Έχω αναθεωρήσει την πεποίθησή μου ότι η τέχνη μπορεί να σώσει τον άνθρωπο. Με τα χρόνια έχω γίνει πιο κυνικός, οι αντιστάσεις κάμπτονται με το γήρας. Ωστόσο, τη φλόγα της παιδικότητας που παραμένει αναμμένη, την προστατεύω και με τα δέκα δάχτυλα. Πείτε το παλιμπαιδισμό – δεν το κρύβω κιόλας – πείτε το προσωπικό αντάρτικο.

Όμως, όχι, η τέχνη δεν σώζει κανένα που δεν θέλει σωθεί από αυτήν. Αν μη τι άλλο, μπορεί να μας κάνει να σκεφτούμε διαφορετικά, κρατήστε τουλάχιστον αυτό. Η μεταστροφή μου πηγάζει τόσο από τους ίδιους τους δημιουργούς – εντός και εκτός βραχονησίδας – που συχνά ξεχειλίζουν από έπαρση, αγένεια και κωλοπαιδισμό, μα και από το άχαρο πόρισμα πως εν τέλει η σωτηρία είναι προσωπικό μονοπάτι, ο σώζων εαυτόν σωθήτω δηλαδή. Πλέον κουβαλώ τον δικό μου σταυρό. Εγωιστικό, θα μου πείτε, μοναχικό ανταπαντώ.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, το καλοκαίρι βρεθήκαμε στο Παρίσι και, πριν το ταξίδι, φρόντισα να προετοιμάσω τα παιδιά για κάποια πράγματα που θα βλέπαμε – ποιοι τα δημιούργησαν, γιατί, πώς επηρέασαν τον κόσμο κ.λπ. – χονδρικώς δηλαδή και ό,τι κολλήσει. Όταν θα ερχόταν η ώρα, να μπορούσαν να εκτιμήσουν δυο πράγματα. Περίοπτη θέση στο… σεμινάριο, είχε βεβαίως, βεβαίως ο Πικάσο, τον οποίο θα συναντούσαμε στο δρόμο μας. Γιατί η διάκριση; Πρώτον, γιατί βρίσκω συναρπαστικό τον τρόπο με τον οποίο αποδομεί την πραγματικότητα, σαν μια φουρτούνα αντίστασης στα στεγανά και κατεστημένα, τα οποία σχεδόν σε αναγκάζει να δεις με άλλο μάτι. Δεύτερον, όπως ο Σωκράτης με τη διαλεκτική του, που αναιρούσε τις θέσεις των συνομιλητών του για να εξαχθούν νέα συμπεράσματα μέσα από φαινομενικά απλοϊκές ερωτήσεις-απαντήσεις, έτσι και ο μεγάλος Ισπανός ζωγράφος, «έλεγε» περισσότερα, κάνοντας λιγότερα (less is more αγγλιστί) με το πινέλο του.

Φωτεινότερο ίσως παράδειγμα οι περιβόητοι ταύροι του, που ξεκινούν ως σχεδόν αντίγραφα της πραγματικής ζωής και διά της αφαιρετικής καταλήγουν σε δυο γραμμές σκίτσα. Απίθανα, μαγικά πράγματα. Μιλώντας για μαγικά, επιτρέψτε μου μ’ ένα δικό μου χατ-τρικ, να μεταφέρω το σκηνικό στη δική μας πολύβουη πραγματικότητα, όπου το «λιγότερο», το «λιτό», το «μετρημένο», βρίσκεται στα αζήτητα.

Το «πολύ» μας χαρακτηρίζει γενικώς ως λαό. Φωνακλάδες, επιφανειακοί, ακαλαίσθητοι, υπερβολικοί. Αυτές τις μέρες ειδικά, ζούμε την απόλυτη αποθέωση της ηχορύπανσης, με ιαχές πολέμου, κενές υποσχέσεις και ψευτοδιλήμματα, ελέω διπλών εκλογών, πολιτικών και θρησκευτικών, σαν ένας κακόγουστος και υπερφορτωμένος με αδέξιες πινελιές πίνακας που πνίγει ό,τι ίσως θα ήθελε αρχικά να πει ο ποιητής, ο πολιτικός, ο παπάς. Ο ζωγράφος καλεί ώρα.

Μήπως να ρίξουμε τους τόνους, να αγγίξουμε έστω την πραγματικότητα χωρίς φρου φρου και αρώματα; Ήρεμα το ζητώ. Ας αφήσουμε τα θα θα και τις ψευδοταπεινοφροσύνες, το white noise και τις εξαλλοσύνες των επίδοξων. Ας κάνουμε, βεβαίως, την αρχή πρώτα εμείς οι «αφανείς» και ας ακολουθήσουν, έστω, αυτοί. Κάποια στιγμή. 

Ελεύθερα, 27.11.2022.