Με τις κυβερνήσεις να δίνουν σκληρή μάχη για να αναχαιτίσουν την εξάπλωση της πανδημίας και να επανεκκινήσουν τις οικονομίες τους, είναι ίσως νωρίς να προσπαθήσουμε να αποτιμήσουμε το αποτύπωμα του Covid-19 στη διεθνή διπλωματία. Καθημερινά από τότε που ο πλανήτης βρέθηκε αντιμέτωπος με αυτή την πρωτόγνωρη κατάσταση γίνεται λόγος για τις μεγάλες αλλαγές που έρχονται στη διεθνή πολιτική, αλλά και τις εθνικές οικονομίες, στον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Από τις πρώτες μέρες που η πανδημία, έγινε η νέα μας πραγματικότητα φάνηκε ξεκάθαρα πως κάθε χώρα δίνει τη δική της μάχη μόνη της, αν και τέτοιες περιπτώσεις προσφέρονται συνήθως για διεθνείς συνεργασίες, μιας και το κλισέ ότι η υγεία αφορά όλους, έβρισκε επιτέλους εφαρμογή. Όμως η περίφημη συνεργασία απόρροια της παγκοσμιοποίησης, στο όνομα τής οποίας πολλοί πίνουν νερό, έμεινε στα λόγια. Και όχι μόνο αυτό, αλλά συχνά λέγεται πως ο κορωνοϊός έφερε το τέλος της. Με αυτή την άποψη διαφωνεί ο Άγγελος Χρυσόγελος, επίκουρος καθηγητής διεθνούς πολιτικής στο London Metropolitan University, ο οποίος μιλώντας στον «Φιλελεύθερο» επεσήμανε πως είναι νωρίς για επικήδειους, τονίζοντας ωστόσο η παγκοσμιοποίηση θα καταστεί λιγότερο ανοικτή.
Το ξέσπασμα της πανδημίας διαμορφώνει ένα νέο σκηνικό στο οποίο η παγκοσμιοποίηση θα έχει μια μεγαλύτερη γεωπολιτική διάσταση, καθώς οι αποφάσεις και οι ανταγωνισμοί των κρατών θα παίζουν μεγαλύτερο ρόλο. «Η παγκοσμιοποίηση θα αποκτήσει μια περισσότερο εθνο-κυριαρχική διάσταση, με την έννοια ότι η διεθνής οικονομική αλληλεξάρτηση δεν θα μεσολαβείται πια κυρίως από πολυεθνικές επιχειρήσεις στο όνομα μιας παγκόσμιας αγοράς και της ανθρωπότητας αλλά από κράτη στο όνομα των οικείων λαών. Αυτό δεν σημαίνει την κατάρρευση της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής αλληλεξάρτησης, αλλά την αναδιάταξή της, καθώς η απορρύθμιση χρηματοοικονομικών, εμπορικών και ανθρώπινων ροών τις προηγούμενες δεκαετίες φαίνεται ότι πλέον γινόταν πηγή τεράστιων ανισορροπιών παγκοσμίως. Η επαναπολιτικοποίηση και επαναεδαφοποίηση της παγκοσμιοποίησης ενδεχομένως να αποτελέσουν τρόπο για να γίνει πιο βιώσιμη», ανέφερε ο Έλληνας ειδικός.
