Το ύστατο χαίρε στον αιώνιο έφηβο, τον γιατρό της ΕΔΕΚ, τον πολιτικό, τον επαναστάτη Βάσο Λυσσαρίδη, ο οποίος έφυγε από τη ζωή το απόγευμα της Δευτέρας 26 Απριλίου, λίγες μόλις μέρες πριν κλείσει τα 101 του χρόνια, απηύθυνε σήμερα, σύσσωμος ο πολιτικός και πολιτειακός κόσμος της Κύπρου. H κηδεία τελέστηκε το πρωί στον Ιερό Ναό της του Θεού Σοφίας στον Στρόβολο.

Τον επικήδειο λόγο εκφώνησε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης, ενώ στον ναό ήταν και όλοι οι πολιτικοί αρχηγοί.

Στον επικήδειο λόγο ο ΠτΔ τόνισε ότι «ως Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά και ως ένας πολιτικός που προέρχεται από άλλο ιδεολογικό χώρο, θεωρώ προνόμιο που έζησα από κοντά και συνεργάστηκα στενά με το Βάσο Λυσσαρίδη». Όπως είπε χαρακτηριστικά, «μια πορεία 100 χρόνων αγωνιστικής δράσης, πνευματικής παρουσίας δεν μπορεί να συμπυκνωθεί μέσα σε λίγα λόγια και ελάχιστα λεπτά. Θα χρειαστούν τόμοι και τόμοι για να καταγραφεί το αγωνιστικό φρόνημα του Βάσου Λυσσαρίδη, η πλούσια πορεία ζωής, οι διασυνδέσεις και φιλίες του με εξέχουσες διεθνείς προσωπικότητες και πολιτικούς, το πολύπλευρο του χαρακτήρα του, οι ιδεολογικές του πεποιθήσεις και το ιστορικό αποτύπωμα που άφησε στην αγαπημένη μας πατρίδα».

 

  

Ακολουθεί αυτούσια η ομιλία του Προέδρου Αναστασιάδη:

Απευθύνοντας  σήμερα εκ μέρους της πολιτείας το ύστατο χαίρε υποκλίνομαι  με αισθήματα βαθύτατου σεβασμού στο μεγαλείο της μορφής και της εμβληματικής  προσωπικότητας του Βάσου Λυσσαρίδη.

Μιας προσωπικότητας η οποία περνά σήμερα στην αιωνιότητα,  αφού προηγουμένως πέτυχε, μέσα από τη πορεία ζωής που συνειδητά ακολούθησε, να κερδίσει δικαίως την καθολική εκτίμηση και αναγνώριση του συνόλου του πολιτικού κόσμου του  λαού της Κύπρου και όχι μόνο. 

Ο Βάσος Λυσσαρίδης ήταν ο ιδεολόγος σοσιαλιστής, ο αγωνιστής της πρώτης γραμμής για την ελευθερία, ο οραματιστής πατριώτης που έταξε διαχρονικά ως στόχο ζωής, την αξιοπρέπεια και ελευθερία της πατρίδας του.

Θα τον συναντήσουμε στον απελευθερωτικό αντιαποικιακό αγώνα του ΄55-΄59,   θα τον βρούμε μπροστάρη για προάσπιση της ύπαρξης του Κυπριακού Κράτους στα θλιβερά γεγονότα του ΄63-΄64, θα τον  καταγράψει η ιστορία να πρωταγωνιστεί και πάλι το ΄71-΄74 ενάντια στην παρανομία και το χουντικό πραξικόπημα.

Η τουρκική εισβολή τον πληγώνει αλλά δεν τον λυγίζει δεν τον κάμπτει.

Θα βρεθεί και πάλι στις επάλξεις, διεκδικώντας από κάθε τοπικό και διεθνές βήμα, την απελευθέρωση της Κύπρου και την απαλλαγή  της από τον τουρκικό ζυγό.

Η λέξη απελευθέρωση, για τον αγωνιστή Βάσο Λυσσαρίδη, ταυτιζόταν με την απόλυτη και πλήρη ανεξαρτησία και κυριαρχία του κυπριακού κράτους, ως προαπαιτουμένου για την ειρηνική συμβίωση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.

Η δράση του δεν περιορίζεται στα στενά σύνορα της μικρής μας πατρίδας. Εκτείνεται, όπως και το ελεύθερο πνεύμα του, σε χώρες που παρέμεναν υπόδουλες είτε σε αποικιακές δυνάμεις είτε σε δικτατορικά καθεστώτα.

