Γράφτηκαν πολλά για τον Ξενοφώντα Καλλή αλλά αυτό δεν καλύπτει την προσωπική ανάγκη για την κατάθεση μιας ακόμη μαρτυρίας για τον άνθρωπο, ο οποίος εδώ και χρόνια πάσκιζε μέσα στα χώματα και στα ψέματα για να βρει την άβολη αλήθεια.
Χειμώνα-καλοκαίρι, στο κρύο και τη ζέστη, ο Ξενοφών Καλλής ήταν παρών, συνεπής με τη συνείδησή του, σεμνός, ακέραιος και έντονος. Ορισμένες φορές ήταν και θυμωμένος με αυτά που έβλεπε και με όσα βίωνε, ειδικά από τη στάση εκείνων που αδυνατούσαν να εγκαταλείψουν τη νοοτροπία της διεκπεραιωτικής λογικής και -ακόμη χειρότερα- εκείνων που χρησιμοποίησαν ένα ανθρώπινο δράμα ως βατήρα ανέλιξης.
Όσοι είναι συγγενείς αγνοουμένων γνωρίζουν από πρώτο χέρι την αγωνία του Ξενοφώντα Καλλή κάθε φορά που προσπαθούσε να ξετυλίξει το κουβάρι που θα οδηγούσε εκεί που ο χρόνος σταμάτησε, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Από μια πληροφορία, την οποία εξασφάλιζε με χίλιες δυό προσπάθειες, μέχρι την υπόδειξη του σημείου ενός πιθανού τάφου, την εκσκαφή, την ανεύρεση οστών, την ενημέρωση των συγγενών και -εν τέλει- την ταφή. Μια διαδικασία γεμάτη πολλά κρίσιμα στάδια, με απογοητεύσεις και πόνο, αμέτρητο πόνο.
«Αντρέπουμαι» ήταν το ρήμα που χρησιμοποίησε ο Ξενοφών Καλλής, όταν το μόνο που είχε να δώσει στους συγγενείς των αγνοουμένων εκ μέρους της πολιτείας, ήταν ένα μικρό φέρετρο με μερικά οστά, ένα δόντι ίσως, το απομεινάρι από τη σόλα, ένα σταυρό, μια βέρα, ένα αναπτήρα. Σπανίζει τις μέρες μας αυτό το πανάρχαιο ρήμα, ειδικά στην πατρίδα μας, η οποία σήμερα γιορτάζει την ανεξαρτησία της. Είναι μετρημένοι εκείνοι που είχαν το θάρρος να ψελλίσουν αυτή τη λέξη, ειδικά για τις τραγωδίες που πλήγωσαν τη χώρα και τραυμάτισαν για πάντα τους ανθρώπους της. Η αλήθεια, την οποία αγάπησε και υπηρέτησε ο Καλλής, είναι ο μόνος δρόμος που θα μας οδηγήσει μπροστά. Όσο επώδυνη κι αν είναι η αλήθεια, άλλο τόσο είναι και λυτρωτική.
Δυό γενιές μεγάλωσαν με πολλές μισές αλήθειες. Ειδικά ο αριθμός 1619 είναι μια από αυτές, που χαράχτηκαν για πάντα στη μνήμη χιλιάδων ανθρώπων, που ήταν παιδιά την εποχή του πολέμου και τώρα είναι με άσπρα, ή καθόλου μαλλιά. Η μισές αλήθειες είναι οι εκκρεμότητες που μας στοιχειώνουν, σαν τις παιδικές ασθένειες που ταλαιπωρούν την Κυπριακή Δημοκρατία, κι ας πορεύεται προς το 64ο έτος της ηλικίας της.
Όσο τα χώματα της γης μας ξεβράζουν οστά αθώων ανθρώπων, πολύ δύσκολα θα μπορέσουν να γίνουν τα απαραίτητα βήματα που θα οδηγήσουν σε ένα κοινό σημείο αφετηρίας. Ενόσω η κάθε πλευρά υπηρετεί τη δική της αλήθεια και παραμένει προσκολλημένη σε αυτήν, τότε η αναζήτηση της λύσης θα είναι προσχηματική και μοναδικό στόχο θα έχει την προσδοκία να μην χειροτερέψουν τα πράγματα. Για να οδηγήσει κάπου η οποιαδήποτε νέα προσπάθεια θα πρέπει όλοι οι ενδιαφερόμενοι να έχουν διαφορετικά κίνητρα μεν, αλλά το ίδιο όραμα: Μια χώρα ενιαία και ένα κοινό κράτος, που θα έχει σαν αυλή του την Ευρώπη. Δυστυχώς όμως το όραμα ποτέ δεν υπήρξε κοινό και πλέον η τουρκική πλευρά μιλά απροκάλυπτα για δύο κράτη. Τετραγωνισμός του κύκλου, για τον οποίο μίλησε ο Αντόνιο Γκουτέρες, δεν μπορεί να γίνει, ή καλύτερα, δεν θα λειτουργήσει, γιατί απλούστατα δεν υπάρχει η εμπιστοσύνη, που είναι το πιο ουσιαστικό στοιχείο σε μια κοινή προσπάθεια.
Εάν τα ενδιαφερόμενα μέρη διέθεταν στοιχειώδη εμπιστοσύνη, το Κυπριακό όχι μόνο θα ήταν λυμένο αλλά μπορεί κάποιος να υποθέσει ότι ίσως δεν θα υπήρχε ως πρόβλημα. Δυστυχώς όμως, ο αδυσώπητος χρόνος δημιουργεί τετελεσμένα, τα οποία πολύ δύσκολα αίρονται. Και μέρα με τη μέρα τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο δύσκολα, στις συνειδήσεις των ανθρώπων, επί του εδάφους αλλά και κάτω από αυτό, εκεί όπου βρίσκονται καλά κρυμμένα τα μυστικά της κυπριακής τραγωδίας. Εκεί όπου ο Καλλής αναζητούσε την αλήθεια.
ΥΓ: Οι σημερινές «αράδες» είναι οι τελευταίες. Τις συνοδεύει ένα ευχαριστώ και ένα αντίο, μαζί με πολλές ευχές για κάθε καλό.