Διώξεις των Εβραίων, Ολοκαύτωμα, μαζικές συλλήψεις, εξόντωση… αυτά συνέβησαν στην Πολωνία, στη Γερμανία. Κάπου στην κεντρική Ευρώπη. Με την Ελλάδα τι έγινε; Αφού και στην Ελλάδα υπήρχαν Εβραίοι και ήταν μια πολύ μεγάλη κοινότητα. Λίγα πράγματα έγιναν γνωστά. Ναι. Αλλά το «Άσμα ασμάτων» του Ιάκωβου Καμπανέλλη για ποιους είχε γραφτεί; Για τους Εβραίους της Ελλάδας που οδηγήθηκαν στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως και στα κρεματόρια. Σ’ αυτούς αναφέρεται…
Η Λόλα Χασσίδ-Άντζελ γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1937. Οι γονείς της Εβραίοι Σεφαραδίτες. Η ίδια Ελληνίδα. Τη συνάντησα πριν λίγες ημέρες εδώ στη Λευκωσία. Να μου πει τα βιώματά της. Για να μου πει για τις 536 ημέρες που πέρασε από την ημέρα που συνελήφθησαν από τους Γερμανούς στις 25 Μαρτίου 1944 μέχρι την επιστροφή τους από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στις 11 Σεπτεμβρίου 1945. Μού μίλησε για τα τραύματα και τους εφιάλτες, που βίωσε ως 7χρονο κορίτσι. Σε τέτοιες συνεντεύξεις δεν χωράνε ερωτήσεις. Σιωπάς και ακούς για να μάθεις…
«Κατά τη διάρκεια της κατοχής ο πατέρας μου αποφάσισε να φύγουμε από τη Θεσσαλονίκη και να κατέβουμε στην Αθήνα. Πίστευε ότι θα κρυβόμασταν καλύτερα στην πρωτεύουσα. Όταν φτάσαμε στην Αθήνα, μέναμε σ’ ένα ξενοδοχείο. Κοραή και Πανεπιστημίου. Μέναμε πάρα πολλοί Εβραίοι σ’ αυτό το ξενοδοχείο γιατί ήταν κοντά στα καταφύγια του Άστυ.
Μετά νοικιάσαμε στην οδό Γκιλφόρδου 5, πλατεία Βικτωρίας, ένα πολύ μικρό διαμέρισμα που ίσα- ίσα και μας χωρούσε. Ο μπαμπάς μου, η μαμά μου κι εγώ. Αργότερα ήρθε και ο αδελφός του μπαμπά μου».
25η Μαρτίου 1944… «Τα ξημερώματα ήρθαν οι Γερμανοί στο σπίτι. Ο πατέρας μου άργησε να ανοίξει την πόρτα. Ήθελε να δώσει χρόνο στον αδελφό του να φύγει από τη σκάλα υπηρεσίας, να βγει στην ταράτσα. Πήρε τηλέφωνο τον πρέσβη της Ισπανίας, Ντε Ρομέρο. Είχαμε ισπανική υπηκοότητα. Στον Ισπανό πρέσβη είπε πως μας συλλαμβάνουν.
Μπήκε ο Γερμανός μέσα. Άρπαξε το τηλέφωνο και το ξερίζωσε. Συνέλαβαν τον πατέρα μου. Είπαν στη μητέρα μου την επομένη να πάμε στη Συναγωγή. Κι έφυγαν. Η μητέρα μου πήγε αμέσως στη βεράντα και άνοιξε τον γλόμπο όπου κρύβαμε μέσα τις ψεύτικές μας ταυτότητες και τις κατέστρεψε. Λόλα Χατζηγεωργίου, Ελένη Χατζηγεωργίου, Σωτήρης Χατζηγεωργίου.
Κτύπησε δίπλα στους γείτονες και τους έδωσε τον μπακαλιάρο που είχε ετοιμάσει για να μαγειρέψει. Τους έδωσε και τα όλα μας τα υπάρχοντα.
Το πρωί της επόμενης ημέρας ήρθε ένα αυτοκίνητο από την ισπανική πρεσβεία. Η σύζυγος του πρέσβη είπε στη μαμά μου «δώσε μου εμένα τη Λόλα, πήγαινε εσύ με τον άνδρα σου. Καλό είναι να σώσουμε το παιδί». Η μαμά μου δίστασε. Και μπήκαμε στο αυτοκίνητο της κ. Ντε Ρομέρο και πήγαμε στη Συναγωγή».
Και απ’ εκεί στο Χαϊδάρι…
«Από εκεί μας μετέφεραν στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Από το Χαϊδάρι δεν θυμάμαι πολλά. Εκεί έφεραν και την Ίντα Άντζελ, τη μέλλουσα πεθερά μου, με τον 9χρονο γιο της Ερρίκο. Ματωμένη, κουτσή… Η Ίντα Άντζελ γράφει στα δικά της απομνημονεύματα:
“Βραδινή σύλληψη από την Γκεστάπο. Απάνθρωπη ανάκριση. Μαστιγωμένη με σιδερένιες βέργες με τελείως παραμορφωμένο πρόσωπο, με κλοτσιές σε όλα το σώμα, με κουτρουβάλησαν σ’ ένα υπόγειο, σκοτεινό, με τσιμεντένιο πάτωμα γεμάτο υγρασία.
