Συμπληρώνονται σήμερα 20 χρόνια από τον τραγικό και ανεξιχνίαστο θάνατο της 20χρονης Ρωσίδας χορεύτριας σε καμπαρέ της Λεμεσού Οξάνα Ράντσεβα (Oxana Rantseva) στις 28 Μαρτίου 2001, από πτώση από τον πέμπτο όροφο πολυκατοικίας στη Λεμεσό – μιας από τις 10 καλλιτέχνιδες που εκείνο το διάστημα εργοδοτούσε το καμπαρέ αυτό (που έχει κλείσει στο μεταξύ).

Το περιστατικό σηματοδοτεί μια σκοτεινή περίοδο στην κοινωνική ζωή του τόπου, πριν την είσοδο της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και πριν τη σύσταση του Γραφείου της Αστυνομίας για Καταπολέμηση της Εμπορίας Προσώπων (ΓΚΕΠ), όταν νεαρές γυναίκες από την Ανατολική Ευρώπη – μετά την κατάρρευση του μονοκομματικού συστήματος και το άνοιγμα των συνόρων και ενόψει της απελπιστικής οικονομικής τους κατάστασης – δελεάζονταν να έρθουν στο νησί με υποσχέσεις προσοδοφόρας απασχόλησης ως σερβιτόρες σε μπαρ ή χορεύτριες σε καμπαρέ. Ή ακόμα και με ψευδή προσχήματα για να εργαστούν δήθεν σε άλλα επαγγέλματα, όπως ήταν η περίπτωση της Οξάνα που είχε διακόψει τις σπουδές της στην αγγλική φιλολογία στο πανεπιστήμιο της πόλης Chelyabinsk κοντά στα Ουράλια της Ρωσίας και ταξίδεψε στην Κύπρο για να εργαστεί ως διερμηνέας, όπως της είχε υποσχεθεί η «στρατολόγος» της, μια συμπατριώτισσα της που τελικά την οδήγησε στο συγκεκριμένο καμπαρέ της Λεμεσού. 

Σε άθλιες συνθήκες ομηρείας

Για πολλές από τις κοπέλες που εργοδοτήθηκαν σε διάφορα κυπριακά καμπαρέ, τα όνειρα για οικονομική επιτυχία και καλύτερη ζωή μετατράπηκαν εκείνα τα χρόνια σε εφιάλτες καταναγκασμού, κακομεταχείρισης, σεξουαλικής εκμετάλλευσης, αλκοολισμού και χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών στα χέρια σωματεμπόρων που τις πουλούσαν σε Κύπριους και ξένους πελάτες, τσεπώνοντας οι ίδιοι τις εισπράξεις από τις σεξουαλικές υπηρεσίες των γυναικών και αφήνοντας ψίχουλα γι’ αυτές. Οι γυναίκες θύματα ζούσαν συχνά σε άθλιες συνθήκες ομηρείας, ενώ το τότε νομικό πλαίσιο ουσιαστικά προστάτευε και ενθάρρυνε τους εκμεταλλευτές, αφού τους έδινε το δικαίωμα να έχουν απόλυτο έλεγχο πάνω στη ζωή των γυναικών αυτών (ακόμα και του λιγοστού ελεύθερου χρόνου τους) και να κατακρατούν τα ταξιδιωτικά και προσωπικά τους έγγραφα, έτσι που δεν μπορούσαν να ξεφύγουν αν το ήθελαν.

Τα θύματα εξαναγκάζονταν να έχουν σεξουαλικές επαφές με πελάτες σε ξενοδοχεία και άλλους χώρους που υπέδειχναν και έλεγχαν οι εργοδότες τους, ή αποστέλλονταν «delivery» από τους εργοδότες, σε χώρους των πελατών. Σε πολλές περιπτώσεις προσέφεραν σεξουαλικές υπηρεσίες στον ίδιο τον χώρο της εργασίας τους, στα λεγόμενα σεπαρέ (séparé) που υποτίθεται προσέφεραν ιδιωτικότητα. Η εργασία τους θεωρητικά περιλάμβανε μόνο κάποια χορευτικά νούμερα και το «κονσομασιόν» (consommation), δηλαδή την κοινωνική συντροφιά σε πελάτες με στόχο την απόσπαση όσο το δυνατό μεγαλύτερου αριθμού κερασμένων και βέβαια υπερτιμημένων ποτών από αυτούς, προς όφελος βέβαια του μαγαζιού και με ένα ελάχιστο ποσοστό επί των εισπράξεων για τις ίδιες. Συνήθως οι «καλλιτέχνιδες» υποχρεώνονταν να διαμένουν ομαδικά σε πρόχειρους κοιτώνες στα κτήρια όπου στεγάζονταν τα καμπαρέ. 

