Του Μάρκου Σπανού,
πρώην Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων
Τη Δευτέρα, 15 Ιουλίου 1974, το προδοτικό Πραξικόπημα της Χούντας των Αθηνών με βρήκε Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Το Σαββατοκύριακο, το οποίο προηγήθηκε του Πραξικοπήματος, ο Πρόεδρος της Βουλής Γλαύκος Κληρίδης και πέντε υπουργοί φιλοξενηθήκαμε οικογενειακώς στο ξενοδοχείο Golden Sands, στην Αμμόχωστο. Στις 2 Ιουλίου ο Μακάριος, ύστερα από ενημέρωση του Υπουργικού Συμβουλίου, παρόντος και του Κληρίδη, είχε αποστείλει στον Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβέρνησης, Στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη επιστολή, ζητώντας την ανάκληση αριθμού εξ Ελλάδος αξιωματικών της Εθνικής Φρουράς.
Συνεπώς, κατά τις ημέρες που ακολούθησαν αναμέναμε την αντίδραση της Χούντας. Σημειωτέον πως στο πλαίσιο ερευνών είχαν εντοπιστεί στην κατοχή ανωτάτου στελέχους της ΕΟΚΑ Β΄ έγγραφα, τα οποία αναφέρονταν στην εκδήλωση πραξικοπήματος και τις ενέργειες που θα ακολουθούσαν. Σε αυτές συμπεριλαμβάνονταν η σύλληψη των υπουργών του Μακαρίου και η εκτέλεση ορισμένων ακραιφνών μακαριακών. Ευλόγως, ανάμεσα στους μακαριακούς επικρατούσε ανασφάλεια και ανησυχία. Στις 13 Ιουλίου ήταν προγραμματισμένη σύσκεψη στην Αθήνα στελεχών της χουντικής Κυβέρνησης, με τη συμμετοχή και αξιωματικών, οι οποίοι υπηρετούσαν στην Κύπρο και εκλήθησαν για τον σκοπό αυτό στην Ελλάδα.
Ευρισκόμενοι στο Golden Sands μάθαμε πως η εν λόγω σύσκεψη μετατέθηκε για τη Δευτέρα 15 Ιουλίου. Την Κυριακή το βράδυ η Έφη και εγώ επιστρέψαμε στη Λευκωσία, καθώς θεωρήσαμε καλύτερο να μας βρουν εκεί οι όποιες εξελίξεις. Τα παιδιά μας τα αφήσαμε με τους φίλους τους για μπάνια, στο σπίτι των οικογενειακών μας φίλων Αντώνη και Λουίζας Κούρρη.
Τη Δευτέρα το πρωί, ενώ διέσχιζα τον διάδρομο του σπιτιού μου κατευθυνόμενος προς το υπουργικό όχημα για να μεταβώ στο Υπουργείο, άκουσα πυροβολισμούς. Αμέσως υποψιάστηκα πως εκδηλώθηκε πραξικόπημα. Ο οδηγός μου Ανδρέας Ουστάς και ο προσωπικός αστυνομικός φρουρός μου Σωτήρης με ανέμεναν στο αυτοκίνητο. Με την εκδήλωση του Πραξικοπήματος, διεβιβάσθη εντολή στους οδηγούς των υπουργών για προφύλαξη.
Πασχίζοντας να βρω την ασφαλέστερη λύση, είπα στη σύζυγό μου πως θα πάσχιζα, φεύγοντας με το δικό της αυτοκίνητο, να βρω ένα ασφαλές καταφύγιο. Ωστόσο, εκείνη αντέδρασε λέγοντας πως θα με ακολουθούσε. Υπό αυτές τις συνθήκες, έκρινα ως ασφαλέστερο καταφύγιο για μας τη γυναικολογική κλινική του θείου της Έφης Δήμου Ταλιαδώρου. Η κλινική βρισκόταν στον κύριο δρόμο προς το [Παλαιό] Γενικό Νοσοκομείο και πλησίον του φαρμακείου του πατέρα της Έφης και αδελφού του Δήμου Κώστα Ταλιαδώρου και οι λόγοι που την καθιστούσαν σχετικά ασφαλές καταφύγιο ήταν τρεις. Πρώτον, ο θείος της Έφης ήταν σύγγαμβρος με τον στενό φίλο του Γρίβα Σωκράτη Ηλιάδη. Λόγω αυτής της σχέσης, οι πλείστοι Έλληνες αξιωματικοί έπαιρναν τις συζύγους τους για τοκετούς και γυναικολογικά ζητήματα στην κλινική του Ταλιαδώρου. Ο ίδιος ο Δήμος δεν ασχολείτο ιδιαίτερα με την πολιτική
. Συμπαθούσε τον Γρίβα, χωρίς να είναι αντιμακαριακός. Διαφωνούσε σε κάποια σημεία επί του Κυπριακού με τον Μακάριο, αλλά τον σεβόταν ως Εθνάρχη. Δεύτερον, η προϊσταμένη της κλινικής του γιατρού, η Αγάπη, ήταν ακραιφνής λυσσαριδική. Τρίτον, πάνω από τη κλινική βρισκόταν η κατοικία του Ταλιαδώρου, η οποία μάλιστα ήταν προσβάσιμη από ξεχωριστή είσοδο. Εκείνες δε τις ημέρες, η οικογένεια του Δήμου παραθέριζε στην Αμμόχωστο και η φροντίδα του σπιτιού αφέθηκε στην Αγάπη.