Νύχτα γεμάτη ανυπόφορους πόνους.
Το σώμα μέσα στα αίματα, με μόνη μου παρηγοριά τα μάτι μου που μπορούσα να δουν το παιδάκι μου, ζαρωμένο σε μια γωνίτσα σαν ζωάκι. Υπεράνθρωπη προσπάθεια για να βρεθώ κοντά του, τραβώντας με δόντια μου μια κουβέρτα που μας άφησαν οι δεσμοφύλακες”.
Η Ίντα Άντζελ είχε κρυφτεί στο σπίτι του γραμματέα της ισπανικής πρεσβείας. Την πρόδωσαν. Τη συνέλαβαν και την κτυπούσαν για να της αποσπάσουν πληροφορίες για το πού βρίσκονταν οι άλλοι.
Η Ίντα Άντζελ είχε ελληνική καταγωγή. Μαζί με τον Ερρίκο τους έβαλαν στο τρένο για το Άουσβιτς. Αυτή στάθηκε τυχερή, ήξερε πολλές ξένες γλώσσες και Γερμανικά και την κράτησαν ως διερμηνέα. Έτσι σώθηκε. Τον Ερρίκο τον έστειλαν στους θαλάμους αερίων…».
Στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπέργκεν Μπέλζεν…
Θυμάται η Λόλα: «Στοιβαγμένοι σ’ ένα βαγόνι, κλειστό χωρίς παράθυρα, ο ένας πάνω στον άλλο, με πρόσωπα γεμάτα φόβο, ταξιδεύαμε προς το άγνωστο, ώρες ατελείωτες. Ο πατέρας μου με κρατούσε αγκαλιά και κάθε τόσο με σήκωνε ψηλά και μου έβαζε το πρόσωπό μου στον μοναδικό φεγγίτη και μου έλεγε “πάρε ανάσες, μεγάλες βαθιές ανάσες…”.
Φτάνοντας στο Μπέργκεν Μπέλσεν η μαμά μου με ανέβασε σε ένα ντουβαράκι και μου είπε: “Εδώ θα κάνεις ό,τι σου λέω, χωρίς να ρωτάς το γιατί”. Αυτό με φόβισε πάρα πολύ.
Μας πήραν για μπάνιο. Μας έβαλαν κάτι ενέσεις και μπήκαμε στο παράπηγμα.
Ως Ισπανοί δεν είχαμε νούμερο. Και η κατάσταση ήταν πιο ήπια. Αυτό μέχρι τις 6 Ιουνίου 1944 όταν έγινε η απόβαση στη Νορμανδία.
Η συμπεριφορά των Γερμανών άλλαξε. Τα κουτιά του Ερυθρού Σταυρού από τη Σουηδία σταμάτησαν να έρχονται. Το φαγητό, το νερό, με φλούδες από πατάτες και ένα κομμάτι ψωμί.
Τον πατέρα μου τον είχαν βάλει οι Γερμανοί να μοιράζει το φαγητό. Πολύ βαρύ καθήκον. Κάθισε και υπολόγισε τα κυβικά της κατσαρόλας και τα κυβικά της κουτάλας. Έτσι βρήκε πόσο έπρεπε να βάζει στον καθένα. Στα παιδιά έβαζε λίγο περισσότερο.
χω το γράμμα που του έστειλαν μετά όλοι οι συγκρατούμενοί του και τον ευχαριστούσαν για τη δίκαιη μοιρασιά».
Εφτά ξυλάκια σ’ ένα κομμάτι ψωμί
ΗΛόλα Χασσίδ-Άντζελ συνεχίζει να μιλά για τη φρίκη των στρατοπέδων συγκέντρωσης:
«Ήμουν εξίμισι όταν μπήκαμε στο στρατόπεδο. Εκεί έκανα τα έβδομά μου γενέθλια.
Η μητέρα μου μού έδωσε μια φέτα ψωμί και πάνω έβαλε εφτά ξυλάκια…
Η παρηγοριά μου ήταν η κούκλα μου. Την είχα πάρει μαζί μου και μου την αφήσανε. Ήταν ένα πολύ μεγάλο ατού.
Είχα ένα φίλο στο στρατόπεδο. Ήμαστε στην ίδια ηλικία. Οι μαμάδες μας μάς άφηναν να παίζουμε έξω.
Μαζί με τον Λεονίκο κόβαμε σταλακτίτες και κάναμε γλειφιτζούρια. Καθόμασταν και κοιτάζαμε τις τρύπες που έβγαιναν τα ποντικάκια. Αυτό ήταν το παιχνίδι μας».
