μέσα στον κυπριακό στρατό σαν γραφιάς.
Όχι επίθεση- άμυνα
Μόλις με είδε σηκώθηκε, με αγκάλιασε, με φίλησε και μου είπε εμπιστευτικά: ‟Ευτύχη, πρόσεχε από πίσω σου”. Δεν του έδωσα σημασία εκείνη τη στιγμή, αλλά το κράτησα μέσα μου. Μπαίνουμε μετά στο γραφείο του διοικητή της Ανωτέρας, μόλις είδε τον Δημόπουλο, άρχισε τις φωνές, ‟τι διοικητής είσαι εσύ, άφησες τη μονάδα σου και ήρθες στη Λευκωσία;” Του λέει, “κύριε διοικητά, ένα λεπτό. Με διατάξατε να κάμω επίθεση”. Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη λέξη ‟επίθεση” και του λέει, “όχι, ρε παιδί μου, άμυνα να κάμεις”. Έμεινα άναυδος. Δεν ήξεραν να εφαρμόσουν ούτε διαταγές, ούτε σχέδια, ούτε τίποτε. Βγαίνουμε έξω, γυρίζει και μου λέει: ‟Ρε παιδί μου, ευτυχώς που σου άκουσα”. Πήραμε το αυτοκίνητο και επιστρέψαμε στη μονάδα μας. Ήταν νύκτα και αποφασίσαμε να βγούμε την επομένη στα υψώματα, να κατοπτεύσουμε την περιοχή και να αποφασίσουμε τι θα κάναμε. Την επομένη το πρωί, βγαίνουμε στα υψώματα και βλέπουμε ένα επίπεδο περί τα τρία χιλιόμετρα, γη επίπεδη, χωρίς ούτε ένα δέντρο, τα σπαρτά θερισμένα και απέναντί μας 25 τουρκικά πολυβολεία. Δηλαδή, αν κάναμε την επίθεση το βράδυ, μόνο με μια θεριστική βολή δεν θα γλίτωνε κανένας. Κάποια στιγμή μας επιτέθηκαν οι Τούρκοι με δώδεκα άρματα, πυροβολικό και αεροπλάνα. Πού να πάμε; Ακάλυπτοι. Χωρίς όπλα. Είχα ξαναπάει στη Λευκωσία για να φέρω όπλα αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Στο μεταξύ είχε πληγωθεί και ο διοικητής, ο Δημόπουλος, και έφυγε. Έφυγε επίσης και ο Τσαγκάρης και ανέλαβα και τον δικό του λόχο. Γίνεται η επίθεση, προβάλαμε αντίσταση με όσες δυνάμεις είχαμε, ευτυχώς χωρίς απώλειες. Μετά μας έδωσαν διαταγή, οπισθοχωρήσαμε και πήγαμε στη Σκυλλούρα. Από εκεί μας πήγαν στη Φιλιά. Την ώρα που πηγαίναμε πίσω, δεν είχα πάνω μου βαθμό, διακριτικά, συναντήσαμε κάποιους αξιωματικούς των Ηνωμένων Εθνών, έσκυψα το κεφάλι και έλεγα μέσα μου, πού φτάσαμε να φεύγουμε όπως τους λαγούς. Πολύ στενοχωρήθηκα. Πήγαμε στη Φιλιά, μείναμε μια νύκτα, την άλλη μέρα μας λένε, “κύριοι, να πάτε πίσω στον Άγιο Ερμόλαο και δεν κατελήφθη”. Παίρνουμε τον λόχο ξανά πίσω. Κάναμε μια μέρα, μας ξανακάνουν επίθεση και υποχρεωνόμαστε πάλι να φύγουμε. Πήγαμε στον Κοντεμένο και από εκεί στην Αγία Μαρίνα. Προς τιμή τους οι Μαρωνίτες μας περιποιήθηκαν πολύ. Μας τάισαν, μας έβαλαν στα σπίτια τους, λουστήκαμε. Απ’ εκεί φύγαμε και μας πήγαν στο Τσέρι. Από το Τσέρι την ίδια μέρα, ήρθε σήμα-διαταγή να φύγω, να πάω πίσω στον Καραβά. Την ίδια νύκτα. Αλλοπρόσαλλα πράγματα. Τους λέω, ‟μα, πού να πάω όλη νύκτα; Ούτε αυτοκίνητο έχω ούτε τίποτε”. Παίρνω ένα στρατιώτη και πήγα στη Λευκωσία, στην Τρίτη Ανωτέρα. Εκεί ήταν ο αντιστράτηγος Γεώργιος Αζίνας, Κύπριος, ο μακαρίτης, με είδε, μου λέει, ‟τι είναι Ευτύχη”; Του λέω έτσι και έτσι. ‟ Ήρθα από τις μάχες και τώρα θέλουν να με στείλουν αμέσως στον Καραβά; Προτού να ξημερώσει”; Μου λέει, ‟να μην πας”.
