Στο βάθος του μπαούλου, ανάμεσα στις δεκάδες στοίβες με παλιές φωτογραφίες, που χωρίζονταν η μια από την άλλη, δεμένες μ’ ένα λαστιχάκι, βρέθηκε -ξεκάρφωτη- μια θαμπή φωτογραφία με τρεις καφέ βράχους να αντικατοπτρίζονται μαζί με δέντρα κι ένα λόφο στα επίσης καφέ νερά του ποταμού. Μια φωτογραφία σε γήινα χρώματα, χωρίς καμιά ιδιαίτερη ομορφιά, που ήταν επιπλέον out of focus. Η πρώτη της αντίδραση ήταν να τη σχίσει και να την πετάξει, αν δεν αναγνώριζε τα βράχια εκείνα, που αντίκρυσε πριν σαράντα χρόνια. Θυμήθηκε πως οι πέτρες αυτές βρίσκονταν στον ποταμό Τάγο που σαν μαίανδρος κυκλώνει την πόλη του Toledo.
Να βρίσκονται ακόμη εκεί ή μήπως η ορμή του νερού να τα έχει σμιλέψει, μεταποιήσει ή ακόμη κι εξαφανίσει; Τη νύχτα προτού επισκεφθούν την πόλη είχε προηγηθεί μια ανοιξιάτικη μπόρα κι ο ουρανός ήταν ακόμη φορτωμένος σύννεφα, μουντός και χαμηλός. Ο πίνακας «Το Τολέδο στην καταιγίδα» του Δομίνικου Θεοτοκόπουλου, που ποτέ δεν κατάφερνε να προφέρει χωρίς να χάσει κάποιες συλλαβές η καθηγήτρια της ιστορίας της τέχνης, madame Parienté, ενώ στρεφόταν στην ελληνοκύπρια φοιτήτρια για να το πει μεγαλόφωνα στα ελληνικά, «να γεμίσει η τάξη» με το όνομα σιδηρόδρομος. Τον έλεγε απλά El Greco, αφιερώνοντας τρία ολόκληρα μαθήματα στον συγκεκριμένο πίνακα και τον ζωγράφο ενώ τους υπόλοιπους τους περνούσε τον ένα πίσω από τον άλλο, προβάλλοντας διαφάνειες στο πανί. Ο πίνακας ζωντάνεψε μπροστά της σε όλο του το μεγαλείο αλλά και την ταπεινότητα, πλησιάζοντας με το λεωφορείο την πόλη του Toledo.
Ήταν Πάσχα και τα σοκάκια μύριζαν ανθούς από κίτρα, μοσχομύριζε το νοτισμένο χώμα από την πρωινή καταιγίδα. Ξεχύθηκαν στα δρομάκια και στα καπηλειά, εκεί όπου άλλοτε περιπλανήθηκε ο ζωγράφος, έζησε, αγάπησε και δημιούργησε τα περισσότερα του έργα. Ένα σπίτι έφερε το όνομά του, «ανακριβής τουριστική ατραξιόν» έγραφε ο ταξιδιωτικός οδηγός που κουβαλούσαν μαζί τους και τον οποίον ακολουθούσαν κατά γράμμα στο κεφάλαιο «Το Τολέδο σε μια μέρα». Όλα ήταν πρωτόγνωρα εκείνη τη μακρινή εποχή. Πατούσαν σε «άγραφο χάρτη», αφήνοντας τα δικά τους βήματα και απομεινάρια. Στα ταξίδια δεν ήξεραν εκ των προτέρων πού θα μείνουν, πού θα φάνε και τι θα αντικρύσουν στην επόμενη γωνιά ή πόλη.
Συνομιλούσαν με τους ανθρώπους που συναπαντούσαν στα τραίνα, ρωτώντας τους πληροφορίες για τον τόπο που θα επισκέπτονταν. Με ένα λεξικό τσέπης, με χειρονομίες και τη νοηματική γλώσσα έφταναν στον προορισμό τους. Ακόμη και όταν χανόντουσαν θα ανακάλυπταν ένα σωρό πράγματα στην πορεία, τα οποία θα θαύμαζαν ή θα φωτογράφιζαν.
Λιγοστές, μετρημένες οι φωτογραφίες που έβγαζαν εφόσον είχαν μαζί τους από ένα «φιλμ των 36» που έπρεπε να φυλάξουν έως το τέλος του ταξιδιού. Οπόταν και αποθανάτιζαν μόνο ό, τι τις είχε στ’ αλήθεια γοητεύσει ή εκπλήξει. Σε κάποιες πόζαραν οι ίδιες σε στάση προσοχής, τραβώντας η μια την άλλη, μπροστά από τον καθεδρικό ή το επιβλητικό οχυρό του Alcázar που δεσπόζει στον λόφο πάνω από την πόλη. Φωτογραφίες που δεν θα επιδείκνυαν ποτέ σε άλλους αλλά θα τις κολλούσαν στο άλμπουμ τους ή θα τις τοποθετούσαν σε ένα μπαούλο μαζί με cartes postales ή γράμματα.
Μια τέτοια φωτογραφία, από ένα ποτάμι έσπασε το φράγμα του χρόνου, παίρνοντάς την πίσω στο Toledo της περιοχής Castilla-La Mancha, στην παλιά πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας της Ισπανίας. Στην καφέ πόλη και στον καθεδρικό ναό της με τα έργα των Goya και El Greco. Η γέφυρα San Martín αποτελώντας σημείο συνάντησης για όσους χάνονται στην ξενάγηση στα δαιδαλώδη σοκάκια, χρησίμευσε και στην ίδια, όταν η Νάτια προσπαθούσε να πείσει ένα εξαγριωμένο λεωφορείο να περιμένει την αδελφή της για την επιστροφή στη Μαδρίτη.
Δεν χάθηκε αλλά ξεχάστηκε σ’ ένα εργαστήρι μεταλλουργίας όπου κατασκεύαζαν και σφυρηλατούσαν δαμασκηνά σπαθιά και διακοσμητικά πιάτα με χρυσάφι, ασήμι ή μπρούντζο. Αγόρασε μια μινιατούρα δίσκου με χρυσά πουλιά δώρο για την αδελφή της κι ένα σπαθί χαρτοκόπτη με το οποίο άνοιγε τα γράμματα που έρχονταν από την οικογένεια και φίλους ή κόβοντας τις σελίδες των βιβλίων της κατά τη διάρκεια των σπουδών της τα επόμενα χρόνια.
Μια παλιά θολή φωτογραφία με τρεις βράχους μέσα στο θολό ποτάμι έγινε γέφυρα, ενώνοντας το παρόν με ένα μακρινό παρελθοντικό χρόνο. Ποτάμι κι η ζωή που στα νερά του δεν μπορούμε να λουστούμε δυο φορές, αλλά η μνήμη μας επιτρέπει να επιστρέφουμε όσο συχνά το θέλουμε. Δεν πρόκειται για νοσταλγία αλλά για ευγνωμοσύνη για όσα μας δόθηκαν ή επιδιώξαμε να ζήσουμε. Προσωπική κληρονομιά του καθενός μας που ούτε ο χρόνος ούτε κανένας ξένος εισβολέας θα μπορέσει ποτέ να μας πάρει. Είμαστε τα αθροίσματα των στιγμών που ζήσαμε και των ανθρώπων που αγαπήσαμε. Βασιλείς σε μια χώρα αποκλειστικά δικής μας.