Σύμφωνα με τη διαθέσιμη βιβλιογραφία, πολλοί παράγοντες συνδέονται με τη νεφρική δυσλειτουργία, η οποία μπορεί να εξελιχθεί σε χρόνια νεφρική νόσο (ΧΝΝ). Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται ο σακχαρώδης διαβήτης, η υπέρταση, η παχυσαρκία, η ηλικία άνω των 60 ετών, το ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου και η ύπαρξη οικογενειακού ιστορικού νεφρικής νόσου. Επιπλέον, η γέννηση πολύ πρόωρων ή λιποβαρών βρεφών, η εμφάνιση προεκλαμψίας και εκλαμψίας στις εγκύους, καθώς και η έκθεση σε νεφροτοξικούς παράγοντες –όπως η μακροχρόνια χρήση ακόμα και ήπιων αναλγητικών ή η αλόγιστη κατανάλωση μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων– αυξάνουν τον κίνδυνο νεφρικής βλάβης.
Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες περιλαμβάνουν τη νεφρολιθίαση, τις υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις, τα αυτοάνοσα νοσήματα –όπως ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος–, τις σπειραματονεφρίτιδες και τις κληρονομικές παθήσεις, όπως η πολυκυστική νόσος των νεφρών. Το κάπνισμα, η ατμοσφαιρική ρύπανση και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής συγκαταλέγονται επίσης στους παράγοντες που επιβαρύνουν τη νεφρική λειτουργία.
Η χρόνια νεφρική νόσος επηρεάζει περίπου το 10% του παγκόσμιου πληθυσμού, σύμφωνα με τα διαθέσιμα επιδημιολογικά στοιχεία. Αυτό μεταφράζεται σε περίπου 800 εκατομμύρια ασθενείς διεθνώς, ενώ στην Ελλάδα εκτιμάται ότι ο αριθμός τους ανέρχεται σε περίπου 1 εκατομμύριο. Οι μορφές της ΧΝΝ κυμαίνονται από ήπια, με μόνη ένδειξη αιματουρίας στη γενική εξέταση ούρων, έως το τελικό στάδιο, το οποίο απαιτεί εξωνεφρική κάθαρση, δηλαδή αιμοκάθαρση ή περιτοναϊκή κάθαρση.
Το νόσημα αυτό αποτελεί σοβαρότατο πρόβλημα για τη δημόσια υγεία επειδή συσχετίζεται με αυξημένη νοσηρότητα και θνητότητα και το αξιοσημείωτο είναι ότι πολλοί από τους πάσχοντες δεν εμφανίζουν κανένα απολύτως σοβαρό σύμπτωμα ακόμα και στα προχωρημένα στάδια αυτού (ήτοι σε προχωρημένη νόσο/ νεφρική ανεπάρκεια), δηλαδή η νόσος μπορεί να παραμένει σιωπηλή ακόμα και αν ο ασθενής βρίσκεται στα πρόθυρα να ξεκινήσει εξωνεφρική κάθαρση.
Τα κυριότερα συμπτώματα της νόσου είναι μη ειδικά και περιλαμβάνουν αδυναμία, κακουχία, απώλεια όρεξης, ναυτία ή έμετο, διαταραχές του ύπνου, μειωμένη διαύγεια, κνησμό (φαγούρα), κράμπες ή αλλαγές στη σύσταση και στην ποσότητα των ούρων, ενώ πιο σοβαρά συμπτώματα που συνήθως ανησυχούν άμεσα τον ασθενή, είναι η αυξημένη πίεση, το οίδημα (πρήξιμο) στα πόδια και η δύσπνοια (δυσκολία στην αναπνοή) που μπορεί να οφείλεται σε κατακράτηση υγρών.