Η μάχη του Καραβά
Την επομένη φεύγω και πάω στον Καραβά. Η εντολή ήταν να πάω στο 256 Τάγμα Πεζικού. Ο διοικητής του 256 ήταν στον Ασώματο, κοντά στη Μύρτου. Πάω στο τάγμα εκεί, παρουσιάζομαι στον διοικητή, του λέω, ‟κύριε διοικητά, είμαι ο λοχαγός Σαλάτας, έχω εντολή να παρουσιαστώ κοντά σας”. Στεκόταν και με έβλεπε με ένα ύφος, σαν να τα είχε χαμένα ο άνθρωπος. Δεν ήξερε τι του γινόταν. Στο τέλος, βγάζει ένα χαρτί από την τσέπη του, μου το δίνει και μου λέει ‟πάρτο”. Το παίρνω, το ανοίγω, ήταν διαταγή, που λίγο πολύ έλεγε ότι εγώ και οκτώ άλλοι αξιωματικοί είμαστε προδότες, επειδή σχολιάζουμε τις αποφάσεις του ΓΕΕΦ, ότι δεν υπακούμε κ.λπ. Μέχρι εκεί έφθασαν. Το έχω ακόμα αυτό το χαρτί. Το παρέδωσα και στην Επιτροπή της Βουλής που εξέτασε τον Φάκελο της Κύπρου. Τελικά, μού έδωσε διαταγή να πάω στη Λάπηθο, να βρω ένα λόχο που τον διοικούσε ένας αξιωματικός εξ Ελλάδος και να τον παραλάβω. Προχωρώ απ’ εκεί, χάος. Δεν ήξερε κανένας τι του γίνεται.
Κόσμος ερχόταν πίσω, αυτοκίνητα, ζώα, στρατιώτες, πολίτες. Ξαφνικά βλέπω μπροστά μου ένα συνάδελφο, τον Χαρούλη. Μου λέει, ‟ρε Ευτύχη, τι γυρέφκεις εσύ δαμέ; Από δω και μπροστά μην πιστέψεις κανέναν αν σου πει τι γίνεται, διότι δεν ξέρει κανένας τι γίνεται”. Εγώ προχώρησα για να βρω τον λόχο που μου είπαν. Βρήκα έναν ταγματάρχη εξ Ελλάδος με τα πολιτικά, του είπα τι γύρευα, μου είπε, ‟βάλε μια φωνή και θα σου απαντήσουν”. Φώναξα, παρουσιάστηκε ένας υπολοχαγός από την Ελλάδα, του εξήγησα ότι υπήρχε διαταγή να τον αντικαταστήσω, για να πάει στη Λευκωσία και ζήτησα να μου παραδώσει τον λόχο. Τους φώναξε εκεί, τους βάζουμε γραμμή τους στρατιώτες, του λέω, ‟πόσοι είναι;” Μου λέει ‟52”. Τους μετρούμε, ήταν 51. Του λέω ‟λείπει ένας”. Κι η απάντησή του, ‟τι να σου πω, κύριε λοχαγέ, δεν ξέρω πού είναι”. Του λέω, ‟μα δεν είναι βελόνι, είναι άνθρωπος που λείπει”. Τέλος πάντων, παίρνω τους 51 στρατιώτες, πάμε στον Καραβά, να βρούμε τον διοικητή εκεί, να μας αναθέσει καθήκοντα.