Δεν θα ήταν υπερβολή να λεχθεί πως ο Βάσος Λυσσαρίδης ήταν ένας παγκόσμιος πολίτης. Ένας οραματιστής του οποίου οι δημοκρατικές αρχές και αξίες, του υπαγόρευαν ως καθήκον να βρίσκεται δίπλα από κάθε λαό που μάχεται για την ελευθερία και την εθνική του αξιοπρέπεια.

Ως Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά και ως ένας πολιτικός που προέρχεται από άλλο ιδεολογικό χώρο, θεωρώ προνόμιο που έζησα από κοντά και συνεργάστηκα στενά με το Βάσο Λυσσαρίδη.

Ένα καθολικό αίσθημα βαθύτατου σεβασμού και εκτίμησης που το επέβαλε η ισχυρή προσωπικότητα, η αγωνιστική του δράση στους περί ελευθερίας και δημοκρατίας αγώνες, τα  οράματα και η δράση του ως ιδρυτού και ηγέτη της ΕΔΕΚ, ως κοινοβουλευτικού με πλουσιότατο έργο, αλλά και ως Προέδρου της Βουλής.

Μια πορεία 100 χρόνων αγωνιστικής δράσης, πνευματικής παρουσίας δεν μπορεί να συμπυκνωθεί μέσα σε λίγα λόγια και ελάχιστα λεπτά. Θα χρειαστούν τόμοι και τόμοι για να καταγραφεί το αγωνιστικό φρόνημα του Βάσου Λυσσαρίδη, η πλούσια πορεία ζωής, οι διασυνδέσεις και φιλίες του με εξέχουσες διεθνείς προσωπικότητες και πολιτικούς, το πολύπλευρο του χαρακτήρα του, οι ιδεολογικές του πεποιθήσεις και το ιστορικό αποτύπωμα που άφησε στην αγαπημένη μας πατρίδα.

Εάν είναι κάτι που τούτη την ώρα έρχεται στη μνήμη μου είναι αυτό που πάντοτε έλεγες σεβαστέ μου Πρόεδρε, πως και νεκρός δεν θα πάψεις να αγωνίζεσαι για την απελευθέρωση της Κύπρου μας.

Σήμερα θα ταφεί το σώμα σου, όχι όμως το πνεύμα και η ελεύθερη ψυχή σου. Αυτά θα πλανώνται στη σκλαβωμένη γη μέχρι την ώρα που θα τη δεις ελεύθερη, όπως και με τους στίχους σου την ύμνησες.

Το κεφάλαιο Βάσος Λυσσαρίδης δεν κλείνει σήμερα και δεν θα κλείσει όσο η Κύπρος θα είναι αιμάσσουσα από την πληγή της κατοχής.

Η καθοδήγηση από τις παρακαταθήκες του ηγέτη που σήμερα αποχαιρετούμε θα αποτελεί το ύψιστο καθήκον σε όσους επιζούν αλλά και τη μεγίστη τιμή και υποχρέωση απέναντι σε έναν από τους πρωταγωνιστές της σύγχρονης κυπριακής Ιστορίας.

Αιωνία σου η μνήμη σεβαστέ μου φίλε, αιωνία σου η μνήμη γιατρέ.

Επικήδειο εκφώνησε και ο Πρόεδρος της ΕΔΕΚ, Μαρίνος Σιζόπουλος;

«Μου είπαν είσαι μικρός

Εάν κάνεις ένα ακόμα βήμα θα σε αφανίσουν

Τους είπα

Αν δεν το κάνω θα είμαι ακόμα πιο μικρός»

Αγαπημένε μας γιατρέ,

Όχι ένα αλλά πολλά βήματα έκανες στην πολυτάραχη ζωή σου.

Μια ζωή γεμάτη αγώνες και αγωνίες.

Αγώνες για το λαό της πατρίδας μας και τον Ελληνισμό,

–        τους λαούς της Αφρικής και της Ασίας που στέναζαν κάτω από τον αποικιακό ζυγό,

–        την κατάργηση του ρατσιστικού Απαρτχάιντ στη Ν. Αφρική και την απελευθέρωση του Νέλσον Μαντέλα,

–        την απελευθέρωση της Παλαιστίνης και την ίδρυση Παλαιστινιακού κράτους,

–        την αποκατάσταση των δικαιωμάτων των Κούρδων.

