Εμφανίζονται αύριο ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας οι δυο γυναίκες από την Ουγγαρία, οι οποίες κατηγορούνται για υπόθεση σφετερισμού ελληνοκυπριακής γης στα κατεχόμενα, αξίας πέραν των €58 εκατ.

Οι δυο γυναίκες κρατούνται ως υπόδικες κατόπιν απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου στο πλαίσιο της διαδικασίας παραπομπής της υπόθεσης στο Κακουργιοδικείο.

Αμφότερες κατηγορούνται ότι προώθησαν προς πώληση ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλους ενόσω γνώριζαν ή υπό τις περιστάσεις έπρεπε εύλογα να γνωρίζουν ότι δεν είχαν τη συγκατάθεση των εγγεγραμμένων ιδιοκτητών και ότι νέμονταν και χρησιμοποιούσαν γη εγγεγραμμένη επ’ ονόματι άλλων χωρίς τη συναίνεσή τους.

Πιο συγκεκριμένα, η υπόθεση αφορά την ανέγερση οικιστικών μονάδων από την ιδρυθείσα και εδρεύουσα στα κατεχόμενα εταιρεία «Cyprus Constructions Califorian Trading Ltd», σε εννέα τουριστικά συγκροτήματα. Οι εν λόγω αναπτύξεις από την προαναφερθείσα εταιρική οντότητα έγιναν στις κατεχόμενες περιοχές Αμμοχώστου (Ακανθού) και Κερύνειας (Άγιο Αμβρόσιο, Καλογραία). Η παράνομη ανάπτυξη σχετίζεται με 28 εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες των επηρεαζομένων τεμαχίων ή μεριδίων σε αυτά.

Οι γυναίκες με καταγωγή από την Ουγγαρία, είναι αντιμέτωπες με συνολικά 60 κατηγορίες, οι οποίες αφορούν, μεταξύ άλλων, συνωμοσία για διάπραξη κακουργήματος και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Την Τρίτη το Εφετείο με ομόφωνη απόφασή του (Χ.Β. Χαραλάμπους, Μ. Παπαδοπούλου, Μ.Γ. Πικής) απέρριψε αίτημα των δικηγόρων των προαναφερθεισών ώστε να μείνουν ελεύθερες με όρους.

Οι συνήγοροι υπεράσπισης είχαν προσβάλει την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για την προφυλάκισή των δυο γυναικών λόγω κινδύνου φυγοδικίας μέχρι εμφάνισής τους στο Κακουργιοδικείο. Σύμφωνα με τις θέσεις που παρουσίασαν ενώπιον του Εφετείου, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε αναιτιολόγητα στο ότι υπήρχε πιθανότητα καταδίκης ενώ το μαρτυρικό υλικό δεν τις συνέδεε στον βαθμό που απαιτείται για σκοπούς κράτησης.

Ωστόσο το Εφετείο με ετυμηγορία έκτασης 13 σελίδων απέρριψε την έφεση. Στην απόφαση σημειώνονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Αισθανόμαστε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο αντιμετώπισε την περίπτωση ισότιμα, όπως θα έπραττε και σε κάθε άλλη περίπτωση ημεδαπού ο οποίος ετύγχαινε να διατηρεί δεσμούς και με άλλη χώρα. Έδωσε την πρέπουσα σημασία στο γεγονός ότι διαμένουν οικογενειακώς και εργάζονται στην Κύπρο από 15ετίας. Δεν πρέπει δε να λησμονείται πως ακόμα και στις περιπτώσεις ημεδαπού ο οποίος διαμένει στην Κύπρο, έχοντας εδώ το κέντρο των οικονομικών και οικογενειακών του δραστηριοτήτων, το γεγονός αυτό λαμβάνεται μεν υπ’ όψιν αλλά δεν σημαίνει πως αφήνεται άνευ ετέρου ελεύθερος (Βύρωνος v. Αστυνομίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 454), δηλαδή ακόμα και εάν δεν διατηρεί δεσμούς με άλλη χώρα. Δεν εντοπίζουμε κανένα στοιχείο το οποίο να τείνει έστω να δείξει διάκριση λόγω καταγωγής». Να σημειωθεί ότι στην υπόθεση εμφανίστηκαν για τον Γενικό Εισαγγελέα η Έλενα Κωνσταντίνου και η Ν. Γρηγορίου.