Ήταν 29 Ιουλίου όταν πήγα εκεί και 3 του Αυγούστου, μέσα στην περίοδο εκεχειρίας, έγινε η μάχη του Καραβά. Πριν την ημέρα της μάχης, μας ειδοποίησαν ότι θα έρθει ένα ελικόπτερο με αγγλική σημαία από κάτω, να μην το πυροβολήσουμε. Έρχεται το ελικόπτερο και προσγειώνεται εκατό με διακόσια μέτρα πίσω από τις θέσεις μας. Παίρνω δύο στρατιώτες και το αυτόματό μου και πήγαμε στο σημείο προσγείωσης. Ήταν ένας Άγγλος ταξίαρχος, ένας Έλληνας ταγματάρχης και δύο Τούρκοι αξιωματικοί που έμειναν μέσα στο ελικόπτερο. Πλησίασα τον Έλληνα ταγματάρχη που τον κατάλαβα από τη στολή, παρουσιάστηκα και του είπα, “κύριε ταγματάρχα, είμαι ο λοχαγός Σαλάτας”. Εκείνος, μόλις με άκουσε να του μιλώ ελληνικά, ενθουσιάστηκε, με άρπαξε από τη μέση, με σήκωσε, με έκανε ένα γύρο και είπε στα αγγλικά στον ταξίαρχο ότι είμαι Κύπριος αξιωματικός. Τι είχε γίνει; Οι Τούρκοι επέμεναν ότι εκείνη η γραμμή ήταν υπό τον έλεγχό τους. Οι δικοί μας δεν ήξεραν ότι εμείς ελέγχαμε την περιοχή. Δεν το γνώριζε ούτε το ΓΕΕΦ. Είναι αυτό που είπα και πριν. Επικρατούσε χάος και οι υπεύθυνοι τα είχαν χαμένα. Δεν ήξερε κανένας τίποτα.
Χωρίς σφαίρες στη μάχη του Καραβά
-Με όσα μου λες, πιστεύεις ότι αν δεν προηγείτο το πραξικόπημα και εφαρμόζονταν τα σχέδια της Εθνικής Φρουράς, θα μπορούσε η Κύπρος να αντισταθεί;
-Βεβαίως. Διότι ο Γρίβας, παρόλα τα λάθη που έκαμε ο μακαρίτης, όταν ήταν διοικητής της ΑΣΔΑΚ, οργάνωσε με ισχυρά όπλα ολόκληρη την αμυντική γραμμή της Κερύνειας. Δυστυχώς, δεν επανδρώθηκαν οι θέσεις μας, δεν έγινε τίποτε. Επιστρέφω στην αφήγησή μου. Όταν έφυγε το ελικόπτερο, πήγα στον διοικητή, του ανέφερα τι έγινε και του είπα ότι θα μας κάνουν επίθεση οι Τούρκοι, διότι θεωρούσαν εκείνη τη γραμμή δική τους. Δεν με άκουσε. Πηγαίνω πίσω, παίρνω τους στρατιώτες του λόχου μου και τους λέω, “βελτιώστε τα ορύγματα, σκάψτε και άλλα, κάμετε λάκκους να μπείτε μέσα, διότι αύριο θα μας κάνουν επίθεση“. Η ώρα έξι το πρωί μας κάνουν πράγματι επίθεση. Η μάχη κράτησε ως τις έξι το απόγευμα. Την άλλη μέρα, μας επιτέθηκαν ξανά. Η μάχη του Καραβά κράτησε δεκαοκτώ ώρες. Κάποια στιγμή με παίρνουν οι διμοιρίτες μου και μου λένε, ‟κύριε λοχαγέ, δεν έχουμε σφαίρες, μας έλειψαν οι σφαίρες”. Τους είπα να περιμένουν. Παίρνω στο τηλέφωνο τον διοικητή και μεταξύ μας γίνεται η ακόλουθη συνομιλία:
-Κύριε διοικητά, δεν μπορώ να αντέξω άλλη επίθεση, διότι μας έλειψαν οι σφαίρες.
-Μα πού είσαι, ρε παιδί μου;
-Μα γιατί με ρωτάτε, κύριε διοικητά; Εγώ είμαι στις θέσεις μου.
-Ρε παιδί μου, μα είσαι ακόμα εκεί;
-Μα εσείς πού είσαστε, από πού μου μιλάτε;
-Από τη Μύρτου. Ετοιμάσου να φύγεις.