Αγωνίες για την τύχη του λαού μας:

–        την απελευθέρωση από τον Βρετανικό αποικιακό ζυγό,

–        τους κινδύνους  και τις παγίδες που έκρυβαν οι συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου. Ήσουν από τους λίγους που τις πρόβλεψες, γι΄ αυτό και δεν τις υιοθέτησες. Τις αποκαλούσες μετααποικιακό καθεστώς,

–        την υπεράσπιση της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά την διάρκεια της τουρκοανταρσίας του 1963-64,

–        την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα και την προστασία της κρατικής μας υπόστασης που κινδύνευε από την προδοτική υπονόμευση της χούντας των Αθηνών την επταετία 1967-1974,

–        την προάσπιση της συνταγματικής νομιμότητας από την παράνομη δράση της ΕΟΚΑ Β΄,

 

–        την έκβαση της ένοπλης αντίστασης στο προδοτικό πραξικόπημα του Ιουλίου του 1974 και της τουρκικής εισβολής που ακολούθησε,

–        την αποκατάσταση της  συνταγματικής νομιμότητας, την επιστροφή του εξόριστου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και τη ματαίωση των τουρκικών διχοτομικών σχεδίων που ακολούθησαν,

–        την επούλωση των πληγών που επακολούθησαν την κατοχή, την προσφυγοποίηση 200 χιλ. συμπατριωτών μας, την οικονομική και κοινωνική ανισότητα που προκλήθηκε,

–        την προστασία της Κυπριακής Δημοκρατίας από τους κινδύνους που θα απέρρεαν από την αποδοχή του σχεδίου Ανάν.

Σε αυτή την τελευταία αποχαιρετιστήρια ομιλία, η θλίψη και η συγκίνηση δεν είναι δυνατόν να  αποκρυβούν, όπως και η περηφάνεια που σε έμενα έλαχε αυτός ο τιμητικός κλήρος να σε αποχαιρετίσω εκ μέρους ενός περήφανου και τιμημένου κόμματος που ίδρυσες και καθοδήγησες σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, διαμορφώνοντας νέα πολιτικά δεδομένα στην πατρίδα μας.

Είναι ίσως από τις ελάχιστες περιπτώσεις που η πλούσια ελληνική γλώσσα είναι πολύ φτωχή για να αποδώσει την πολύπλευρη προσφορά σου στην πολιτική, την ιατρική, την ποίηση, τη ζωγραφική.

Θα μπορούσαν να ειπωθούν χιλιάδες λέξεις, να διαβαστούν εκατοντάδες σελίδες για την προσωπικότητά σου, έναν αυτοδημιούργητο Έλληνα της Κύπρου, έναν διορατικό και ακούραστο ηγέτη, ευγενικό, δίκαιο, σεμνό που προσέφερε στην πατρίδα του και τον λαό του με ανιδιοτέλεια, όσα περισσότερα μπορούσε.

Αγαπημένε μας γιατρέ, ήσουν μια ιδιαίτερα ξεχωριστή περίπτωση ανθρώπου, που έδωσες υπόσταση στις ιδέες σου, η αγάπη και η φλόγα σου για τον Ελληνισμό δεν έσβησαν ποτέ, μέχρι και την τελευταία στιγμή. Δεν έχανες την ευκαιρία να τονίζεις ότι «ο αγωνιστής όσα περισσότερα προσφέρει στην πατρίδα του, τόσα περισσότερα χρωστά».

Μπορούσες και ενέπνεες τους συνεργάτες σου, με το παράδειγμα και τον χαρακτήρα σου, τους οδηγούσες να αναζητούν και να υπολογίζουν την αξία και τη σημασία ακόμα και των λεπτομερειών που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην επιτυχία του αγώνα επιβίωσης του λαού μας, την εμπέδωση των δημοκρατικών θεσμών και τη σοσιαλιστική αλληλεγγύη προς τους συνανθρώπους μας.

Τίμησες τόσο την Ιατρική, όσο και την πολιτική. Δεν πήρες, έδωσες αξία στις θέσεις που τάχθηκες να υπηρετήσεις, του Βουλευτή για 46 ολόκληρα χρόνια και του Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων την περίοδο 1986-1991.