Ένα ατελείωτο ταξίδι η επιστροφή…
«Τον Απρίλη του 1945 μας φορτώσανε στα τρένα. Πάλι τους ξένους υπηκόους (με καταγωγή ισπανική, πορτογαλική, ελβετική κ.λπ.), όχι αυτούς που έφεραν από το Άουσβιτς.
Πού θα μας πήγαιναν δεν ξέραμε. Φτάνουμε στη λίμνη του Μαγδεμβούργου. Το τρένο σταμάτησε. Από τα φινιστρίνια είδαμε τους Γερμανούς να πετάνε τα χαρτιά μας.
Αυτό ήταν ένα κακό σημάδι. Όταν οι Γερμανοί πετούσαν τα χαρτιά σήμαινε ότι είχαν σκοπό να μας σκοτώσουν.
Ξάφνου αντιληφθήκαμε ότι οι Γερμανοί μάς εγκατέλειψαν. Οι νεότεροι σπάζουν τις πόρτες και βγαίνουμε έξω. Καθίσαμε παράλληλα στο τρένο και περιμέναμε.
Βλέπουμε από μακριά φαντάρους με κλαδιά να έρχονται σιγά-σιγά. Μια που ήξερε Αγγλικά τούς φώναξε. Μας είπαν ότι είναι Αμερικανοί.
Φύγανε. Και επιστρέφουν με φορτηγά γεμάτα φαγητά.
Οι φαντάροι μάς δίνουν ό,τι είχαν μαζί τους.
Αρχίσαμε να περπατάμε. Φτάνουμε σ’ ένα χωριό. Τα γυναικόπαιδα μάς βάλανε στα σπίτια Γερμανών.
Πήγαμε σ’ ένα σπίτι. Μας έδωσαν ψωμί, ζεστό νερό. Τα κρεβάτια τους. Όλα.
Όταν ήρθε η ώρα να φύγουμε, την ώρα που βγαίναμε από το σπίτι, η μητέρα μου είδε στο τραπέζι το ξίφος του Γερμανού.
Στάθηκε, το πήρε στα χέρια της και είπε στον Γερμανό: «Οι νικητές παίρνουν τα όπλα των νικημένων».
Και φύγαμε χωρίς ο Γερμανός να πει οτιδήποτε.
Το έχω το ξίφος στο σπίτι μου ακόμα.
Μετά πήγαμε σ’ ένα άλλο χωριό. Θυμάμαι το σπίτι που μπήκαμε είχε στο υπόγειο ένα δωμάτιο γεμάτο πατάτες. Ο αδελφός της μαμάς μου βρήκε ένα κορν-μπιφ. Θυμάμαι κάναμε πάρτι με εκείνο το κορν-μπιφ και η μαμά μου κάλεσε και κόσμο»
Το γαλάζιο παλτό…
«Με ανοικτά τρένα, πλέον, πήγαμε στην Ολλανδία. Στη Λιέγη. Ήταν καλοκαίρι και ήρθε ένας παγωτατζής να μας πουλήσει παγωτό.
Του είπαμε ότι είμαστε πρόσφυγες και δεν έχουμε λεφτά να αγοράσουμε παγωτό.
Έφυγε.
Επέστρεψε σε λίγο με έναν στόλο παγωτατζήδες και μας πρόσφεραν τα παγωτά.
Όταν πια φτάσαμε στις Βρυξέλλες, η μαμά μου ζήτησε να μου φέρουν ένα παλτό και παπούτσια. Τα παπούτσια ήταν τρία νούμερα πιο μεγάλα. Μπροστά τα πόδια, πίσω η Λόλα.
Μας έδωσαν κουπόνια και πήγαμε σ’ ένα μεγάλο κατάστημα να πάρουμε ρούχα. Ανεβαίνοντας στη σκάλα είδα ένα θαλασσί παλτό. Είπα ότι το θέλω. Η μαμά μου είπε “να δούμε…”
Η κυρία στο κατάστημα μάς έδειξε παλτά από στρατιωτική χλαίνη.
Αυτή κατάλαβε ότι θέλω το θαλασσί παλτό και είπε στη μαμά μου ότι μπορούμε να το πάρουμε εάν δώσουμε περισσότερα λεφτά. Η μαμά της είπε «αυτά τα κουπόνια μου έχουν δώσει, δεν έχω άλλα».
Πήγε στον διευθυντή και επέτρεψε μετά από λίγο. Μου χάρισαν το θαλασσί παλτό…
Από τις Βρυξέλλες πήγαμε Παρίσι. Απ’ εκεί Μασσαλία και με πλοίο στο Μπάρι της Ιταλίας. Για να ταξιδέψουμε μετά πίσω στην Ελλάδα, στην πατρίδα μας.
Στις 11 Σεπτεμβρίου 1945 επιστρέψαμε, γυρίσαμε στην Αθήνα».