Την κατάχρηση του Γενικού Συστήματος Υγείας σε ό,τι αφορά τις ενδονοσοκομειακές υπηρεσίες, τις εισαγωγές ασθενών σε νοσηλευτήρια και τις χειρουργικές και άλλες επεμβάσεις, αποτυπώνουν τα δεδομένα που καταγράφονται στην τελευταία έκθεση «Η Υγεία στην ΕΕ με μια ματιά» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Κύπρος καταγράφει τον δεύτερο μεγαλύτερο αριθμό εξιτηρίων και ξεπερνά κατά πολύ τον μέσο όρο εξιτηρίων σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο μεγάλος αριθμός εξιτηρίων, ωστόσο, έρχεται σε αντίθεση με την μικρή αναλογία κλινών – πληθυσμού, αν και το συγκεκριμένο δεδομένο δεν είναι κατ’ ανάγκην κακό, αφού σε αρκετά κράτη – μέλη της ΕΕ ο αριθμός των νοσοκομειακών κλινών μειώνεται τα τελευταία χρόνια, καθώς αξιοποιούνται οι νέες τεχνολογίες υγείας και ενισχύεται η πρωτοβάθμια και ημερήσια φροντίδα.

Από την άλλη βεβαίως, υπάρχει και το ενδεχόμενο, ο μειωμένος αριθμός κλινών να οδηγεί σε πρόωρη έκδοση εξιτηρίων προκειμένου να εξυπηρετηθούν ταχύτερα περισσότεροι ασθενείς. Όπως επισημαίνεται και στην έκθεση «οι παραμονές στο νοσοκομείο αντικατοπτρίζουν σε μεγάλο βαθμό διαφορές στην προσφορά κλινών, στις κλινικές πρακτικές και στα συστήματα πληρωμών που μπορούν να προσφέρουν κίνητρα για τα νοσοκομεία για να ενθαρρύνουν τη χρήση κρεβατιών».

Θετικά δεδομένα για την Κύπρο και το ΓεΣΥ, καταγράφονται και αφορούν το ποσοστό των ανικανοποίητων αναγκών Υγείας. Συγκεκριμένα, η Κύπρος από το 2019 και μετά παρουσιάζει σχεδόν μηδενικό ποσοστό ανικανοποίητων αναγκών, με τις ανάγκες που παραμένουν ανικανοποίητες να αφορούν κυρίως οδοντιατρικές υπηρεσίες οι οποίες δεν καλύπτονται από το Σύστημα. «Ανεκπλήρωτες ανάγκες ιατρικής περίθαλψης αναφέρθηκαν από το 2,4% του πληθυσμού στην ΕΕ», ενώ το ποσοστό των ανικανοποίητων οδοντιατρικών αναγκών ήταν στο 2,2%.

Παράλληλα και σε συνάρτηση με το γεγονός ότι οι ανικανοποίητες ανάγκες υγείας είναι σχεδόν μηδενικές, η Κύπρος δεν περιλαμβάνεται ούτε στη λίστα των κρατών – μελών που παρουσιάζουν μεγάλους χρόνους αναμονής για χειρουργικές επεμβάσεις. Οι μεγάλοι χρόνοι αναμονής είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους οι πολίτες αναφέρονται σε ανικανοποίητες ανάγκες υγείας κατ’ έτος.

Τέλος, κενό, το οποίο έχει εντοπιστεί και κατά την πρώτη αξιολόγηση τριετίας του ΓεΣΥ, καταγράφεται στη φροντίδα μακροχρόνιων ασθενών, αφού οι δαπάνες της Κύπρου σε αυτό τον τομέα δεν ξεπερνούν το 1% επί του ΑΕΠ.