Ο χρόνος είναι ανεπαρκής για να μπορέσει κάποιος να απαριθμήσεις όλα όσα πρέπει και να μην σε αδικήσει, παραλείποντας σημαντικές στιγμές της βιολογικής και πολιτικής σου πορείας.

Πολλές και ιδιαίτερες οι στιγμές που σημάδεψαν τη ζωή σου ταυτισμένες με την σύγχρονη ιστορία της πατρίδας μας.

Πραγματικά ποιες να αναφέρεις και ποιες να παραλείψεις.

Όμως η 15η και η 30η Αυγούστου 1974 εκτιμώ ότι κατατάσσονται ανάμεσα στις κορυφαίες.

Επιβεβαίωσαν την φιλοπατρία και τη μεγαλοψυχία σου, την ευγένεια του χαρακτήρα σου, την αποφασιστικότητά σου, τη διαγραφή του κινδύνου και την απουσία φόβου, αλλά και τη συγχώρεση που απλόχερα προσέφερες ακόμα και σε όσους έθεταν σε κίνδυνο την ίδια σου τη ζωή.

Η παρουσία σου στη σύσκεψη της 15ης Αυγούστου 1974 στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών για να συζητηθεί το σχέδιο παράδοσης της πατρίδας μας στην Τουρκία, το γνωστό σχέδιο Γκιουνές, παρά τις προειδοποιήσεις ότι η ζωή σου βρίσκεται σε κίνδυνο και θα ήταν καλύτερα να απέχεις, ταυτίστηκε με μια από τις πλέον σημαντικές στιγμές της πολιτικής σου διαδρομής.

Αφού με τεκμηριωμένη πολιτική επιχειρηματολογία έπεισες για την ανάγκη απόρριψής του, απευθυνόμενος προς τους οπλοφόρους της ΕΟΚΑ Β΄ είπες:

«Απευθύνομαι σε σας που με μισάτε. Εγώ δεν αισθάνομαι μίσος για κανένα. Αισθάνομαι αγάπη. Καλώ όλους να παραμερίσετε τα μικρά και τα μίση. Είναι θέμα εθνικής αναγκαιότητας. Είναι θέμα πατριωτισμού. Δεν είναι θέμα προσώπων. Είναι θέμα εθνικής επιβίωσης».

Τα πρόσωπα έσκυψαν, τα όπλα σίγησαν. Αυτό όμως που δεν έγινε στις 15 έγινε στις 30 Αυγούστου. Οι γνωστοί – άγνωστοι δολοφόνοι έστησαν ενέδρα στο κέντρο της Λευκωσίας, μερικές δεκάδες μέτρα μακριά από τα γραφεία της ΕΔΕΚ και επιχείρησαν να σε δολοφονήσουν για να φιμώσουν τις ιδέες σου, για να τερματίσουν την αντίσταση ενάντια στη συνταγματική εκτροπή που επέφερε το προδοτικό πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου.

Ο στόχος δεν επιτεύχθηκε, ελαφρά τραυματισμένος επέζησες. Έχασε όμως τη ζωή του ο συναγωνιστής και συνεργάτης σου ο Δώρος Λοΐζου για να μετατραπεί σε αιώνιο σύμβολο του αγώνα για ψωμί και λευτεριά. Έτσι έκλεισε ουσιαστικά ο κύκλος δολοφονιών των στελεχών της ΕΔΕΚ, που άρχισε στις 5 Απριλίου 1973 με τη δολοφονία του πρωτομάρτυρα της αντίστασης, του Κόκου Φωτίου.

Με το πρόσωπο και το πουκάμισο ματωμένο έδωσες συγχώρεση στους δολοφόνους. Κάλεσες τα στελέχη της ΕΔΕΚ να αποφύγουν τα αντίποινα και τον λαό να παραμείνει ενωμένος, να αγωνιστεί για  τη συνταγματική νομιμότητα, την επιστροφή του Αρχ. Μακαρίου και την αντιμετώπιση των δεδομένων της τουρκικής εισβολής και κατοχής. Ταυτόχρονα η δήλωσή σου «οι ιδέες δεν δολοφονούνται» παραμένει διαχρονική παρακαταθήκη για τους μελλοντικούς αγωνιστές.

Έκτοτε σε πολλές περιπτώσεις εξέφρασες ένα παράπονο, ότι ζεις με μια δανεική ζωή και ότι ο Δώρος σου στέρησε έναν περήφανο θάνατο.

