Ανοίγει ο δρόμος προκειμένου να εισέλθει σε ουσιαστικό στάδιο η δίκη για την υπόθεση τρομοκρατίας που είχε γίνει πρώτο θέμα στα ισραηλινά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης τον Σεπτέμβριο του 2021 κι έχει ως κεντρικό πρόσωπο τον 41χρονο Αζέρο Ορχάν Ασάντοφ.

Ο τελευταίος κατηγορείται -μεταξύ άλλων- ότι καθοδηγούμενος από πολιτικά κίνητρα έλαβε 40.000 δολάρια για να σχεδιάσει και να εκτελέσει τρομοκρατικό κτύπημα  στην Κύπρο, επιστρατεύοντας άτομα μουσουλμανικής καταγωγής και έχοντας στο στόχαστρο πέντε πρόσωπα από το Ισραήλ.

Την περασμένη εβδομάδα το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας με ενδιάμεση απόφασή του κατόπιν «δίκης εντός δίκης», απέρριψε ένσταση των δικηγόρων των τριών κατηγορούμενων. Η εν λόγω ένσταση ηγέρθη από τους συνηγόρους υπεράσπισης τον Οκτώβριο του 2023, με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και, συγκεκριμένα, με την ένορκο κατάθεση του πρώτου μάρτυρα κατηγορίας.

Επρόκειτο για μέλος της Αστυνομίας που χειρίστηκε τεκμήρια της υπόθεσης. Ο τελευταίος είχε καταθέσει ψηφιακό δίσκο με στοιχεία που προέρχονταν από την τηλεφωνική συσκευή του Ασάντοφ. Η υπεράσπιση των κατηγορούμενων τότε, αμέσως ήγειρε ζήτημα για τη νομιμότητα λήψης των εν λόγω αρχείων, θέτοντας θέμα συνταγματικών και άλλων ζητημάτων που καθιστούν μολυσμένη τη μαρτυρία.

Το Δικαστήριο, ωστόσο, με ετυμηγορία του έκτασης 38 σελίδων κατέληξε ότι η λήψη μαρτυρίας έγινε νόμιμα προς πλήρη συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Συντάγματος και χωρίς να παραβιαστούν τα δικαιώματα του βασικού κατηγορούμενου Ορχάν Ασάντοφ. Κατά συνέπεια, το τριμελές δικαστικό σώμα, σημειώνει ότι δεν επηρεάζονται ούτε τα δικαιώματα των άλλων δυο κατηγορουμένων. «Καταληκτικά η ένσταση απορρίπτεται στην ολότητα της», σημειώνεται μεταξύ άλλων στην κατακλείδα της απόφασης.

Πλέον και μετά από την προαναφερθείσα εξέλιξη, αναμένεται να προχωρήσει η δίκη σε ουσιαστικό στάδιο, τρία χρόνια σχεδόν μετά τη σύλληψη των κατηγορουμένων. Εδώ να σημειωθεί ότι η υπόθεση είχε καταχωρισθεί στις 5 Νοεμβρίου του 2021.

Η νομική μάχη

Η υπόθεση παρουσιάζει ενδιαφέρον όχι μόνο λόγω των γεγονότων που την περιβάλλουν, αλλά και από νομικής πλευράς. Είναι ενδεικτικό το περιεχόμενο της απόφασης την περασμένη εβδομάδα, μέρος της οποίας είναι σε γνώση του «Φ» και παρουσιάζουμε στο παρόν δημοσίευμα. Να σημειωθεί ότι η δίκη διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών.

Η ένσταση, όπως σημειώσαμε, ηγέρθη όταν μάρτυρας κατηγορίας, κατέθεσε ως τεκμήριο έναν ψηφιακό δίσκο που περιείχε αρχεία οπτικού υλικού (εικόνα και βίντεο) και τοποθεσιών (locations). Το ζήτημα που έθεσαν οι συνήγοροι υπεράσπισης αιτούμενοι να γίνει δίκη εντός δίκης, στηρίχθηκε σε δυο πυλώνες.

Υποστήριξαν ότι τα εν λόγω αρχεία αποτελούν περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας και ότι η Αστυνομία απέκτησε πρόσβαση σ΄ αυτά, προτού εξασφαλίσει είτε γραπτή του συγκατάθεση είτε δικαστικό διάταγμα. Επιπλέον, προβλήθηκε η θέση ότι το περιεχόμενο από τα δυο κινητά τηλέφωνα του 41χρονου πλέον Αζέρου με ρωσικό διαβατήριο, αφορά σε ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα όπως αυτά καθορίζονται στο Σύνταγμα.