Αναλυτικά: Σε ό,τι αφορά τον αριθμό εξιτηρίων, από την έκθεση προκύπτει ότι η Κύπρος τα έτη μεταξύ 2019 και 2022 κατέγραφε 259 εξιτήρια ανά 1.000 κατοίκους, ενώ η πληρότητα των νοσοκομείων βρισκόταν το 2022 στο 55% (υπενθυμίζεται ότι το 2022 εξακολουθούσαν να εφαρμόζονται περιορισμοί στις υπηρεσίες Υγείας εξαιτίας της πανδημίας). Ο μέσος όρος εξιτηρίων ανά 1.000 κατοίκους στην ΕΕ ήταν το ίδιο διάστημα στα 155/1000. Από τον σχετικό πίνακα προκύπτει ότι η Κύπρος κατέγραψε τη δεύτερη μεγαλύτερη αναλογία εξιτηρίων στην ΕΕ μετά τη Βουλγαρία (331 εξιτήρια).

Για την Κύπρο δεν είναι δυνατό να γίνει σύγκριση μεταξύ της προ και μετά ΓεΣΥ εποχής, αφού πριν την ένταξη της ενδοσοκομειακής περίθαλψης στο Σύστημα, τον Ιούνιο του 2020, δεν ήταν δυνατό να γίνει ασφαλής καταγραφή δεδομένων στον ιδιωτικό τομέα και τα στατιστικά στοιχεία αφορούσαν μόνο τα δημόσια νοσηλευτήρια.

Τα τελευταία δεδομένα, ωστόσο, του Οργανισμού Ασφάλισης Υγείας συνηγορούν με τον μεγάλο αριθμό εξιτηρίων που καταγράφεται στην ευρωπαϊκή έκθεση, καθώς το υπό αναφορά έτος, δηλαδή το 2022, είχαν λάβει υπηρεσίες ενδονοσοκομειακής φροντίδας 105.874 δικαιούχοι του ΓεΣΥ, σε σύνολο σχεδόν 900.000 δικαιούχων. Το 2023, σε σύνολο 969.722 δικαιούχων διενεργήθηκαν 83.166 χειρουργικές επεμβάσεις με το ποσοστό να κυμαίνεται σταθερά γύρω στο 10%.

Στη δεύτερη θέση στην αναλογία κλινών / πληθυσμού

Σε ό,τι αφορά την αναλογία κλινών/ πληθυσμού, η Κύπρος βρίσκεται στο δεύτερο μισό του σχετικού πίνακα της ΕΕ, αφού ενώ στον μέσο όρο της ΕΕ καταγράφεται αναλογία 4,7 κλίνες ανά 1.000 στην Κύπρο ο αριθμός το 2022 ήταν 3,1/1000. Χώρα με τη μεγαλύτερη αναλογία η Βουλγαρία με 8,2/1000 και χώρα με τη μικρότερη αναλογία η Σουηδία με 1,9/1000.

«Την τελευταία δεκαετία, ο αριθμός των κατά κεφαλήν νοσοκομειακών κλινών μειώθηκε σχεδόν σε όλες τις χώρες της ΕΕ λόγω, εν μέρει, της αυξανόμενης χρήσης ημερήσιας φροντίδας και της μείωσης της μέσης διάρκειας παραμονής», αναφέρεται στην έκθεση.

«Κατά μέσο όρο, ο αριθμός των νοσοκομειακών κλινών κατά κεφαλήν μειώθηκε κατά 10% μεταξύ 2012 και 2022. Η μεγαλύτερη μείωση σημειώθηκε στη Φινλανδία με πτώση άνω του 50%».

Από 50 ημέρες μέχρι ένα χρόνο οι λίστες αναμονής στην ΕΕ

Τα ποσοστά ανικανοποίητων αναγκών υγείας, που καταγράφονται στην ΕΕ οφείλονται σε τρεις βασικούς παράγοντες. Το υψηλό κόστος που δεν είναι δυνατό να καλυφθεί από τους πολίτες, τον μεγάλο χρόνο αναμονής και την μη κάλυψη των οδοντιατρικών υπηρεσιών από τα συστήματα υγείας.

