Ο Γιώργος Χρονάς σκιαγραφεί το πορτρέτο της θρυλικής τραγουδίστριας της δεκαετίας του ‘50.
Άφησε εποχή τραγουδώντας ανατολίτικα τραγούδια, ως Σεβάς Χανούμ –κυρία Σεβαστή στα τούρκικα. Έτσι τη «βάφτισε» ο Τζίμης ο Χονδρός, ο ιδιοκτήτης της θρυλικής ταβέρνας στην οδό Αχαρνών 77, που τη διαφήμιζε στις εφημερίδες της εποχής ως «νέα ανακάλυψη» κι ως «ωραία του Πέραν». Το ζωηρό, πεισματάρικο και όμορφο μελαχρινό κορίτσι πήγε στην Αθήνα το 1949.
Γνώριζε τουρκικά από το σπίτι, αφού οι γονείς της είχαν έρθει πρόσφυγες από τη Σαμψούντα κι έτσι το ιδιότυπο «μάρκετινγκ» της εποχής την πλάσαρε ως… βέρα Πολίτισσα. Μεσουράνησε τη δεκαετία του ’50, αλλά πέθανε φτωχή, με πολλά προβλήματα υγείας και μάλλον ξεχασμένη, πληρώνοντας εν μέρει και το τίμημα των επιλογών της.
Η Σαμψουνταία αμαζόνα του πάλκου, ήταν μια «καταραμένη» underground ντίβα, έχοντας πορευτεί με γνώμονα την αλήθεια της ψυχής της. Κατάφερε να μεγαλουργήσει στις πίστες με τα μεγαλύτερα ονόματα της χρυσής εποχής: Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου, Χιώτη, Καίτη Γκρέυ, Πόλυ Πάνου, Σωτηρία Μπέλλου. Με τον Στέλιο Καζαντζίδη συνδέθηκε και ερωτικά, σε μια θυελλώδη και πολυκύμαντη σχέση που έφτασε ένα βήμα πριν τον γάμο, ενώ όπως η ίδια υποστηρίζει πλούτισε τη φωνή του, αφού μαζί έπιαναν στο ραδιόφωνο αραβικούς σταθμούς, τους οποίους εκείνος άκουγε και ξεσήκωνε τους λαρυγγισμούς. Ο Μανώλης Χιώτης απαθανάτισε σε στιχάκι τον πολυθρύλητο καυγά της με τη Μαρίκα Νίνου, την οποία έπιασε από το… μιζανπλί και άρχισε να της ρίχνει μπουνιές, επειδή στάθηκε αιτία να χάσει τη δουλειά της στο μαγαζί του Τζίμη.

Τι ήταν αυτό που την απέτρεψε να κάνει τη μεγάλη πορεία στη δισκογραφία, ανάλογη μ’ εκείνη άλλων θρυλικών τραγουδιστριών της εποχής; Σε ποιο βαθμό η έντονη ζωή και τα πάθη της διαμόρφωσαν και το καλλιτεχνικό της στίγμα; Γιατί τελικά πέθανε μόνη, ξεχασμένη κι άπορη; Τι είναι αυτό που φουντώνει τον μύθο της σήμερα; Για όλα αυτά τα ερωτήματα απευθυνθήκαμε στον ποιητή Γιώργο Χρονά, τον άνθρωπο στον οποίο έδωσε το 1982 μια χειμαρρώδη συνέντευξη, διηγούμενη την ιστορία της ζωής της. Τότε διέμενε πια σ’ ένα προσφυγικό σπίτι στη Νεάπολη Θεσσαλονίκης και ζούσε με τη σύνταξη του πατέρα της, με τον οποίο συμβίωνε.
Από τη συζήτηση αυτή, ο Χρονάς δημιούργησε ένα μονόπρακτο που έκανε θεατρική παράσταση ο Κωνσταντίνος Ρήγος το 2012, με πρωταγωνίστρια την Κωνσταντίνα Μιχαήλ. Είχε μάλιστα φιλοξενηθεί και στην Κύπρο από τον ΘΟΚ, τον Δεκέμβριο του 2013. Δέκα χρόνια αργότερα, ο Ρήγος επανέρχεται στη θρυλική μορφή του λαϊκού τραγουδιού με την παράσταση να επιστρέφει και στο νησί.
«Ο χαρακτήρας μας είναι η μοίρα μας»