Έγινε ακόμη λόγος για συνταγματικές παραβιάσεις που έχουν να κάνουν με την φυλετική και εθνική προέλευση και τις θρησκευτικές πεποιθήσεις. Ο δικηγόρος του δεύτερου κατηγορούμενου, του 30χρονου Πακιστανού Μουζαφάρ Αμπάς, βασιζόμενος στις πιο πάνω θέσεις, υποστήριξε ότι οι αστυνομικοί ανακριτές οδηγήθηκαν στον εντοπισμό του πελάτη του στη βάση των πιο πάνω κατ΄ ισχυρισμό παραβιάσεων της Αστυνομίας.

Συνεπώς, όπως υποστήριξε, η όποια εξασφαλισθείσα μαρτυρία είναι μολυσμένη, Επικαλέστηκε την αρχή «του φρούτου του δηλητηριασμένου δένδρου». Η ίδια θέση προβλήθηκε και από τη συνήγορο υπεράσπισης του τρίτου κατηγορούμενου, καθώς η δικηγόρος του τελευταίου είπε ότι η Αστυνομία οδηγήθηκε στον πελάτη της μετά από τη λήψη κατάθεσης από τον δεύτερο κατηγορούμενο.

Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας Αρχής δεν έφερε ένσταση στην διεξαγωγή δίκης εντός δίκης, για την οποία άναψε πράσινο το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφασή του (11/10/2023). Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας κατέθεσαν εμπειρογνώμονες που κλήθηκαν από την κατηγορούσα Αρχή και τους δικηγόρους του Ασάντοφ. Συγκεκριμένα εξετάστηκαν κι αντεξετάστηκαν δυο στελέχη της Αστυνομίας με εξειδίκευση και ένας ειδικός από την Ουκρανία που συνεργάζεται με τις Αρχές ττης χώρας του, αντιστοίχως.

Να σημειωθεί ότι η εισαγγελέας της Δημοκρατίας Πολίνα Ευθυβούλου, η οποία εμφανίζεται για την κατηγορούσα Αρχή υποστήριξε ότι η εξαγωγή των αρχείων βίντεο, εικόνας και σημείων τοποθεσιών (location) από τα δυο κινητά τηλέφωνα του Ασάντοφ, τα οποία εξάχθηκαν και δόθηκαν στην ανακριτική ομάδα για χρήση (πριν από την εξασφάλιση διατάγματος για πρόσβαση, επιθεώρηση και λήψη δεδομένων ιδιωτικής επικοινωνίας), δεν αποτελούν περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας.

Εξήγησε ότι αυτά δεν αντλήθηκαν από οποιαδήποτε συνομιλία του τελευταίου, αλλά αποτελούσαν ήδη περιεχόμενο το οποίο βρισκόταν αποθηκευμένο στα κινητά του τηλέφωνα.

Ταυτόχρονα, η κ. Ευθυβούλου υπέδειξε ότι τα αδικήματα τρομοκρατίας για τα οποία διώκονται οι κατηγορούμενοι, είναι τέτοιας μορφής και φύσης που οι θρησκευτικές τους πεποιθήσεις είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με αυτά, αφού τα κίνητρα σε τρομοκρατικές επιθέσεις είναι, κατά τεκμήριο, θρησκευτικά.

Το Δικαστήριο στην απόφασή του, αφού πρώτα κατέγραψε την αξιολόγησή του για τους τρεις  μάρτυρες, οι οποίοι του έκαναν καλή εντύπωση, κατέληξε πως δεν έχει καταδειχθεί από την προσκομισθείσα μαρτυρία ότι με τις ενέργειες της Αστυνομίας παραβιάστηκαν τα Συνταγματικά δικαιώματα του Ασάντοφ, αποδεχόμενο τις θέσεις της κατηγορούσας Αρχής.

Η απόφαση του Δικαστηρίου, πάντως, επιβεβαιώνει ότι η τακτική της Αστυνομίας να εξάγει δεδομένα από δεσμευμένα κινητά τηλέφωνα (διαδικασία δικανικής αντιγραφής και ανάλυσης) με σκοπό τη διασφάλισή τους, δεν είναι με οποιονδήποτε τρόπο παράτυπη.

Στην προκειμένη περίπτωση η Αστυνομία στις 27/9/2021 έκανε αντίγραφα από τα δεδομένα που βρίσκονταν στα κινητά τηλέφωνα και στην κάμερα GoPro του κατηγορούμενου, ενώ στις 07.10.2021 εξασφάλισε διάταγμα για πρόσβαση, επιθεώρηση και λήψη δεδομένων που αποτελούν περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας.