Το τέλος μιας ζωής, η απαρχή ενός θρίλερ

Η Οξάνα Ράντσεβα έφτασε στην Κύπρο μόλις 12 μέρες πριν τον θάνατό της. Εργάστηκε στο συγκεκριμένο καμπαρέ μόνο για 7 μέρες και δραπέτευσε αφήνοντας πίσω της μια σημείωση ότι «κουράστηκε και φεύγει για τη Ρωσία», παρόλο που δεν μπορούσε να ταξιδέψει αφού ο εργοδότης της κατακρατούσε το διαβατήριο της και την αναζητούσε για να τη στείλει πίσω στη Ρωσία. Στις 20 Μαρτίου 2001 εκείνος είχε καταγγείλει προφορικά και με επιστολή του στην Αστυνομία, την εγκατάλειψη από την Οξάνα Ράντσεβα, της εργασίας της. Μια βδομάδα αργότερα, τις πρώτες πρωινές ώρες της 28ης Μαρτίου 2001, μετά από πληροφορία που του έδωσε μια συνάδελφος της Οξάνα, ο εργοδότης της πήγε στη δισκοθήκη «Titanic» όπου βρισκόταν η κοπέλα, την παρέλαβε μαζί με συγγενικό του άτομο φρουρό του καμπαρέ και την παρέδωσε στον κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού στις 4 τα ξημερώματα, απαιτώντας να απελαθεί ως παράνομη επισκέπτρια «αφού δεν τήρησε τις πρόνοιες του συμβολαίου της» ως εργοδοτούμενή του.

Οι επί καθήκοντι αστυνομικοί –ένας υπαστυνόμος και μια λοχίας– τους προέτρεψαν να φύγουν και οι τρεις μαζί και να επιστρέψουν στις 7 το πρωί όταν θα άνοιγαν τα γραφεία της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης. Εκείνες τις τρεις ώρες η κοπέλα οδηγήθηκε στο διαμέρισμα του υπαλλήλου του καμπαρέ στον πέμπτο όροφο πολυκατοικίας και λίγο πριν τις 7 π.μ. κάτω από άγνωστες συνθήκες προσπάθησε να διαφύγει δένοντας σεντόνια στο μπαλκόνι και βρέθηκε νεκρή στο δρόμο. Η ιατροδικαστική έρευνα έδειξε ότι ο θάνατος προήλθε από ατύχημα. Ήταν το σοκαριστικό τέλος της σύντομης ζωής της νεαρής φοιτήτριας, αλλά και η απαρχή ενός πολύχρονου νομικού, δικαστικού, αστυνομικού και πολιτικού θρίλερ, αφού η υπόθεση του θανάτου της Οξάνα Ράντσεβα πήρε διαστάσεις πολιτικού σκανδάλου και εξέθεσε διεθνώς τον τόπο μας ως χώρα σεξουαλικής και εργασιακής εκμετάλλευσης ξένων γυναικών, με ανεπαρκή ή και διεφθαρμένη Αστυνομία και με αναποτελεσματικό νομικό σύστημα. 

