Πρωτοφανής υπόθεση με επεισοδιακή καταδίωξη μοτοσικλετιστή, ο οποίος στράφηκε νομικά ακόμα και κατά των αστυνομικών που τον καταδίωκαν στο πλαίσιο εκτέλεσης των καθηκόντων τους, τέθηκε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου (δευτεροβάθμια δικαιοδοσία).
Πρόκειται για οδηγό μοτοσικλέτας, ο οποίος ενόσω βρισκόταν στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού – Λευκωσίας αρνήθηκε να συμμορφωθεί με υποδείξεις αστυνομικών προκειμένου να σταματήσει, αναπτύσσοντας μεγάλη ταχύτητα.
Καταδιωκόμενος από τα μέλη της Δύναμης εισήλθε στο κέντρο της Λευκωσίας, ωστόσο, η πορεία του ανακόπηκε από αυτοκίνητο που οδηγούσε πολίτης στη λεωφόρο Λεμεσού, σε σημείο κοντά στα φώτα τροχαίας του ΡΙΚ. Το όχημα ανέκοψε την πορεία του μοτοσικλετιστή, με αποτέλεσμα ο ίδιος να τραυματιστεί, αλλά και να υποστεί ζημιές η μοτοσικλέτα του.
Ο οδηγός της μοτοσικλέτας στράφηκε κατά του οδηγού του αυτοκινήτου (πλέον έχει αποβιώσει), δυο μελών της Αστυνομίας, αλλά και της Κυπριακής Δημοκρατίας, διεκδικώντας αποζημιώσεις. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε το αίτημά του, αλλά εν συνεχεία ο δικυκλιστής προσέφυγε στο δευτεροβάθμιο δικαστικό Σώμα, επιχειρώντας να ανατρέψει την προαναφερθείσα απόφαση.
Ήγειρε, συγκεκριμένα, τρεις λόγους έφεσης, ωστόσο το Ανώτατο τους απέρριψε με απόφαση που εκδόθηκε την περασμένη Παρασκευή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.
Σε ό,τι αφορά τα επίδικα γεγονότα, αποδίδονται στην απόφαση του Ανωτάτου, το οποίο κάνει εκτενή αναφορά στα όσα αποφασίστηκαν πρωτοδίκως: «Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, περί τις 23.30 της ημέρας του ατυχήματος (27/7/2007), οι Εφεσίβλητοι 2 και 3, μαζί με ακόμα ένα συνάδελφο τους βρίσκονταν καθήκον για έλεγχο μοτοσικλετιστών στη Λάρνακα. Κατά την επιστροφή τους στο Αρχηγείο από τον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας – Λευκωσίας, στο ύψος της συμβολής του Κοτσιάτη, αντιλήφθηκαν μπροστά τους δυο μοτοσικλετιστές, ο ένας εκ των οποίων στη συνέχεια διαπιστώθηκε ότι ήταν ο Εφεσείων, που οδηγούσαν με μια ταχύτητα γύρω στα 130-140 χαω, πολύ επικίνδυνα και χωρίς πινακίδες εγγραφής. Ο ένας οδηγούσε στον πισινό τροχό και ο άλλος προσπερνούσε πότε από την αριστερή και πότε από την δεξιά λωρίδα και σε κάποιες περιπτώσεις από την λωρίδα ασφαλείας. Άναψαν αμέσως τους φάρους και ανέπτυξαν ταχύτητα, πλησίασαν τους οδηγούς και ηχώντας τις σειρήνες, τους έκαναν σήμα να σταματήσουν. Οι μοτοσικλετιστές, αντί να συμμορφωθούν, ανέπτυξαν ταχύτητα για να διαφύγουν. Τους ακολούθησαν με ταχύτητα περί τα 180-200 χαω, για να προσπαθήσουν να τους ανακόψουν, να προβούν σε έλεγχο και να μάθουν τα στοιχεία των οδηγών και των μοτοσικλετών και να καταγγελθούν. Οι μοτοσικλετιστές έτρεχαν με περισσότερη ταχύτητα. Στη συνέχεια, ο Εφεσείων σε δυο περιπτώσεις σταμάτησε και, αντί να παραμείνει στη θέση του, την μια φορά κτύπησε τον ένα αστυφύλακα με το χέρι του και ανέπτυξε ταχύτητα και τη δεύτερη φορά κλώτσησε με το δεξί του πόδι τη μοτοσικλέτα του αστυφύλακα και εισήλθε στην αντίθετη κατεύθυνση του κυκλικού κόμβου Καλαμών. Ο Εφεσείων πέρασε τα φώτα Καλησπέρα και ο Εφεσίβλητος 2 συνέχισε την καταδίωξη μέχρι τα φώτα του ΡΙΚ, οπόταν τον ειδοποίησαν να την σταματήσει. Ο Εφεσείων, πέρασε τα φώτα του ΡΙΚ με αναμμένο το κόκκινο φως και με υπερβολική ταχύτητα και συγκρούστηκε με το όχημα του Εφεσίβλητου 1, που εξερχόταν από την οδό Υπατίας».
Οι τρεις λόγοι που ηγέρθησαν από τον εφεσείοντα ήταν ότι (1) ο πολίτης που ανέκοψε την πορεία του εισήλθε από πάροδο χωρίς τη δέουσα προσοχή, (2) οι αστυνομικοί συνέτειναν σε πολύ μεγάλο βαθμό στην πρόκληση του ατυχήματος και (3) πως η ταχύτητα της μοτοσικλέτας του δεν ήταν αυτή που έδειχνε το ταχύμετρο (152 χλμ/ώρα). Το Ανώτατο, όμως, αξιολογώντας τα εγερθέντα ζητήματα κατέληξε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο «με περισσή λεπτομέρεια ανέλυσε την προσαχθείσα μαρτυρία και το καθήκον επιμέλειας που είχε ο κάθε διάδικος και κατέληξε στα ορθά συμπεράσματα».