Η συνάντηση εκείνη με τη Σεβάς Χανούμ παραμένει σταθερή στη μνήμη του Χρονά, 40 και πλέον χρόνια αργότερα. «Τη θυμάμαι σαν να ’ναι τώρα κι ας έχουν περάσει τόσα χρόνια» αναφέρει ο ίδιος στον «Φ». «Καθαρή, ντυμένη με ταγιέρ, έπαιξε το ρόλο της ζωής της κλαίγοντας στο διπλό κρεβάτι, όπου τη νύχτα κοιμόταν. Σπίτι και αντικείμενα κλαίγανε βουβά μαζί της. Κι εγώ. 33 χρόνων τότε».
Αυτό που είχε εντυπωσιάσει περισσότερο τον ποιητή και συγγραφέα από την ξεπεσμένη ντίβα ήταν η αλήθεια της ψυχής της. «Μεγαλειώδης στις περιγραφές. Ταλέντο λογοτεχνίας. Η διήγησή της. Οι αναμνήσεις της. Το ταξίδι στις εποχές που αγάπησε το τραγούδι πιο πολύ απ’ τη ζωή της. Τα πρόσωπα που θυμόταν. Το επίθετο για τον καθένα που ‘στόλιζε’. Η ακρίβεια της παρουσίας τους. Η τέχνη τους. Η αρμονία της κοινωνίας μαζί τους» αναφέρει.
Για τον Χρονά, αυτό που στάθηκε μεγαλύτερο εμπόδιο στον δρόμο της για τη μεγάλη δόξα και καταξίωση ήταν ο χαρακτήρας της. «Αυτοδηλώνεται ‘αμαζόνα’. [Προτιμούσε] κάτι πολεμικό κι όχι την ηρεμία, την ψευτιά, το κρύψιμο της αδικίας που δεχότανε». Ο ίδιος αναφέρει χαρακτηριστικά το ξύλο που έδωσε στη μεγάλη Μαρίκα Νίνου, αλλά και τα μακριά μαύρα τσιγάρα του χασίς που κάπνιζε ασταμάτητα. «Η Καίτη Γκρέυ– που είμαι βιογράφος της από το 1981– μού είπε ότι, όταν τη φιλοξενούσε, την έπιασε με τεράστιο χαρμάνι ν’ ανοίγει το ψυγείο και της είπε να φύγει».