Η απόφαση ορόσημο του ΕΔΑΔ

Αυτό συνέβη όταν ο πατέρας της κοπέλας Νικολάι Ράντσεφ προσέφυγε στις 26 Μαΐου 2004 στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), που τον Ιανουάριο 2010 εξέδωσε καταδικαστική απόφαση κατά της Κύπρου και της Ρωσίας. Σε αυτή την πρώτη απόφαση του για την εμπορία προσώπων, το ΕΔΑΔ καταδίκασε την Κυπριακή Δημοκρατία για παραβίαση τριών άρθρων που αφορούν στο δικαίωμα στη ζωή, στο δικαίωμα στην ελευθερία και στην απαγόρευση της δουλείας και τη Ρωσία γιατί δεν κατάφερε να προστατεύσει την πολίτιδα της. Ήταν η πρώτη φορά που το ΕΔΑΔ χρησιμοποίησε το Πρωτόκολλο του Παλέρμο και τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για να διευρύνει το σκοπό του άρθρου 4, δηλαδή για να ενσωματώσει την εμπορία κάτω από τον ορισμό της δουλείας, γι’ αυτό και η απόφαση του αυτή θεωρείται σταθμός. Επίσης το ΕΔΑΔ αναφέρθηκε σε θετικές υποχρεώσεις προς τους αστυνομικούς ανακριτές αφού η Αστυνομία της Κύπρου ήταν ουσιαστικά κατηγορούμενη για ελλιπή διερεύνηση της υπόθεσης αυτής.

Οι θετικές υποχρεώσεις των αστυνομικών ανακριτών είναι ότι πρέπει να διερευνούν τις υποθέσεις κάτω από κατάλληλο νομικό και διοικητικό πλαίσιο, ότι πρέπει να προστατεύουν τα θύματα ή πιθανά θύματα και ότι πρέπει να οδηγούν τους δράστες ενώπιον της Δικαιοσύνης. Σύμφωνα με την ανεξάρτητη διεθνή εμπειρογνώμονα σε θέματα εμπορίας προσώπων Ρίτα Σούπερμαν, η απόφαση αυτή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου «ήταν ορόσημο για να αφυπνίσει τα κράτη για τις υποχρεώσεις τους όσον αφορά στη διερεύνηση των υποθέσεων εμπορίας  προσώπων, αλλά και στην προστασία των θυμάτων». 

Η δίκη και η αθώωση των «τριών»

Μετά από εντολή του τότε Γενικού Εισαγγελέα Κώστα Κληρίδη η συγκλονιστική αυτή υπόθεση ξανάνοιξε, αφού στις 18 Δεκεμβρίου 2013 κατηγορήθηκαν ο ιδιοκτήτης του καμπαρέ για απαγωγή της Οξάνα και τα δύο αφυπηρετήσαντα στο μεταξύ μέλη της Αστυνομίας, ο υπαστυνόμος και η λοχίας που χειρίστηκαν το περιστατικό εκείνο το μοιραίο πρωινό, τρεις ώρες πριν το θάνατο της Οξάνα, για κατάχρηση εξουσίας και αμέλεια καθήκοντος. Ο Κώστας Κληρίδης ανέφερε σε επιστολή του στον πατέρα της Οξάνα ότι «δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία για να υποστηρίξουμε ενώπιον Δικαστηρίου, υπόθεση σεξουαλικής ή άλλης εκμετάλλευσης ή σωματεμπορίου σε βάρος της κόρης σας από συγκεκριμένο άτομο».

Η δίκη των «τριών» άρχισε στις 27 Σεπτεμβρίου 2016 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και συνεχίστηκε τους επόμενους μήνες, μέχρι τις 3 Φεβρουαρίου 2017 που ο Δικαστής Μιχάλης Παπαθανασίου τους αθώωσε από όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν αφού όπως ανέφερε στην απόφασή του, «δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων για καμιά κατηγορία». 

Παρακολούθησα ανελλιπώς και κάλυψα δημοσιογραφικά τη δίκη μέσα στους πέντε μήνες που διήρκεσε. Αξέχαστη θα μου μείνει η συνάντηση μου με τον 78χρονο, τότε, Νικολάι Ράντσεφ που παρέστη στην πρώτη δικάσιμο της 27ης Σεπτεμβρίου 2016 ως ακροατής, αφού ήρθε από τη Ρωσία για το σκοπό αυτό. Δεκαπέντε χρόνια μετά τον θάνατο της κόρης του, ο Νικολάϊ Ράντσεφ, που είναι πρώην αξιωματικός του Ρωσικού στρατού, προφανώς απογοητευμένος και ανήσυχος για την άγονη παρέλευση του χρόνου στην υπόθεση, μου είχε εκφράσει σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσο θα αποδοθεί στην Κύπρο, δικαιοσύνη για την υπόθεση της Οξάνα. 