Στα αρχικά στάδια της νόσου ορισμένα από τα παραπάνω συμπτώματα αρχίζουν να εμφανίζονται με πολύ αργό ρυθμό που δεν αξιολογούνται επαρκώς από τους ασθενείς και λόγω και της μη ειδικότητας των συμπτωμάτων η διάγνωση τίθεται όταν διαπιστωθεί αυξημένη τιμή της ουρίας και κυρίως της κρεατινίνης στο αίμα κατά τον εργαστηριακό έλεγχο.
Επειδή όμως η κρεατινίνη παράγεται στους μύες και η τιμή της εξαρτάται από τη μυϊκή μάζα του ατόμου, την ηλικία και το φύλο, ακριβέστερος δείκτης για τη διάγνωση της ΧΝΝ είναι με την χρησιμοποίηση της τιμής της κρεατινίνης του αίματος και του τύπου CKD-EPI, υπολογισμός του ρυθμού της σπειραματικής διήθησης (του eGFR, όπως λέγεται) από το εργαστήριο ή τον θεράποντα ιατρό. Άλλη σημαντική εξέταση για τη διάγνωση της νόσου είναι η γενική ούρων, στην οποία μπορεί να διαπιστωθεί αίμα (ερυθρά αιμοσφαίρια ή αιμοσφαιρίνη), έστω και σε μικρή ποσότητα, ή λεύκωμα (πρωτεΐνη).
Η πιο ευαίσθητη βέβαια δοκιμασία (τεστ) για την ανίχνευση του τελευταίου στα ούρα είναι ο προσδιορισμός του λόγου της λευκωματίνης/κρεατινίνη σε δείγμα πρωινών ούρων (λόγος μεγαλύτερος από 30 μιλιγραμμάρια λευκωματίνης/γραμμάριο κρεατινίνης ή και μεγαλύτερος είναι πολύ χρήσιμος δείκτης).
Με δεδομένο ότι μελέτες έδειξαν ότι το 25% και 15% περίπου των διαβητικών και των μη διαβητικών ασθενών αντίστοιχα, θα επιδεινώσουν τη νεφρική λειτουργία μέσα στη επόμενη διετία από τη διάγνωση ακόμα και της ήπιας/μέτριας νεφρικής βλάβης (μέτρια ΧΝΝ), γίνεται απολύτως ξεκάθαρο ότι η πρώιμη διάγνωση και θεραπευτική παρέμβαση από τον ειδικό νεφρολόγο μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική επιβράδυνση της εξέλιξης ή την αναστροφή της βλάβης, την αποφυγή της εξωνεφρικής κάθαρσης και ουσιαστικά τη σωτηρία των νεφρών.
Τέλος, θα πρέπει να επισημανθεί όμως ότι εκτός από τον προαναφερόμενο απλό εργαστηριακό έλεγχο που θα πρέπει να υποβάλλεται ο καθένας για την πρώιμη διάγνωση της ΧΝΝ, (ειδικά όταν υφίσταται κάποιος από τους αναφερόμενους παράγοντες που ενοχοποιείται για ΧΝΝ), σημαντικό ρόλο για την εξασφάλιση της υγείας των νεφρών, παίζουν η μέτρηση/παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης και η μέτρηση του σακχάρου του αίματος (η υπέρταση και ο σακχαρώδη διαβήτης είναι οι σημαντικότεροι παράγοντες που ενοχοποιούνται για τη νεφρική βλάβη) .
Τον σημαντικότερο όμως ρόλο στην πρώιμη διάγνωση της ΧΝΝ και τη σωτηρία των νεφρών, μπορεί να παίξει η πολιτεία με την εφαρμογή ενός προγράμματος διαγνωστικών εξετάσεων (το λεγόμενο πρόγραμμα screening), σε στοχευμένο γενικό πληθυσμό ( η στόχευση είναι αναγκαία λόγω του μεγάλου κόστους επί εφαρμογής του screening στο γενικό πληθυσμό ανεξέλεγκτα), όπως είναι οι διαβητικοί, υπερτασικοί, παχύσαρκοι και οι καρδιοαγγειακοί ασθενείς και ειδικά όταν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό νεφρικής νόσου.