Ένα ενδιαφέρον και απρόσμενο όφελος από την εκμάθηση ξένων γλωσσών αποκαλύπτει πρόσφατη έρευνα για τα παιδιά με αυτισμό. Η μελέτη, η οποία δημοσιεύεται στο περιοδικό Autism Research, αναδεικνύει τα θετικά αποτελέσματα της δίγλωσσης εκπαίδευσης στην επικοινωνία και κοινωνική αλληλεπίδραση αυτών των παιδιών, προσφέροντας μια νέα προσέγγιση για τη βελτίωση των δεξιοτήτων τους.

Η έρευνα, που διεξήχθη από τη γνωστική νευροεπιστήμονα Lucina Uddin, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, εξέτασε 116 παιδιά ηλικίας 7-12 ετών, εκ των οποίων τα 53 είχαν διαγνωστεί με Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ). Από αυτά, 21 παιδιά μιλούσαν περισσότερες από μία γλώσσες, και τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά: τα δίγλωσσα παιδιά εμφάνιζαν καλύτερη κατανόηση των κοινωνικών ενδείξεων, καλύτερη ικανότητα να κατανοούν τις ανάγκες και προθέσεις των άλλων, καθώς και αυξημένη αυτοσυγκράτηση και έλεγχο των παρορμήσεών τους. Επιπλέον, παρουσίαζαν βελτιωμένες εκτελεστικές λειτουργίες του εγκεφάλου, όπως η επίλυση προβλημάτων και η λήψη αποφάσεων.

Τα ευρήματα αυτά ανοίγουν νέους δρόμους για την υποστήριξη των παιδιών με αυτισμό μέσω της εκμάθησης ξένων γλωσσών, καθιστώντας τη δίγλωσση εκπαίδευση ένα χρήσιμο εργαλείο για την ενίσχυση των κοινωνικών και γνωστικών τους δεξιοτήτων.

Πώς εξηγείται η θετική επίδραση της εκμάθησης ξένων γλωσσών;

Η πολυγλωσσία, λοιπόν, έκανε τα παιδιά με αυτισμό να είναι πιο επικοινωνιακά, να κατανοούν καλύτερα τους γύρω τους και να ενισχύσουν την ικανότητα ελέγχου των παρορμήσεών τους. Σύμφωνα με την δρ. Uddin, το γεγονός ότι τα πολύγλωσσα παιδιά καλούνται κάθε φορά να επιλέξουν ποια γλώσσα θα χρησιμοποιήσουν τα αναγκάζει να παρατηρούν κοινωνικές ενδείξεις, όπως τον τόνο της φωνής, τη γλώσσα του σώματος και τις εκφράσεις προσώπου των άλλων. Αυτή η διαδικασία ενισχύει την ικανότητά τους να σκέφτονται πιο ευέλικτα και να δίνουν προσοχή σε κοινωνικές λεπτομέρειες, βοηθώντας τα να επικοινωνούν καλύτερα. «Αν πρέπει να εναλλάσσεις δύο γλώσσες, πρέπει να καταστείλεις τη μία για να χρησιμοποιήσεις την άλλη. Αυτή είναι η βασική σκέψη, ότι η αναστολή – ή αλλιώς η ικανότητα να σταματήσεις τον εαυτό σου από το να κάνει κάτι – μπορεί να ενισχυθεί με τη γνώση περισσότερων από μία γλωσσών», εξηγεί η ειδικός.

Η προοπτική μιας νέας θεραπευτικής προσέγγισης

Τα νέα ευρήματα μπορεί να αποδειχθούν εξαιρετικά σημαντικά σε ό,τι αφορά στη διαχείριση του αυτισμού. Μέχρι σήμερα, τα περισσότερα θεραπευτικά προγράμματα εστιάζουν στην ενίσχυση των επικοινωνιακών δεξιοτήτων μέσω συμβατικών μεθόδων, ωστόσο η εκμάθηση γλωσσών μπορεί να προσφέρει μια εναλλακτική, φυσική και μη παρεμβατική λύση, η οποία μπορεί να προστεθεί στην καθημερινότητα των παιδιών, κάνοντάς την πρόοδό τους πιο εύκολη και φυσική. Γονείς και δάσκαλοι μπορούν να ενθαρρύνουν τα παιδιά να χρησιμοποιούν διαφορετικές γλώσσες στο σπίτι και το σχολείο, δημιουργώντας έτσι ένα υποστηρικτικό περιβάλλον για την ανάπτυξή τους.

ygeiamou.gr