Ιδιοκτήτης καμπαρέ: «Μια αθώα ψυχή η Οξάνα»…

Εκείνη τη μέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2016, ο ιδιοκτήτης του καμπαρέ με παρακάλεσε να προσεγγίσω τον Ράντσεφ και να του πω ότι θέλει να του μιλήσει και να του εξηγήσει ότι είναι «καθαρός», κατά την έκφρασή του, στην υπόθεση του θανάτου της κόρης του. «Αν ο πατέρας της θέλει πραγματικά να γνωρίσει την πραγματική αλήθεια για το τι συνέβη στην κόρη του, μπορώ να του την πω», μου είπε ο κατηγορούμενος. Του μετέφερα την επιθυμία του, αλλά ο Ράντσεφ αρνήθηκε να του μιλήσει. Ο απαρηγόρητος πατέρας διαμήνυσε στον ιδιοκτήτη του καμπαρέ ότι μπορεί να του μιλήσει μόνο στην παρουσία μεταφραστή που θα υποδείξει η Ρωσική Πρεσβεία.

Ο Νικολάι Ράντσεφ αναχώρησε από την Κύπρο δύο μέρες μετά και δεν παρέστη στις επόμενες δικάσιμους της υπόθεσης. Ο εργοδότης της Οξάνα, μού έκανε δήλωση και στις 3 Φεβρουαρίου 2017, την τελευταία μέρα της δίκης και της αθώωσης του στην κατηγορία της απαγωγής. «Δεν απήγαγα την κοπέλα», μου είπε, «απλώς την πήρα στον Αστυνομικό Σταθμό για να τη βοηθήσω να πάει πίσω στη χώρα της…και είναι κρίμα και άδικο που χάθηκε για το τίποτε αυτή η νεαρή κοπέλα, που ήταν μια αθώα ψυχή. Όλα αυτά έγιναν γιατί η Κυπριακή Δημοκρατία είχε καταδικαστεί από το ΕΔΑΔ σε σχέση με την υπόθεση και ήθελε να δείξει ότι έκανε τη δουλειά της, παίρνοντας εμάς στο Δικαστήριο».

Τα σκοτεινά σημεία της έρευνας

Σε επιστολή του στον Νικολάι Ράντσεφ στις 27 Ιουλίου 2016 ο τότε Γενικός Εισαγγελέας Κώστας Κληρίδης τον διαβεβαίωσε ότι «οι ερευνητές προσπάθησαν να καλύψουν όλες τις πτυχές γύρω από τον θάνατο της κόρης σας, περιλαμβανομένης της άφιξης και διαμονής της στην Κύπρο. Η διερεύνηση ήταν εξονυχιστική και λεπτομερής. Οι ανακριτές διερεύνησαν ζητήματα που θέσατε εσείς και μελέτησαν το υλικό που στείλατε στον προκάτοχό μου (σ. σ. πρώην Γενικό Εισαγγελέα Πέτρο Κληρίδη) και στον ιερέα της Ρωσικής Εκκλησίας της Μητρόπολης Λεμεσού Σάββα Μιχαηλίδη (κασέτες όπου καταγράψατε συνομιλίες με τους φίλους της κόρης σας και άλλο οπτικοακουστικό υλικό). Όπως τονίζεται στην επιστολή μου της 8ης Ιανουαρίου 2014, η πάροδος του χρόνου είχε αρνητικό αντίκτυπο στη διερεύνηση, γιατί εμπόδισε τη συλλογή περισσότερων πληροφοριών και στοιχείων αφού πολλοί μάρτυρες έχουν στο μεταξύ πεθάνει (όπως ο Μάριος Ψευδιώτης και ο αστυνομικός Στέφανος Ιωάννου), άλλοι εγκατέλειψαν την Κύπρο και άλλοι δεν κατέστη δυνατό να εντοπισθούν. Σύμφωνα με τους ποινικούς ανακριτές, κάποιοι σημαντικοί μάρτυρες επικαλούνται το πέρασμα του χρόνου για να ισχυριστούν ότι δεν θυμούνται επακριβώς τα γεγονότα. Φοβάμαι ότι δεν είναι δυνατό να σας δοθούν καταθέσεις προς τους ποινικούς ανακριτές, μαρτύρων που εργάστηκαν στο ίδιο μέρος με την κόρη σας. Δεν υφίσταται πρακτική της Αστυνομίας ή των διωκτικών Αρχών, να δίνουν αντίτυπα των καταθέσεων σε συγγενείς, όταν δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για ποινική δίωξη. (π. χ. για εμπορία προσώπων ή για εγκλήματα σχετιζόμενα με σεξουαλική, ή άλλη εκμετάλλευση). 