Τι έγινε. Έφυγαν οι δύο λόχοι, εμένα με άφησαν και ούτε με ειδοποίησαν ότι φεύγει το τάγμα. Έμεινα εκεί και παραλίγο να εγκλωβιστώ. Ήταν 10.30 τη νύκτα. Δύσκολη η υποχώρηση. Άμα σε πάρει χαμπάρι ο εχθρός είσαι τελειωμένος. Κάλεσα τους ομαδάρχες και τους εξήγησα πώς να υποχωρήσουμε λίγοι-λίγοι και σιγά-σιγά, και τους προκαθόρισα ένα εκκλησάκι ως το σημείο συνάντησης. Έτσι έγινε. Ήλθαν όλοι, τους μέτρησα, ήταν 51. Απ’ εκεί πήγαμε στη Μύρτου. Μετά παρέλευση μερικών ωρών, ο διοικητής μάς ανακοίνωσε ότι δεν υπήρχαν εφεδρείες και ότι ένας λόχος έπρεπε να επιστρέψει ξανά στο μέτωπο. Δεν είχα αμφιβολία ότι θα έστελλε ξανά εμένα. Έτσι και έγινε. Με τη δικαιολογία ότι δεν είχα απώλειες, μου ζήτησε να πάρω τον λόχο μου και να πάω ξανά πίσω. Του είπα, “να πάω, κύριε διοικητά, μόνο να μου δώσετε καθαρές διαταγές. Ποια είναι η αποστολή μου. Δεν θα πάω στα στραβά”. Μου είπε, “θα πας ώσπου έφτασαν οι Τούρκοι. Θα προσπαθήσεις να πλησιάσεις όσο μπορείς πιο κοντά και όταν ξημερώσει, να κάνεις παρατηρητήρια και να μας δίνεις πληροφορίες”. Καταλαβαίνεις πώς ένιωσαν οι έφεδροι στρατιώτες, μετά από εκείνη τη μάχη των δεκαοκτώ ωρών, να τους ζητάς να ξαναπάνε πίσω. Τους ενθάρρυνα και τους διαβεβαίωσα ότι θα τους προστατεύσω. Με ακολούθησαν όλοι δείχνοντας εμπιστοσύνη σε μένα. Φτάσαμε με προσοχή μέχρι τη γραμμή αντιπαράταξης, κάναμε τα παρατηρητήρια και μείναμε εκεί ως τη δεύτερη εισβολή.
-Από την οποία κατορθώσατε να φύγετε χωρίς απώλειες;
-Ναι. Μείναμε ως τις 14 Αυγούστου εκεί. Και παίρνω τότε εντολή να μείνω στη θέση μου και να καλύψω την οπισθοχώρηση μιας διμοιρίας της ΕΛΔΥΚ που ήταν πάνω στον Κόρνο, πάνω από τη Λάπηθο, είναι η τελευταία μύτη του Πενταδακτύλου. Ήταν εκεί πάνω ορισμένες μονάδες και μας ζήτησαν να καλύψουμε την οπισθοχώρησή τους. Μείναμε εκεί μέχρι τις οκτώ τη νύκτα, δεν πέρασε κανένας. Επικοινωνώ με τον διοικητή και γίνεται ξανά η ακόλουθη συνομιλία:
-Κύριε διοικητά, μα τι γίνεται; Δεν πέρασε κανένας.
-Ρε παιδί μου, μα πού είσαι”;
Μα, κύριε διοικητά, πάλι με ρωτάτε πού είμαι; Είμαι στις θέσεις μου.
-Ρε παιδί μου, μα είσαι εκεί;
-Είμαι εδώ. Εσείς από πού μιλάτε;
-Από την Ευρύχου.
Πάλι έφυγαν και μας άφησαν εκεί. Ευτυχώς ήταν ένα αυτοκίνητο εκεί, μπήκαμε μέσα και μόλις καταφέραμε να διαφύγουμε, διότι έσπασε η γραμμή της Σκυλλούρας και, αν καθυστερούσαμε μια-δυο ώρες, θα πέφταμε στα χέρια των Τούρκων.
-Με όλα όσα μου εξιστόρησες, τι μένει σαν τελικό συμπέρασμα σε σένα;
-Το τελικό μου συμπέρασμα; Να πω ότι επίτηδες μας άφησαν δύο φορές μόνους μας ή ότι ήταν η ανικανότητά τους; Δεν μπορώ να πω. Δυστυχώς, τα έχασαν, δεν ήξεραν τι τους γινόταν. Ίσως και εκείνοι να μην περίμεναν ότι θα γίνει εισβολή, αν έτσι τους καθησύχαζαν οι ανώτεροί τους. Η τραγική αλήθεια είναι ότι η τουρκική εισβολή βρήκε την Κύπρο διχασμένη, χωρίς ηγεσία, χωρίς σχέδιο, χωρίς τίποτε. Η ηγεσία της Εθνικής Φρουράς πελαγοδρομούσε, δεν γνώριζε τι δυνάμεις είχε και πού βρίσκονταν οι μονάδες. Απόδειξη αυτό που έγινε μαζί μας. Λόγω αυτού του χάους και αυτής της προδοσίας, είχαμε και τόσες απώλειες.
* Δημοσιογράφος