Ούτως ή άλλως η νέα πραγματικότητα που αρκετοί ευαγγελίζονται ότι θα ακολουθήσει της κρίσης δεν θα έρθει ξαφνικά από τον ουρανό, αλλά βασίζεται σε τάσεις που ήδη βλέπουμε να διαγράφονται στις κοινωνίες αλλά και στις σχέσεις μεταξύ των κρατών. Δεν είναι μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες του Ντόναλντ Τραμπ, τρανταχτό παράδειγμα, που είχαν αρχίσει να κλείνονται στο κέλυφός τους και να αποχωρούν από τον παγκόσμιο ρόλο τους. Και άλλες χώρες που ήδη κινούνταν προς την ενδοσκόπηση τώρα έχουν ένα λόγο παραπάνω να το κάνουν, εξήγησε ο δρ Χρυσόγελος. Την ίδια στιγμή, όμως ενισχύεται και η άλλη τάση η οποία κάνει λόγο για περισσότερη συνεργασία, η οποία θα ανοίξει τον δρόμο να βγει η ανθρωπότητα πολύ πιο εύκολα από τη δίνη της οικονομικής κρίσης που την έριξε η πανδημία ή που θα ανοίξει εύκολα δρόμους για τη δημιουργία φαρμάκων και εμβολίων. Το πιθανότερο σενάριο είναι τελικά να δούμε να ισχύει κάτι παρόμοιο με την τακτική που ακολουθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία πρωτοστατεί μεν στη διεθνή συνεργασία στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, είναι όμως και από τους πρώτους διεθνώς που απάντησαν στην έκρηξη της πανδημίας με περιορισμό εξαγωγών ιατροφαρμακευτικού υλικού.
Με τις αρχές της παγκοσμιοποίησης να τίθενται εν αμφιβόλω είναι πολύ πιθανόν πως θα δούμε τον ρόλο του κράτους να ενισχύεται. Ο χρόνος, βέβαια θα δείξει εάν οι αλλαγές που εγκυμονούνται θα αφορούν την ενδυνάμωση των απομονωτικών-προστατευτικών πολιτικών εκ μέρους των κρατών ή θα αποτελέσουν έναυσμα μιας εντονότερης διεθνούς συνεργασίας. Πάντως, το γεγονός πως ο Covid-19 έπιασε πολλές χώρες στον ύπνο με τεράστιες ελλείψεις για να αντιμετωπίσουν την ασθένεια, με τις ιατρικές τους δομές διαλυμένες, ο ρόλος του κράτους οροθετείται και πάλι.
Έτσι, ο ρόλος του κράτους – έθνους αποκτά εκ νέου μια διαφορετική, ίσως μεγαλύτερη σημασία και οι πολίτες στρέφονται σε αυτό στις κρίσιμες ώρες. Όπως επεσήμανε ο Άγγελος Χρυσόγελος, σηματοδοτείται η αναγνώριση ενός ακόμη μεγαλύτερου ρόλου τού κράτους στη διαχείριση της οικονομίας, χωρίς αυτό να είναι απαραίτητο να λάβει χώρα με σοσιαλδημοκρατικό ή προοδευτικό πρόσημο. «Έχουμε δει πώς η συντηρητική κυβέρνηση στη Βρετανία, για παράδειγμα, είχε ανοίξει τις κάνουλες των δημοσίων επενδύσεων και παροχών ήδη πριν την πανδημία. Θα λέγαμε ότι κάποιες συντηρητικές και εθνικιστικές κυβερνήσεις είχαν αποδειχτεί πολύ πιο πρόθυμοι υποστηρικτές της οικονομικής αναδιανομής από άλλες κατ’ όνομα κεντροαριστερές, ας θυμηθούμε και τι έγινε στην Πολωνία. Ενώ εν όψει της οικονομικής ύφεσης που προκαλεί η πανδημία, ακόμα και τεχνοκρατική και «ορθόδοξη» σε ζητήματα αγοράς ΕΕ επιτρέπει κρατικές ενισχύσεις προβληματικών επιχειρήσεων. Δεν είναι θέμα ιδεολογίας, είναι κυρίως θέμα ρεαλισμού: οι παγκόσμιες οικονομικές ανισορροπίες πλέον απαιτούν διαρκή κρατική διαχείριση για να μην οδηγήσουν σε κατάρρευση. Και αυτό είναι κάτι που ίσχυε και πριν την πανδημία», κατέληξε ο Έλληνας ειδικός.