Η Οξάνα «highly intoxicated»…

Στην προγενέστερη επιστολή του της 8ης Ιανουαρίου 2014 προς τον Νικολάι Ράντσεφ ο Γενικός Εισαγγελέας τον πληροφόρησε για την επίδοση προς το Γραφείο του, της έκθεσης των δύο ποινικών ανακριτών Ονησίφορου Ιωάννου και Παναγιώτη Πελαγία, τον Σεπτέμβρη 2012. Του έγραψε και τα εξής: «Το πιθανότερο είναι ότι η κόρη σας, αποπειράθηκε να κατέβει στον κάτω όροφο ή στο δρόμο και να δραπετεύσει.

Αυτή η λανθασμένη εκτίμησή της, οφείλεται στο ότι ήταν υπό σοβαρή επήρεια αλκοόλ (highly intoxicated), σύμφωνα με τον χημικό που ανέλυσε δείγματα των ούρων και του αίματός της και σύμφωνα με τον ειδικό ιατροδικαστή που μελέτησε την αναφορά του χημικού. Δεν υπήρχε τίποτε στην έρευνα που να οδηγούσε στην πιθανότητα ότι κάποιος άλλος έδωσε αλκοόλ στην κόρη σας, μετά που η Αστυνομία την παρέδωσε στον εργοδότη της. Παραμένει ασαφές κατά πόσο η κόρη σας κλειδώθηκε (από κάποιον άλλο) στο υπνοδωμάτιο. Σε σχέση με ισχυρισμούς ότι η κόρη σας υπήρξε θύμα σωματεμπορίου ή σεξουαλικής ή άλλης εκμετάλλευσης στην εργασία της, φοβάμαι ότι παρόλες τις προσπάθειες των ποινικών ανακριτών για συλλογή στοιχείων και πληροφοριών, αυτά είναι ελάχιστα». 

Η κατακράτηση του διαβατηρίου

Στο ερώτημα του Ράντσεφ, γιατί δεν μπορούσε η κόρη του να επιστρέψει στη Ρωσία, ενώ το ήθελε, ο Κ. Κληρίδης αναφέρει ότι «από τον φάκελο της υπόθεσης εξάγεται ότι ο εργοδότης της κόρης σας, είχε στην κατοχή του το διαβατήριο της που το παρέδωσε στην Αστυνομία στις 28 Μαρτίου 2001. Το διαβατήριο, του επιστράφηκε την ίδια μέρα από την επί καθήκοντι αστυνομικό. Μετά τον θάνατο της κόρης σας, ο εργοδότης της παρέδωσε το διαβατήριό της στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης. Ο νόμος που αναθεωρεί το νομικό πλαίσιο για ειδική προστασία θυμάτων σωματεμπορίου και εκμετάλλευσης απαγορεύει, μεταξύ άλλων, την κατακράτηση προσωπικών εγγράφων όπως διαβατηρίων, αλλά αυτός ο νόμος εφαρμόστηκε στην Κύπρο το 2007, ενώ ο σχετικός νόμος που ίσχυε την προηγούμενη περίοδο δεν αναφερόταν σε αυτό το αδίκημα και συνεπώς ο εργοδότης της κόρης σας δεν μπορεί να διωχθεί ποινικά για μια πράξη που δεν αποτελούσε αδίκημα στον χρόνο της διάπραξής της».