Τον Ασάντοφ εκπροσωπούν οι Κωστής Ευσταθίου, Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου και Γιώργος Καλογερίδης, ενώ τον δεύτερο κατηγορούμενο, 30χρονο Μουζαφάρ Αμπάς, ο Πάνος Παφίτης. Ο τρίτος κατηγορούμενος, 29 ετών, έχει ως συνήγορο υπεράσπισης την Κασσάνδρα Κουππαρή.

Το κατηγορητήριο τον παρουσιάζει να ενεργούσε ως πράκτορας

  • Τέσσερα διαβατήρια και παρακολουθήσεις πέντε Ισραηλινών

Η υπόθεση τρομοκρατίας προέκυψε μετά τη σύλληψη του Ασάντοφ στις 27/9/2021, με τα δημοσιεύματα στο Ισραήλ να  την διασυνδέουν με μυστικές υπηρεσίες του Ιράν.

Καταχωρίσθηκε στις 5 Νοεμβρίου του 2021 με έξι συνολικά κατηγορούμενους, ενώ η ακρόαση της άρχισε στις 6 Ιουλίου του 2023. Δύο κατηγορούμενοι απαλλάχθηκαν σε πρώιμο στάδιο. Κρίθηκε ότι δεν είχαν ενεργό συμμετοχή.

Τρίτο πρόσωπο, 22χρονος Κύπριος φοιτητής Πανεπιστημίου με καταγωγή από τον Λίβανο, καταδικάστηκε σε 12μηνη φυλάκιση με τριετή αναστολή και έχει μετατραπεί σε μάρτυρα κατηγορίας.

Από τις κατηγορίες που απαγγέλθηκαν προκύπτει ότι η Αστυνομία θεωρεί ότι ο Ασάντοφ για μήνες βρισκόταν στην Κύπρο (μεταξύ Απριλίου και Σεπτεμβρίου 2021) -μεταβαίνοντας συχνά στα κατεχόμενα- και επιχειρούσε τον σχεδιασμό και την υλοποίηση τρομοκρατικού κτυπήματος.

Από τις περίπου 50 κατηγορίες που περιλήφθηκαν αρχικά στο κατηγορητήριο, οι τουλάχιστον 40 τον αφορούν. Απ΄ αυτό προκύπτει ότι οι Αρχές θεωρούν πως ενήργησε σαν πράκτορας. Παρουσιάζεται να χρησιμοποίησε τέσσερα πλαστά ρωσικά διαβατήρια και ισάριθμες πλαστές άδειες οδήγησης, να είχε πιστόλι στην κατοχή του και να διατηρούσε σχέσεις με αντισιωνιστικές οργανώσεις.

Μια από τις κατηγορίες ανέφερε πως ο Ασάντοφ παρέλαβε το χρηματικό ποσό των 40.000 δολαρίων Αμερικής στην Κύπρο, από κάποιο πρόσωπο ονόματι Μοχάμεντ για να διαπράξει τρομοκρατία. Πληροφορίες για την υπόθεση αναφέρουν πως ο πρωταρχικός στόχος ήταν επιχειρηματίας με καταγωγή από το Ισραήλ, ο οποίος τυγχάνει διεθνούς αναγνώρισης.

Την επίμαχη περίοδο διέμενε μόνιμα στο νησί μας, απ’ όπου και διηύθυνε τις επιχειρήσεις του. Στη λίστα των πέντε στόχων περιλαμβάνεται και πρόσωπο το οποίο φερόταν να ήταν αξιωματούχος στις εταιρείες του μεγιστάνα.

Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται για πρόσωπο το οποίο εκτελούσε χρέη οικονομικού διευθυντή (Chief Financial Officer) στον εταιρικό Όμιλο του και συνεπακόλουθα αποτελούσε συνεργάτη-κλειδί.  Τα ονόματα των πέντε Ισραηλινών πολιτών που διέμεναν μόνιμα στην Κύπρο, περιλαμβάνονται και στη δικογραφία της υπόθεσης.

Τον Σεπτέμβριο του 2022, όταν και συμπληρώθηκε ένας χρόνος από τη σύλληψη του Αζέρου, ο τελευταίος παραδέχθηκε μεγάλο αριθμό κατηγοριών που αφορούν αδικήματα πλαστογραφίας και κατοχής οπλισμού. Βέβαια, αρνείται τις κατηγορίες που σχετίζονται με τα αδικήματα τρομοκρατίας, συνωμοσίας προς διάπραξη φόνου και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.