Άλλος ένας αυτόπτης μάρτυρας κλήθηκε και κατέθεσε ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού κατά την σημερινή ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης του τετραπλού θανατηφόρου δυστυχήματος, με κατηγορούμενο τον 44χρονο Σύρο οδηγό, ο οποίος προκάλεσε τον θάνατο των θυμάτων λίγη ώρα μετά την έλευση του νέου έτους. Πρόκειται για γυναίκα συνοδηγό που βρισκόταν σε αυτοκίνητο μαζί με τον σύζυγό της και την κόρη της, πίσω από το ταξί και οι οποίοι ανέμεναν στη συμβολή των φώτων τροχαίας, επί της οδού Αγίας Αναστασίας.
Η μάρτυρας κλήθηκε να διαβάσει την κατάθεση που έδωσε στην Τροχαία Λεμεσού κατά τη διερεύνηση του φοβερού θανατηφόρου. Όπως είπε, το όχημά τους σταμάτησε στη συμβολή των φώτων και η ίδια πρόσεξε από τα δεξιά να εισέρχεται με υπερβολική ταχύτητα το όχημα του κατηγορούμενου. Ταυτόχρονα, είχε εισέλθει στη συμβολή το μικρό κόκκινο αυτοκίνητο των θυμάτων με χαμηλή ταχύτητα και, χωρίς να σταματήσει τελείως, επιχείρησε να στρίψει.
Σύμφωνα με τη μάρτυρα, το διπλοκάμπινο κτύπησε σφόδρα το μπροστινό μέρος του κόκκινου αυτοκινήτου, το οποίο στριφογύρισε δύο φορές στον αέρα και κατέληξε να ακινητοποιηθεί στο πεζοδρόμιο προς τα βόρεια της συμβολής.
Μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι ο σύζυγός της κάλεσε άμεσα το 112, ενώ ταυτόχρονα αυτή και η κόρη της κατέβηκαν και πλησίασαν το μικρό κόκκινο αυτοκίνητο. Εξήγησε ότι σε αυτό υπήρχαν τέσσερα άτομα, διευκρινίζοντας ότι είδε μια γυναίκα και δύο άντρες, ενώ το τέταρτο θύμα δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν ήταν γυναίκα ή άντρας. Επιπλέον, παρατήρησε ότι στο διπλοκάμπινο όχημα υπήρχαν δύο άτομα και ο οδηγός είχε τις αισθήσεις του.
Η μάρτυρας είπε ακόμη ότι το δικό τους φανάρι ήταν κόκκινο, ενώ όσο παρέμειναν στη σκηνή του θανατηφόρου, δεν εισήλθε κανένα πρόσωπο και τα μέλη της Αστυνομίας αποκόπηκαν τη σκηνή χωρίς αυτή να αλλοιωθεί.
Κατά την κυρίως εξέτασή της, η μάρτυρας κλήθηκε να διευκρινίσει την ταχύτητα του διπλοκάμπινου οχήματος και γιατί την χαρακτήρισε αυξημένη. Είπε ακόμη ότι “τη μια στιγμή δεν υπήρχε αυτοκίνητο και την άλλη είδαμε το διπλοκάμπινο”.
Ανέφερε ακόμη ότι, αν και τα παράθυρα του αυτοκινήτου τους ήταν κλειστά, άκουσαν έναν εκκωφαντικό θόρυβο. Κληθείσα να περιγράψει τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, ανέφερε στην κατάθεσή της: “Το διπλοκάμπινο εμβόλισε το μικρό κόκκινο αυτοκίνητο, το οποίο σηκώθηκε στον αέρα, στριφογύρισε δύο φορές και έβγαλε καπνούς το όχημα”.
Στην μάρτυρα υποδείχθηκαν φωτογραφίες – τεκμήρια, των τελικών θέσεων των δύο εμπλεκόμενων οχημάτων όπως και το βίντεο ντοκουμέντο που κατέγραψε το θανατηφόρο, με την ίδια να αναφέρει ότι έτσι ακριβώς έγινε το δυστύχημα, ωστόσο το όχημα τους ήταν από την αντίθετη πλευρά.
Σημείωσε, μεταξύ άλλων, ότι από το διπλοκάμπινο όχημα δεν εξήλθε κανένα πρόσωπο, ωστόσο είδε τον οδηγό του διπλοκάμπινου να κρατά το κινητό του.
Αντεξεταζόμενη από τον δικηγόρο του κατηγορούμενου, Λάμπρο Πιερή, κλήθηκε να απαντήσει εάν υπήρχαν εμπόδια προς τα αριστερά της, με την ίδια να λέει “όχι”. Σε υπόδειξη ότι είναι υπερβολική η θέση της ότι το όχημα των θυμάτων σηκώθηκε στον αέρα, ανέφερε: “Δεν έχω κανένα συμφέρον, δεν γνωρίζω τον κατηγορούμενο ούτε και τα θύματα. Εγώ σας λέω ότι είδα”.
Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής της, επισήμανε ότι το ατύχημα ήταν έντονο: “Ήταν με μεγάλη ταχύτητα που κτύπησε το μικρό αυτοκίνητο και το πέταξε στον αέρα. Σίγουρα έκανε στροφή στον αέρα και το πέταξε μακριά”. Ερωτηθείσα εάν το όχημα των θυμάτων σταμάτησε στη συμβολή, η μάρτυρας είπε ότι προχώρησε απευθείας στη συμβολή, δεν ακινητοποιήθηκε εντελώς, εισήλθε με χαμηλή ταχύτητα, ενώ η μάρτυρας δεν θυμάται αν η οδηγός είχε βγάλει φλας για να στρίψει.
Επομένως, μάρτυρας που κλήθηκε να καταθέσει στο Κακουργιοδικείο είναι ο αστυφύλακας του Εργαστηρίου Φωτογραφίας και Γραφικών του Αρχηγείου Αστυνομίας, Άδαμος Αδάμου.