Η ποινικοποίηση των πελατών

Ας σημειωθεί ότι με τη μεγάλη συμβολή και σκληρή εργασία των γυναικών βουλευτών όλων των κομμάτων που συμμετέχουν στην κοινοβουλευτική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, των γυναικών του Γραφείου της Επιτρόπου Διοικήσεως και του Γραφείου της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, των γυναικών στελεχών μη κυβερνητικών οργανώσεων, αλλά και των γυναικών λειτουργών αρμόδιων κυβερνητικών τμημάτων στο Υπουργείο Εσωτερικών (γραμματεία της Πολυθεματικής Συντονιστικής Ομάδας κατά της Εμπορίας Προσώπων) και στην Αστυνομία (Γραφείο Καταπολέμησης της Εμπορίας Προσώπων), ψηφίστηκε στην ολομέλεια της Βουλής στις 10 Απριλίου 2014 ο νόμος που ρυθμίζει το θέμα της εμπορίας και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανθρώπων, με σημαντικότερη πρόνοια την ποινικοποίηση των πελατών του sex trafficking και την επιβολή αυστηρότερων ποινών στους δράστες. Τον Ιούλη 2019 με πρόταση της βουλευτίνας του ΔΗΚΟ Χριστιάνας Ερωτοκρίτου ψηφίστηκε νόμος που μετατρέπει ουσιαστικά σε αδίκημα αυστηρής ευθύνης, τη ζήτηση, είσπραξη και χρήση υπηρεσιών από θύματα εμπορίας προσώπων. Αυτός προβλέπει αυστηρότερες ποινές και έχει προφανή πρόθεση να κάνει ευκολότερη την απόδειξη του αδικήματος.

ΓΚΕΠ: Οι διακινητές αξιοποιούν την τεχνολογία

Η Υπαστυνόμος Ελένη Μιχαήλ επικεφαλής του Γραφείου της Αστυνομίας για Καταπολέμηση της Εμπορίας Προσώπων (ΓΚΕΠ) μάς τόνισε: «Η εμπορία προσώπων ως ένα από τα σοβαρότερα εγκλήματα που προσπαθεί να πατάξει η Κυπριακή Δημοκρατία και κατ’ επέκταση η Αστυνομία, είναι μία μορφή ευμετάβλητου εγκλήματος που δύσκολα εντοπίζεται. Τα στατιστικά στοιχεία όσον αφορά στα πιθανά και αναγνωρισμένα θύματα εμπορίας προσώπων, καθώς και στις υποθέσεις εμπορίας προσώπων που έχουν διερευνηθεί τα τρία τελευταία χρόνια, όπως αυτά τηρούνται από το Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων, έχουν ως ακολούθως: Πιθανά θύματα που έχουν τύχει χειρισμού από το ΓΚΕΠ είναι 177 το 2018, 180 το 2019 και 171 το 2020 (COVID-19). Αναγνωρισμένα θύματα είναι 41 το 2018, 36 το 2019 και 25 το 2020. Υποθέσεις που έχουν διερευνηθεί είναι 22 το 2018, 14 το 2019 και 10 το 2020. Είναι φανερό ότι η πανδημία έχει οδηγήσει τους διακινητές σε εξεύρεση νέων τρόπων δράσης, ωθώντας τους στην αυξημένη χρήση της τεχνολογίας για τη διεκπεραίωση των εγκληματικών τους δραστηριοτήτων, με αποτέλεσμα να επηρεαστούν οι προσπάθειες πάταξης του φαινομένου της εμπορίας προσώπων».

Ρίτα Σούπερμαν: «Νιώθω ότι έχουμε βουλιάξει»

Η Ρίτα Σούπερμαν, ανεξάρτητη διεθνής εμπειρογνώμονας σε θέματα εμπορίας προσώπων, τέως ανώτερη υπαστυνόμος επικεφαλής του ΓΚΕΠ, αριστίνδην υποψήφια βουλευτίνα ΔΗΣΥ για την επαρχία της Κερύνειας, δήλωσε στον “Φ”: «Σήμερα η εμπορία προσώπων στον τόπο μας καλά κρατεί. Οι μορφές με τις οποίες παρουσιάζεται πολλαπλασιάζονται και διαφοροποιούνται από το παρελθόν. Η σεξουαλική εκμετάλλευση υποβοηθείται κατά κόρον από την τεχνολογία και το διαδίκτυο.