Ο Γιώργος Χρονάς σημειώνει εξάλλου, ότι δυστυχώς ή ευτυχώς ο χαρακτήρας μας είναι η μοίρα μας. Και στη Σεβάς Χανούμ ήταν η μοίρα της, το πετρωμένο της. «Ήταν φυλακισμένη σ’ αυτό. Μεγαλύτερος ο χαρακτήρας της από την ίδια. Μεγαλύτερος από τη δύναμη να τον κοροϊδέψει, να τον αρνηθεί».
Αυτό που ήταν, καθώς και το γεγονός ότι διάλεγε μοιραία, αποτέλεσε και τη βασική αιτία για το γεγονός ότι πέθανε μόνη, ξεχασμένη κι άπορη. «Νομίζω μόνοι μένουμε όλοι στο τέλος» λέει ο συγγραφέας. «Τα νιάτα, η ομορφιά, το χρήμα κρατάνε κάποιους δίπλα μας– όταν λήξουν, περάσουν αυτά, όλοι φεύγουν για άλλους καρπούς. Είναι μοιραίο– δυστυχώς– της ‘μοντέρνας’ ζωής μας».
Ο συγγραφέας στέκεται για άλλη μια φορά στην αλήθεια της ζωής της και τον βίο της σε μια σε μια γενναία εποχή με δυστυχίες, αρρώστιες, φτώχεια παντού. Όλα αυτά είναι στοιχεία που διατηρούν και διευρύνουν τον μύθο της. «Τα λούσα και τα αρώματα κάποτε τελειώνουν. Αρχίζει η άλλη, η άγρια ζωή. Περιγράφει μαγικά τον θάνατό της, που έρχεται. Και περιμένει ακούγοντας τραγούδια της. Και μας καλεί κι εμάς να την ακούσουμε μέσα από τους στίχους τους που ματώνουν».
Έχει αλλάξει όμως πραγματικά κάτι σήμερα σε σχέση με το 2012 που πρωτοαναβίωσε η ζωή της Σεβάς Χανούμ στο σανίδι; «Μιλάει» πλέον διαφορετικά αυτή η παράσταση στο σημερινό κοινό; «Το κοινό ταράζεται» απαντά ο Γιώργος Χρονάς. «Λέει –τι προς εμένα αυτή η ζωή; Βλέπει τις αδυναμίες του. Σε μια ζωή χωρίς τραγούδια και φορέματα σε αίθουσες με άνθη και τσιγάρα. Ντουμάνι. Αληθινό. Θυμάται την πορεία της ζωής του. Όλοι το ίδιο είμαστε· παίζουμε στο πάλκο της ζωής. Μέχρι να παίξουμε, για πάντα, στο πάλκο του θανάτου, που μας περιμένει. Άγνωστη ώρα. Ξορκίζουμε την αρρώστια. Ζητάμε υγεία, χαρά, ζωή».
Ο ίδιος δηλώνει ευτυχής που έχει και τώρα, όπως τότε, τους ίδιους υπέροχους συνεργάτες και κάνει λόγο για μια υπέροχη, ιστορική παράσταση, μπροστά σ’ ένα κοινό που χειροκροτεί το ταλέντο τους και τη δύναμη της θεατρικής πράξης τους. Ο Χρονάς δηλώνει επίσης τυχερός άνθρωπος, καθότι έγραψε βιογραφίες που μετά τις είδε και στο θεατρικό σανίδι: Καίτη Γκρέυ, «Η γυναίκα της Πάτρας», Γιώτα Γιάννα, Καίτη Ντάλη, Σεβάς Χανούμ, Λούλα Αναγνωστάκη, Λένα Πλάτωνος, Μαλβίνα Κάραλη, Οριάνα Φαλάτσι, Ρίτα Σακελαρίου, «Ο Κ. Π. Καβάφης στο Ξενοδοχείο Βαλκάνια». Θα ήθελε να κάνει κάτι ανάλογο με την Μπέμπα Μπλανς (1944- 2017) και την Τζένη Βάνου (1939-2014), αλλά δεν πρόλαβε.
Το τέλος

Η Σεβάς Χανούμ έκανε την τελευταία της τηλεοπτική εμφάνιση το 1988 στην εκπομπή της ΕΡΤ «Ρεπόρτερς». Ένα χρόνο πριν, είχε τραγουδήσει για τελευταία φορά μπροστά σε κοινό, ενδεδυμένη με ποντιακή φορεσιά, σε τιμητική συναυλία που είχαν διοργανώσει η Αδελφότης Κρωμναίων Καλαμαριάς και η Εύξεινος Λέσχη Θεσσαλονίκης.
Από το 1976 αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας και τα τελευταία χρόνια της ζωής της πάλευε με τον καρκίνο. Τελικά, έπεσε και χτύπησε στο πεζοδρόμιο τον Απρίλιο του 1990 κι έμεινε για 40 ημέρες διασωληνωμένη, πριν αφήσει την τελευταία της πνοή στις 18 Μαΐου. Τάφηκε στο νέο νεκροταφείο του Ευόσμου, με την ταφική επιγραφή να αναφέρει λιτά το πραγματικότη της όνομα: «Σεβαστή Παπαδοπούλου 1931-1990».
- INFO Η παράσταση «Σεβάς Χανούμ» (Η ιστορία μιας τραγουδίστριας του ’50) παρουσιάζεται στο πλαίσιο του GRis Festival σε συνεργασία με το Θέατρο Διόνυσος, την Πέμπτη 27 Ιουνίου στις 8.30μ.μ. 22818999 Sold Out Tickets

Ελεύθερα, 23.6.2024