Κόκκινο χτύπησε η ένταση ΗΠΑ –Κίνας
Η πανδημία ήρθε, επίσης, να διαταράξει τις ήδη εύθραυστες σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας. Οι προσδοκίες ότι η άνευ προηγουμένου αυτή κρίση θα ανάγκαζε τις δύο χώρες να αφήσουν κατά μέρος τις διαφορές τους και να επιλέξουν την οδό της συνεργασίας διαψεύστηκαν πολύ γρήγορα. Ο Ντόναλντ Τραμπ, προφανώς για να αποκρύψει τις δικές του ευθύνες, επιδίωξε να στρέψει την προσοχή πάνω στο Πεκίνο, επιρρίπτοντάς του ευθύνες για την εξάπλωση της Covid-19. Η Κίνα αντέδρασε έντονα και με τη σειρά της κατηγορεί την Ουάσινγκτον ότι ευθύνεται για το ξέσπασμα του ιού, αφού αυτή τον κατασκεύασε και τον μετέφερε στην Ουχάν.
Εκτοξεύοντας την ένταση στα ύψη οι δύο χώρες επιδιώκουν να κεφαλοποιήσουν κέρδη από μια κατάσταση, η οποία αποδιοργανώνει ολόκληρο τον πλανήτη. Η Κίνα από την πλευρά της, έχοντας πρώτη βγει από την κρίση, στέλνει γιατρούς και τόνους με αναλώσιμα υλικά στις χώρες που ακόμη παλεύουν με την ασθένεια. Έγινε λόγος για μια «διπλωματία της μάσκας», μέσω της οποίας το Πεκίνο προσπαθεί να παρουσιαστεί ως η αλτρουιστική δύναμη, αυξάνοντας με αυτό τον τρόπο την παγκόσμια επιρροή του και φέρνοντας ακόμη περισσότερες χώρες στη σφαίρα επιρροής του.
Η κατάσταση δεν πρόκειται να εξομαλυνθεί τόσο εύκολα αλλά αντίθετα, οι αλληλοκατηγορίες μεταξύ των δύο χωρών θα γίνονται όλο και πιο έντονες. Στις ΗΠΑ ακούγονται όλο και περισσότερες φωνές για να μη γίνονται δεκτοί πλέον Κινέζοι φοιτητές στα τμήματα τεχνητής νοημοσύνης και κβαντομηχανικής των αμερικανικών πανεπιστημίων, αλλά ακόμη και για να πάψει η Ουάσινγκτον να πληρώνει το χρέος της προς το Πεκίνο. Στην Κίνα, πάλι, η κυβέρνηση προσπαθεί να στρέψει τη δυσαρέσκεια του πληθυσμού προς τους ξένους. Ίσως λοιπόν όλη αυτή η ένταση να οδηγήσει σε ακραίες καταστάσεις.
Ενδεχομένως, η πανδημία μάς δείχνει και πώς θα διαμορφωθούν τα πράγματα στο μέλλον. Η πανδημία συμπυκνώνει τις δυναμικές προηγουμένων ετών και μας δείχνει μια εικόνα του μέλλοντος. Η Κίνα θα είναι ένας ολοένα σημαντικότερος παράγοντας της διεθνούς πολιτικής, αλλά η άνοδός της θα προκαλεί όλο και περισσότερο αντιδράσεις, καχυποψία και ακόμα και μίσος, ενώ οι ΗΠΑ θα παραμένουν σημαντικές μεν αλλά πλέον δεν θα έχουν τη δυνατότητα να καθορίζουν τις εξελίξεις μόνες τους.
Πιο διχασμένη από ποτέ η Αμερική
Ο νέος κορωνοϊός βρήκε τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια εποχή έντονης πόλωσης. Το πολιτικό σύστημα ήταν βαθιά διαιρεμένο με τις δύο πλευρές, όχι απλά να διαφωνούν αλλά να βρίσκονται στα μαχαίρια για όλα τα ζητήματα από τον τρόπο διακυβέρνησης, την ηθική, την οικονομία. Οι διαφορές μεταξύ των μπλε και των κόκκινων Πολιτειών, των αγροτικών και των αστικών περιοχών, των λευκών και των μειονοτήτων, των πλούσιων και των ασθενέστερων οικονομικά στρωμάτων όχι μόνο δεν γεφυρώνονται αλλά γίνονται πιο έντονες, καθώς η χώρα βαδίζει προς τις προεδρικές εκλογές του ερχόμενου Νοεμβρίου.