Η περίοδος της πανδημίας αύξησε τη δράση των διακινητών μέσω διαδικτύου. Επίσης αύξησε και τον ανταγωνισμό μεταξύ τους. Κάποιος μπορεί να πει ότι η εμπορία μειώθηκε, αφού οι αριθμοί μειώθηκαν. Αν το πιστέψουμε αυτό θα ήταν καταστροφικό. Οι αριθμοί παρουσιάζουν τη δράση των Αρχών και ειδικότερα της Αστυνομίας. Αν οι αριθμοί μειώθηκαν, τότε αυτό που μειώθηκε είναι η δράση της Αστυνομίας, όχι το έγκλημα. Την Οξάνα δεν την έχουμε τιμήσει όσο θα έπρεπε. Μετά την Oξάνα είχα την τύχη να εμπλακώ προσωπικά με εκατοντάδες θύματα. Να καθίσω μαζί τους άπειρες φορές, να συζητήσω, να τις παρηγορήσω, να σταθώ δίπλα τους, να ικανοποιήσω τα θέλω τους και να τις κάνω να νιώσουν προστατευμένες. Δεν ήταν εύκολο. Οι περισσότερες στην πρώτη δυσκολία ήθελαν να φύγουν. Την πόρτα για να φύγουν, προσωπικά δεν τους την άνοιξα ποτέ, εκτός αν η κατάσταση έφτανε στο απροχώρητο. Στο μυαλό μου έρχονται άπειρα θύματα τα οποία δεν είναι μόνο αριθμοί. Είναι άνθρωποι με σάρκα και οστά, για τους οποίους έχουμε όλοι ευθύνη. Pham Van Chi (Βιετναμέζος εργάτης του οποίου ακρωτηριάστηκε το χέρι), Σύλβια, Μπρέντα, Κάτια, η γλυκιά Bahidja, Charitin, Άννα Μαρία, Μayfool, Ιρίνα, Dang, Σοφία, Ali, Ραφαέλλα και τόσοι άλλοι. 

Κάθε μέρα αντιμετωπίζουμε και νέες εκπλήξεις. Δυνατές υποθέσεις δεν παρουσιάζονται καν στο Δικαστήριο. Ακούσαμε το ανήκουστο ότι αναγνώριση των θυμάτων ακυρώθηκε από το Δικαστήριο. Αυτή η αρμοδιότητα δεν ανήκει στο Δικαστήριο, απλά φανερώνει την άγνοια του Δικαστηρίου για τα θέματα της εμπορίας. Πληρωμή που δόθηκε σε θύματα από διακινητές για να διαπράξουν παράνομες πράξεις επιστράφηκε πίσω στα θύματα από το Δικαστήριο. Γιατί; Νιώθω ότι έχουμε βουλιάξει».

«Δεν μειώσαμε το πρόβλημα, το κρύψαμε»…

«Ο θάνατος της Οξάνα Ράντσεβα ήταν η αφορμή για την αυτεπάγγελτη έρευνα της Επιτρόπου Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για το καθεστώς των γυναικών στην Κύπρο με την ιδιότητα της «καλλιτέχνιδας», που τότε κατέδειξε τα κενά και τις αδυναμίες του συστήματος», μας είπε η Έλενα Πισσαρίδου ιδρυτικό μέλος της Oργάνωσης Προστασίας Θυμάτων Σεξουαλικής Βίας και Εκμετάλλευσης ΣΤΙΓΜΑ που συνδιαχειρίστηκε από το 2004 με τον ιερέα της Ρωσικής Εκκλησίας της Μητρόπολης Λεμεσού Σάββα Μιχαηλίδη το πρώτο ιδιωτικό καταφύγιο προστασίας θυμάτων σωματεμπορίου στη Λεμεσό. (Να σημειωθεί ότι τα δύο πρώτα χρόνια μέχρι το 2006, τα έξοδα του καταφυγίου κάλυπτε ο ίδιος ο πατήρ  Μιχαηλίδης από τον οικογενειακό του προϋπολογισμό). Η κυρία Πισσαρίδου πρόσθεσε ότι «αν και το παρόν νομοθετικό πλαίσιο είναι πολύ πιο ευρύ και περιεκτικό από εκείνο που υφίστατο τότε, το πρόβλημα παραμένει το ίδιο. Ούτε τότε, ούτε και τώρα εφαρμόζεται η νομοθεσία.

