Αν και η φράση «είμαστε ό,τι τρώμε» από πολλούς ειδικούς αμφισβητείται, το γεγονός ότι η τροφές που καταναλώνουμε και η διατροφή που ακολουθούμε συνδέονται άμεσα με την υγεία μας δεν έχει τεθεί ποτέ υπό αμφισβήτηση. Με αυτό, ως δεδομένο, πρέπει να θεωρούμε σίγουρο και το ότι αυτό που βάζουμε στο πιάτο μας μπορεί να μας βοηθήσει να ενισχύσουμε ή να ταλαιπωρήσουμε ή ακόμα και να θέσουμε σε κίνδυνο, τον οργανισμό μας. Εάν οι επιλογές μας είναι σωστές τότε σίγουρα θα επωφεληθούμε, εάν οι επιλογές μας είναι και σωστές και στοχευμένες, μάλλον θα πετύχουμε καλύτερα αποτελέσματα.
Ο ανθρώπινος οργανισμός, από κατασκευής του διαθέτει τις δικές του άμυνες έναντι διαφόρων παθήσεων, λοιμώξεων κ.λπ. μέσω του ανοσοποιητικού συστήματος. Και επειδή στην εποχή μας τα πάντα γύρω μας τρέχουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα και συχνά αποδίδουμε τις λανθασμένες επιλογές μας, διατροφικές και όχι μόνο, στην έλλειψη χρόνου, η γνώση για το τι θα μας βοηθήσει να ενισχύσουμε το ανοσοποιητικό μας σύστημα είναι από μόνη της, η πρώτη γραμμή άμυνας.
Συχνά, όταν μιλάμε για τόνωση του ανοσοποιητικού μας συστήματος, αυτόματα επικεντρωνόμαστε σε γνωστές βιταμίνες, όπως η βιταμίνη C, για παράδειγμα, την οποία όλοι έχουμε συνδέσει με την προστασία του οργανισμού μας από εποχιακές και άλλες λοιμώξεις. Ο οργανισμός μας, βεβαίως, δέχεται καθημερινά «επιθέσεις» από πολλούς και διάφορους «εχθρούς» τους οποίους επίσης το ανοσοποιητικό μας σύστημα καλείται να αντιμετωπίσει.
«Η τροφή, η διατροφή και η υγεία είναι πολύ αλληλένδετα και η κατανάλωση συγκεκριμένων θρεπτικών συστατικών έχει βαθύ αντίκτυπο στην ανθρώπινη υγεία», λέει στον «Φ» ο κλινικός διαιτολόγος, Πάνος Πλατρίτης. «Η ποσότητα και ο τύπος των θρεπτικών συστατικών που καταναλώνονται συνδέονται στενά με το μεταβολικό στάδιο και την υγεία του ανοσοποιητικού συστήματος και επομένως, η ακατάλληλη κατανάλωση θρεπτικών συστατικών σχετίζεται με την ανάπτυξη σημαντικών ανθρώπινων ασθενειών λόγω του ανοσοποιητικού συστήματος που δεν λειτουργεί σωστά».
Ο αριθμός των μελετών που σχετίζονται με την επίδραση της διατροφής στο ανοσοποιητικό σύστημα αυξάνεται συνεχώς. «Οι αρχικές μελέτες, που δημοσιεύτηκαν, σχετίζονταν με τη διατροφική ρύθμιση της ανοσοποιητικής λειτουργίας και βασίστηκαν κυρίως στις επιδράσεις των μικροθρεπτικών και μακροθρεπτικών συστατικών. Τον τελευταίο καιρό, παρατηρούμε ότι μια μεγάλη ποικιλία φυτοχημικών και άλλων χημικών βιοσυστατικών που βρίσκονται στα θρεπτικά συστατικά έχει προστεθεί στον κατάλογο των θρεπτικών-ανοσορυθμιστών».
Και για να γινόμαστε κατανοητοί, φυτοχημικά, είναι συστατικά (χημικές ουσίες) που παράγουν ή περιέχουν τα φυτά για να προστατεύσουν τον εαυτό τους από ιούς, βακτήρια ή μύκητες ή πoυ λειτουργούν ακόμη και ως αντιοξειδωτικά στοιχεία για προστασία από τις ελεύθερες ρίζες. Κάθε φυτό περιέχει διαφορετικά είδη και ποσότητες φυτοχημικών και υπάρχουν εκατοντάδες γνωστά φυτοχημικά, όπως το λυκοπένιο στις ντομάτες, οι ισοφλαβόνες της σόγιας και τα φλαβονοειδή στα φρούτα. Βιοσυστατικά είναι τα φυτικά και ζωϊκά λίπη και έλαια. «Ενδεικτικές περιπτώσεις είναι πολλά φυτοχημικά που έχουν αποδειχθεί ότι ασκούν εντυπωσιακά θετικά αποτελέσματα στο ανοσοποιητικό σύστημα». Επιπλέον, «έχει αναφερθεί ότι η σύνθεση κυτοκίνης, (διάφορες μικρές ρυθμιστικές πρωτεΐνες που ρυθμίζουν τα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος), εξαρτάται από την κατάσταση του ψευδαργύρου και αυτό σχετίζεται στενά με τη χρόνια φλεγμονή».