Αναλύοντας τους χρόνους αναμονής για τρεις από τις πιο συχνές χειρουργικές επεμβάσεις που διενεργούνται κάθε χρόνο διεθνώς, τις επεμβάσεις καταρράκτη, αρθροπλαστικής γόνατος και ισχίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, επισημαίνει στην έκθεση ότι τα δύο χρόνια της πανδημίας οδήγησαν, μεταξύ άλλων και σε συσσώρευση αναγκών. Ωστόσο, προστίθεται, τα δεδομένα του 2023 καταδεικνύουν ότι οι χρόνοι αναμονής επανήλθαν στα προ της πανδημίας επίπεδα.

Σε ό,τι αφορά την αρθροπλαστική γόνατος, ο χρόνος αναμονής στα κράτη – μέλη κυμαίνεται από τις 90 ημέρες μέχρι το ένα έτος. Για τις επεμβάσεις ισχίου ο χρόνος αναμονής κυμαίνεται από 50 μέχρι 200 ημέρες, ενώ για την επέμβαση καταρράκτη ο χρόνος αναμονής είναι μεταξύ 40 – 200 ημέρων.

Χώρες στις οποίες ο χρόνος αναμονής για επέμβαση καταρράκτη ξεπερνά τους τρεις μήνες είναι οι Ουγγαρία, Σουηδία, Ισπανία, Πολωνία, Κροατία, Ιρλανδία και οι Ισλανδία και Ηνωμένο Βασίλειο.

Χώρες στις οποίες ο χρόνος αναμονής για αρθροπλαστική γόνατος ξεπερνά τους τρεις μήνες είναι οι Σουηδία, Ισπανία, Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ουγγαρία, Κροατία και Πολωνία (επισημαίνεται ότι τα δεδομένα για τη Σουηδία ενδεχομένως να είναι παραπλανητικά καθώς στη χώρα εφαρμόζεται διαφορετικό σύστημα καταμέτρησης του χρόνου αναμονής).

Συνολικά, στην Κύπρο διενεργήθηκαν 158 επεμβάσεις γόνατος ανά 100.000 κατοίκους με τον μέσο όρο της ΕΕ να βρίσκεται στις 134/100.000. Ο μεγαλύτερος αριθμός καταγράφηκε στη Γερμανία με 231/100.000.

Σε ό,τι αφορά τις επεμβάσεις ισχίου, στην Κύπρο διενεργήθηκαν 123 επεμβάσεις ανά 100.000 κατοίκους με τον μέσο όρο της ΕΕ να βρίσκεται στις 202/100.000.

Στην έκθεση αναλύονται και τα δεδομένα που αφορούν την παραπομπή ασθενών σε ακτινοδιαγνωστικές εξετάσεις. Όπως αναφέρεται, «οι σύγχρονες διαγνωστικές τεχνολογίες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στα συστήματα υγείας, επιτρέποντας στους γιατρούς να διαγιγνώσκουν καλύτερα θέματα υγείας. Ωστόσο, αποτελούν, επίσης, σημαντικό παράγοντα κόστους στα συστήματα υγείας, ιδιαίτερα εάν χρησιμοποιούνται υπερβολικά».

Τα δεδομένα που καταγράφονται στην έκθεση αφορούν την αξονική τομογραφία (CT), τη μαγνητική τομογραφία (MRI) και την τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων (PET). Μεταξύ 2012 και 2019, ο αριθμός αυτών των εξετάσεων αυξήθηκε κατά μέσο όρο στις χώρες της ΕΕ κατά πάνω από 40%, από 162 εξετάσεις ανά 1.000 πληθυσμό το 2012, σε 229 εξετάσεις το 2019.

Στην Κύπρο καταγράφηκαν το διάστημα μεταξύ 2019-2022, 179 εξετάσεις ανά 1.000 κατοίκους, με τις περισσότερες να αφορούν μαγνητική τομογραφία. Ο μέσος όρος στην ΕΕ ήταν το 2022 οι 247/1000 κατοίκους.