Μετά την ίδρυση του ΓΚΕΠ το 2004 και την κατάργηση εισόδου αλλοδαπών γυναικών στην Κύπρο με την ιδιότητα της «καλλιτέχνιδας» λίγα χρόνια μετά, συνεχίστηκαν οι αφίξεις «καλλιτέχνιδων» με τα ζητούμενα από το κυπριακό κράτος πιστοποιητικά συμμετοχής τους σε χορευτικά μπαλέτα και επί της ουσίας δεν άλλαξε τίποτα. Με την κατάργηση της βίζας δεν δημιουργήθηκε υποδομή αστυνομικού ελέγχου των καμπαρέ και πέρασε η αρμοδιότητα στο Γραφείο Εργασίας, το οποίο τόσα χρόνια μετά, δεν ασκεί τον έλεγχο που είναι υποχρεωμένο εκ του νόμου να ασκεί. Δεν είναι παρήγορο ότι έχουν κλείσει πολλά καμπαρέ, όπως πανηγύρισαν πολλοί, γιατί αυτό δεν σημαίνει ότι σταμάτησε το σωματεμπόριο. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν σήμερα άλλοι χώροι και τρόποι –διαμερίσματα, τουριστικές και φοιτητικές βίζες, αγγελίες στο διαδίκτυο– ώστε το έγκλημα του sex trafficking να επιβιώνει και να ακμάζει. Ελάχιστες είναι και οι αλλαγές σε ό,τι αφορά την προστασία των θυμάτων. Το καταφύγιο θυμάτων του ΣΤΙΓΜΑ λειτουργούσε ακριβώς με τις προδιαγραφές του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης και με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, κάτι που σήμερα δεν συμβαίνει με το κρατικό καταφύγιο θυμάτων, γεγονός που απασχολεί και την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βουλής.

Για να καταλάβετε, 14 χρόνια μετά, ακόμα δεν έχουμε δει τους κανονισμούς λειτουργίας καταφυγίων που άρχισαν να συζητιούνται στην Πολυθεματική Συντονιστική Ομάδα το 2007…Από το 2007 συζητούμε επίσης το ποιος θα πρέπει να είναι ο Εθνικός Συντονιστής για θέματα εμπορίας, που κατά την άποψη μας δεν πρέπει να είναι το υπουργείο Εσωτερικών, αλλά το υπουργείο Δικαιοσύνης. Παλαιότερα εξέταζε τις υποθέσεις εμπορίας προσώπων το ΤΑΕ και η συμπεριφορά δεν ήταν πάντα καλή, γιατί υπήρχε τότε η αντίληψη και η νοοτροπία ότι η κοπέλα είναι πόρνη και…ποιο είναι το πρόβλημα; Η μόνη επιλογή που της δινόταν τότε, ήταν ή να αλλάξει εργοδότη ή να απελαθεί. Χρειαζόταν να παρέμβουμε εμείς ως μη κυβερνητικές οργανώσεις για να έχουμε τη στήριξη του ΓΚΕΠ ώστε να σταματούν αυτές οι διαδικασίες. Θεωρώ ότι σήμερα το πρόβλημα έχει μεγαλώσει γιατί δεν υπάρχει κανένας απολύτως έλεγχος.

Δεν μειώσαμε το πρόβλημα, απλώς το κρύψαμε. Ενδεικτικό αυτού είναι ότι τον τελευταίο χρόνο της πανδημίας του κορωνοϊού όλα τα επαγγέλματα είχαν κάμψη, εκτός από τη σωματεμπορία κι αυτό γιατί δεν υπάρχει κανένας έλεγχος. Σε μια συνεδρία της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βουλής πριν 3 χρόνια η εκπρόσωπος του Γραφείου Εργασίας, μας είπε ότι «δεν μπορούν να μπουν σε τέτοιους χώρους τις νυχτερινές ώρες που εργάζονται οι κοπέλες αυτές». Ουσιαστικά λοιπόν αυτό που άλλαξε στην πορεία των χρόνων είναι ότι η διακίνηση και η εμπορία προσώπων έχει μετατραπεί σε μια… εργασιακή διαφορά!»…