Ο Covid-19 δελεάζει αυταρχικούς ηγέτες
Η πανδημία θέτει ένα τεστ αντοχής για τις κοινωνίες, έγραψε η καθηγήτρια Ρουθ Μπεν Γκιάτ στο Foreign Affairs. Οι καταστάσεις έκτακτης ανάγκης συχνά ωθούν τις κυβερνήσεις να περιορίσουν τις πολιτικές ελευθερίες και να επεκτείνουν τον κεντρικό έλεγχο επί των πόρων. Σε απάντηση στην πανδημία, πολλές κυβερνήσεις επέβαλαν lockdown και παρακολουθούν τις μετακινήσεις των ανθρώπων. Οι πολίτες ανά τον κόσμο αναρωτιούνται εάν οι ηγέτες τους λαμβάνουν αυτά τα μέτρα έχοντας κατά νου το κοινό καλό.
Αυτές οι συνθήκες συγκλίνουν τώρα με ένα νέο φυσιολογικό τρόπο, τον οποίο ακόμη και οι ώριμες δημοκρατίες ασκούν αυξημένο έλεγχο στους απλούς πολίτες στο όνομα του περιορισμού της πανδημίας. Οι ηγέτες με αυταρχικές τάσεις απειλούν ήδη την υγεία ορισμένων από αυτές τις δημοκρατίες. Η πανδημία μπορεί να αποδειχθεί η απόλυτη δοκιμασία της ικανότητάς τους να αντέξουν. Πολλοί αυταρχικοί ηγέτες ήδη έχουν αδράξει της ευκαιρίας για να περιορίσουν τις ελευθερίες και να ενδυναμώσουν τις εξουσίες τους. Οι ώριμες δημοκρατίες των οποίων οι ηγεμόνες έχουν αυταρχικές κλίσεις, όπως το Ισραήλ, οι ΗΠΑ και η Βραζιλία, μπορεί να κινδυνεύουν να χάσουν ακόμη περισσότερα από τη χειραγώγηση της πανδημίας.
Βραχυπρόθεσμα, ο νέος κορωνοϊός είναι πιθανό να βοηθήσει τους ηγέτες με αυταρχικές τάσεις. Ωστόσο, η πανδημία άνοιξε επίσης τα μάτια πολλών για την αναισθησία των ηγετών και των κυβερνήσεων υπό τις οποίες ζουν.
Στάση αναμονής τηρούν οι λαϊκιστές ηγέτες
Οι πολιτικές συνέπειες του φονικού κορωνοϊού είναι, επίσης, ένα μεγάλο αίνιγμα για τους αναλυτές. Κάθε κοινωνία, αλλά και κάθε κοινωνική, φυλετική, ταξική ομάδα αντιδρά με τον δικό της τρόπο. Οι αντιλήψεις που έχουν, οι προσδοκίες που τρέφουν από την κυβέρνησή τους αλλά και οι λύσεις που περιμένουν να εφαρμοστούν δεν είναι οι ίδιες, γι’ αυτό και βλέπουμε η κάθε χώρα να αναπτύσσει τα δικά της αντανακλαστικά απέναντι στην πανδημία. Πάντως, η χιονοστιβάδα αντικρουόμενων συναισθημάτων, πληροφόρησης, παραπληροφόρησης, ελπίδας και απελπισίας, θα έχει πολιτικές επιπτώσεις όταν περάσει η κρίση. Το βλέπουμε ήδη στις δημοσκοπήσεις, όπου αποτυπώνεται μια μεγάλη δυσπιστία απέναντι σε πολιτικούς ηγέτες και στις αποφάσεις τους. Το μεγάλο ερώτημα είναι αν η πανδημία ευνοεί ή όχι τους λαϊκιστές ηγέτες.