Ο ψευδάργυρος και τα οφέλη του: «Ασκεί ευεργετικά αποτελέσματα στον πολλαπλασιασμό και τη διαφοροποίηση των Τ λεμφοκυττάρων» (των κυττάρων που αναπτύσσονται όταν το ανοσοποιητικό σύστημα αντιδρά) και «η ισχυρή σχέση μεταξύ υψηλού αριθμού κυτοκινών και της μείωσης των επιπέδων ψευδαργύρου σε λοιμώξεις και καταστάσεις που σχετίζονται με τραύμα έχει αποδειχθεί και σε συγχρονικές μελέτες».
Επιπρόσθετα, «σε ασθενείς με σοβαρές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, έχουν παρατηρηθεί αυξημένα γονίδια παραγωγής κυτοκίνης. Επιπλέον, η παραγωγή κυτοκινών είναι αυξημένη σε ασθενείς που βρίσκονται σε κρίσιμη κατάσταση λόγω της μείωσης της συγκέντρωσης ψευδάργυρου ενώ, μεταξύ άλλων, ο ψευδάργυρος είναι ικανός να προκαλέσει την έναρξη του πολλαπλασιασμού των CD8 + Τ κυττάρων (αντίδραση και “μνήμη” του ανοσοποιητικού συστήματος στα διάφορα παθογόνα). Μπορεί επίσης να υποστηρίξει την ακεραιότητα του δέρματος και της βλεννογόνου μεμβράνης».
Συνοψίζοντας, «ο ψευδάργυρος έχει μια ουσιαστική επίδραση στον πολλαπλασιασμό και την ανάπτυξη των κυττάρων που ανήκουν στο ανοσοποιητικό σύστημα, όπως τα Τ λεμφοκύτταρα, τα CD8 + Τ κύτταρα κ.λπ., τα οποία είναι γνωστά για τη γρήγορη εναλλαγή τους και με βάση αυτό το δεδομένο, παρατηρήθηκε ότι η ανεπάρκεια ψευδάργυρου επηρεάζει αρνητικά την υγεία μειώνοντας την αντίσταση σε μολυσματικές ασθένειες, δερματίτιδα, ασθένειες ανάπτυξης και γενετικές διαταραχές».
Το σελήνιο και πώς επηρεάζει τον οργανισμό:«Ένα άλλο κρίσιμο μικροθρεπτικό συστατικό είναι το σελήνιο, το οποίο εμπλέκεται στη λειτουργία του μεταβολισμού του θυρεοειδούς και του καρδιαγγειακού συστήματος καθώς και τη διασφάλιση ενός λειτουργικού ανοσοποιητικού συστήματος και την πρόληψη του καρκίνου».
Πρόσφατα, «αποδείχθηκε ότι σε ασθενείς με COVID-19, το σελήνιο μαζί με τον ψευδάργυρο ασκούν προστατευτικό ρόλο και συνδέονται με υψηλότερες πιθανότητες επιβίωσης . Κατά τη διάρκεια του εμβολιασμού κατά της COVID-19, έχει αποδειχθεί εξάλλου, ότι η ανταπόκριση του οργανισμού στον εμβολιασμό, μπορεί να αυξηθεί μετά τη χορήγηση σεληνίου καθώς και την αύξηση των τίτλων των αντισωμάτων. Με απλά λόγια, υπάρχει η άποψη ότι το σελήνιο μπορεί να δράσει ως συμπαράγοντας στην απόκριση ανοσίας που προκαλείται από το εμβόλιο».
Επιπλέον, «σε γυναίκες που είναι υπογόνιμες ως αποτέλεσμα του συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών, στις οποίες έχει συσταθεί εξωσωματική γονιμοποίηση, παρατηρήθηκε μείωση της έκφρασης συγκεκριμένων γονιδίων, γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το σελήνιο έχει αντιφλεγμονώδη ρόλο στο ανθρώπινο σώμα». Πέραν αυτού, σε ασθενείς με καρκίνο, παρατηρήθηκε ότι η συμπλήρωση σεληνίου αύξησε τα ποσοστά συγκεκριμένων σημαντικών αντισωμάτων.