Δρώντας γοργά, είπα στον οδηγό και τον φρουρό να αφήσουν το υπουργικό αυτοκίνητο στο υπόστεγο της κατοικίας μου. Εγώ, η Έφη, ο οδηγός και ο φρουρός επιβιβαστήκαμε στο κόκκινο Renault της Έφης και πήγαμε στην κλινική του θείου της. Φτάνοντας στην κλινική, η Αγάπη, αντιλαμβανόμενη τη δύσκολη και επικίνδυνη θέση μας, μας οδήγησε στο σπίτι (από την ανεξάρτητη είσοδο), και έπειτα ενημέρωσε τον γιατρό να ανέβει. Η ανακούφιση του Δήμου όταν μας είδε ήταν έκδηλη, όπως έκδηλη ήταν και η προθυμία να μας φιλοξενήσει.Κατόπιν τούτων, είπα στον οδηγό και τον φρουρό να αφήσουν το αυτοκίνητο της Έφης στο Υπουργείο και έπειτα να πράξουν όπως νόμιζαν.
Η ανακοίνωση του ΡΙΚ αναφορικά με την κατάληψη του Προεδρικού και τον θάνατο του Μακαρίου μας βρήκε στο σαλόνι του σπιτιού. Από εκεί ήταν ορατοί οι καπνοί του φλεγόμενου Προεδρικού. Συνδυάζοντας είδηση και εικόνα πειστήκαμε πως ο Μακάριος ήταν νεκρός. Βουρκωμένος και ανήσυχος για τη συνέχεια, ο Δήμος μονολόγησε: «Ε όχι και να δολοφονήσουν τον Μακάριο!».
Προσωπικά, ένιωσα να με πνίγει η οδύνη τόσο για τη δολοφονία του Μακαρίου όσο και για την κατάσταση, στην οποία συρόταν η πατρίδα μας. Σκέφτηκα, επίσης, πως οι πραξικοπηματίες και κυρίως εκείνοι που βρίσκονταν πίσω τους, δεν επιδίωκαν μόνο την εξουδετέρωση του Μακαρίου αλλά και την πρόκληση εμφυλίου πολέμου. Δηλαδή: Κάθε Κυριακή ο Μακάριος βρισκόταν στην προεδρική κατοικία, στο Τρόοδος. Τη Δευτέρα, στις οκτώ, επέστρεφε στο προεδρικό του γραφείο. Συνεπώς, οι πραξικοπηματίες θα μπορούσαν εύκολα να τον σκοτώσουν κατά τη διαδρομή του από το Τρόοδος, στην περιοχή της Κοκκινοτριμιθιάς, όπου έδρευαν τα άρματα μάχης. Όμως, σε αυτή την περίπτωση, βάσει του Κυπριακού Συντάγματος, θα ακολουθούσαν η ανάληψη της Προεδρίας από τον Πρόεδρο της Βουλής για 45 ημέρες και η προκήρυξη προεδρικών εκλογών. Η Δημοκρατία θα εσώζετο. Η ΕΟΚΑ Β΄, ακολουθώνταςτις εντολές της Χούντας, έδρασε έτσι, ώστε να προκληθεί εμφύλιος πόλεμος, ο οποίος θα αιτιολογούσε πραξικόπημα από την Εθνική Φρουρά για την επαναφορά της τάξης.
Όταν, μετά την εκφώνηση του διαγγέλματος του Μακαρίου από την Πάφο, πληροφορηθήκαμε πως ο Εθνάρχης ήταν ζωντανός ένιωσα ανείπωτη χαρά και ανακούφιση και σκέφτηκα πως για άλλη μια φορά ο Θεός είχε φυλάξει τον Εθνάρχη μας και την Κύπρο.
Από τις 15 έως τις 17 Ιουλίου η Κύπρος βρισκόταν σε καθεστώς κατ’οίκον περιορισμού. Συνεπώς, η Έφη και εγώ ήμασταν στο σπίτι του Δήμου, αναμένοντας τις εξελίξεις. Με την άρση του περιορισμού, επιστρέψαμε στο σπίτι μας. Ακολούθως, η Έφη πήγε με ένα συγγενή μας στην Αμμόχωστο, για να φέρουν τα παιδιά. Επιστρέφοντας, πέρασαν από το Λευκόνοικο, για να διαβεβαιώσουν τους γονείς μου πως ήμασταν όλοι καλά.
Στο μεταξύ, ο Μακάριος, αφού το βράδυ της 15ης προς 16η Ιουλίου διανυκτέρευσε στο στρατόπεδο του ΟΗΕ στην Πάφο, την Τρίτη επιβιβάστηκε σε αγγλικό στρατιωτικό αεροπλάνο, με προορισμό τη Μάλτα. Από εκεί μετέβη στο Λονδίνο, όπου, στις 17 Ιουλίου, συναντήθηκε με τον Βρετανό πρωθυπουργό Harold Wilson και τον Υπουργό Εξωτερικών James Callaghan. Ακολούθως μετέβη στη Νέα Υόρκη, όπου στις 19 Ιουλίου έλαβε μέρος στη σύσκεψη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.
Στην Κύπρο, ήδη από τις 15 Ιουλίου, η Χούντα ανέθεσε την προεδρία στον Νίκο Σαμψών. Ακολούθως, ο ίδιος επέλεξε τους υπουργούς. Υπουργός Εργασίας διορίστηκε ο Γιαννάκης Δρουσιώτης, ο οποίος διέμενε σε συγγενικό σπίτι πλησίον του δικού μου και έδωσε εντολή παραλαβής του υπουργικού αυτοκινήτου από το υπόστεγο του σπιτιού μου. Τα όσα τραγικά ακολούθησαν, όπως τα βίωσα, θα παρουσιαστούν σε επόμενο άρθρο.