Με το ξέσπασμα της Covid-19, οι λαϊκιστές, είτε με τη χροιά των πολέμιων του κατεστημένου είτε φορώντας έναν αντισυστημικό μανδύα, φάνηκε αρχικά να βρίσκονται στο στοιχείο τους. Μέσα στον σχετικά άγριο κόσμο της πανδημίας ήταν πολύ εύκολο να κατηγορηθούν οι θεσμοί, οι μετανάστες να γίνουν στόχος και να απαιτηθούν ακραίες λύσεις. Δεν προκαλεί ιδιαίτερη έκπληξη το γεγονός, για παράδειγμα, πως στη Γαλλία τον περασμένο Μάρτιο καταγράφηκε αύξηση των ρατσιστικών επιθέσεων.
Καθώς, όμως η κατάσταση άρχισε να γίνεται όλο και πιο δύσκολη, τα θύματα να αυξάνονται και η οικονομία να μετατρέπεται σε ερείπια, φάνηκε πως δεν αρκούν οι θεωρίες συνομωσίας και οι ξενοφοβικές κορώνες για να αντιμετωπιστεί μια τόσο σοβαρή κατάσταση.
Έτσι, προς το παρόν οι λαϊκιστές πολιτικοί έχουν υποχωρήσει, τουλάχιστον από το προσκήνιο, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει οτιδήποτε άλλο. Από τη στιγμή που δεν γνωρίζουμε πότε θα τελειώσει η πανδημία αλλά ούτε και τι μορφή θα πάρει το επόμενο διάστημα, είναι νωρίς να διατυπωθούν οποιεσδήποτε σκέψεις για το μέλλον του λαϊκισμού, που κάθε άλλο παρά αβέβαιο είναι.
Σε χώρες πάντως, που υπέστησαν σημαντικά πλήγματα, οι κυβερνήσεις θα δυσκολευτούν να απαλλαγούν από το στίγμα της αποτυχίας ακόμη και αν δεν έχουν άμεση ευθύνη γι’ αυτό. Και ακριβώς την αποτυχία διαχείρισης είναι που θα σπεύσουν πολλοί να εκμεταλλευτούν. Είναι δύσκολο να πούμε ξεκάθαρα αν η πανδημία έχει μια συγκεκριμένη επίπτωση στην ισχύ ή τη δημοφιλία λαϊκιστών και αυταρχικών ηγετών. «Υπάρχουν περιπτώσεις όπως ο Ντόναλντ Τραμπ όπου η πανδημία φαίνεται να τον πλήττει σφοδρότατα. Υπάρχουν περιπτώσεις όπως η Πολωνία και η Ουγγαρία που διαχειρίστηκαν σχετικά καλά αυτό το πρώτο κύμα. Υπάρχουν χώρες όπου η καταστροφή του πρώτου κύματος, όπως στην Ιταλία, ενδεχομένως να θρέψει τον αντιπολιτευόμενο λαϊκισμό σε δεύτερη , αν και κάτι τέτοιο δεν φαίνεται μέχρι στιγμής. Κάποιοι θεωρούν ότι η ανάγκη εξεύρεσης τεχνοκρατικών λύσεων για την αντιμετώπιση του ιού απονομιμοποιεί την εύκολη ρητορική των λαϊκιστών. Άλλοι θεωρούν ότι οι πανδημίες είναι ιστορικά εύφορο έδαφος για την ανάπτυξη συνωμοσιολογίας, ιδιαίτερα στην εποχή του ίντερνετ. Στην παρούσα φάση δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι άλλο από το να περιμένουμε να δούμε πώς θα εξελιχθεί η παγκόσμια πορεία της αρρώστιας», επεσήμανε ο Άγγελος Χρυσόγελος.
Αυτό που θεωρείται πολύ πιθανόν είναι πως θα δούμε να αυξάνονται οι εντάσεις. Ήδη κάποιες διαχωριστικές γραμμές έχουν αρχίσει να ξεχωρίζουν, για παράδειγμα αυτοί που δίνουν έμφαση στην υγεία και αυτοί που δίνουν προβάδισμα στην οικονομία ή οι πλούσιες περιφέρειες μιας χώρας εναντίον των φτωχότερων. Δυστυχώς η πόλωση φαίνεται πως θα είναι παρούσα και αυτό είναι ένα στοιχείο που ενισχύει τον λαϊκισμό.