Παρ΄ όλα αυτά σήμερα ο βιολογικός σου θάνατος ολοκληρώθηκε με περηφάνεια και αξιοπρέπεια, όπως έζησες σε όλη σου τη ζωή.

Έφυγες όμως με μια επιθυμία σου ανεκπλήρωτη

Να περπατήσεις Λεύτερος στον Λεύτερο Πενταδάκτυλο. Αυτόν που οι ηρωικοί συναγωνιστές σου οι Κοκκινοσκούφηδες στις 24 Απριλίου 1964 απελευθέρωσαν από τους τούρκους στρατιώτες της ΤΟΥΡΔΥΚ και τους Τ/Κύπριους στασιαστές της ΤΜΤ, ματαιώνοντας τα σχέδια της Άγκυρας για επέκταση του Τ/Κυπριακού θύλακα της Λευκωσίας μέχρι τις ακτές της Κερύνειας.

Όμως, η ψυχή και το πνεύμα σου ελεύθερα πια από το σώμα, σαν αετός, θα φτερουγίζουν στις βουνοκορφές του Πενταδακτύλου, να αγναντεύουν τις ακτές τις Κερύνειας και να μας υποδεικνύουν το καθήκον μας. Ότι τα σύνορά μας δεν είναι η κατοχική γραμμή και το συρματόπλεγμα της ντροπής, αλλά οι ακτές και η θάλασσα της Κερύνειας.

Αγαπημένε μας γιατρέ, πολιτικέ και ιδεολογικέ μας καθοδηγητή,

η φυσική σου παρουσία θα μας λείψει,

η πεφωτισμένη φυσιογνωμία σου θα συνεχίσει να μας εμπνέει,

οι αγώνες σου θα μας καθοδηγούν ως φωτεινός οδοδείκτης, να συνεχίσουμε την πορεία που εσύ χάραξες για λευτεριά της μαρτυρικής μας πατρίδας, για δημοκρατία και σοσιαλισμό.

Εξοχότατε Πρόεδρε της Κυπριακής Δημοκρατίας

Μακαριότατε, Σεβαστό Ιερατείο

Πρόεδρε της Βουλής των Αντιπροσώπων

Εκπρόσωποι Κυβερνήσεων, Κομμάτων και Οργανώσεων

Πολιτειακοί και Κρατικοί αξιωματούχοι

Συμπατριώτισσες και συμπατριώτες,

Σήμερα σεμνά και ταπεινά αποχαιρετούμε τον τελευταίο μεγάλο μιας γενιάς πολιτικών, που σημάδεψε ανεξίτηλα την ιστορία της πατρίδας μας, του Ελληνισμού, της Ευρώπης, του Αφροασιατικού Απελευθερωτικού και Αντιαποικιακού Κινήματος.

Σήμερα αποχαιρετούμε σε αυτό το τελευταίο συναπάντημα τον ιδρυτή και ιστορικό ηγέτη της ΕΔΕΚ με μερικούς από τους δικούς του στίχους.

«Όχι! Δεν δέχομαι να γονατίσω

Όχι! Με καρτερούν οι σύντροφοι στο συρματόπλεγμα

και οι νεκροί στον Πενταδάκτυλο

Να πεθαίνω ναι!

Να γονατίσω όχι!».

Η μνήμη σου αγαπημένε μας γιατρέ θα παραμείνει αιώνια».

Ο Αρχιμανδριτης Γεώργιος Χριστοδούλου ήταν ο ομιλητής εκ μέρους της οικογένειας Λυσσαρίδη, τονίζοντας σημαντικές στιγμές από τη μεγάλη πορεία του Βάσου Λυσσαρίδη.

Η νεκρώσιμος ακολουθία ολοκληρώθηκε με την κατάθεση στεφάνων και την αναφώνηση του εθνικού ύμνου.

 

  

  

  

  

  

 

 

Συνεργάτες, σύντροφοι και φίλοι

Από τις 9 περίπου το πρωί είχαν συγκεντρωθεί στον προαύλιο χώρο συνεργάτες, σύντροφοι και φίλοι του Βάσου Λυσσαρίδη, καθώς επίσης και πλήθος κόσμου της ΕΔΕΚ, ώστε να αποδώσουν τιμές στον μεγάλο τους ηγέτη.

 

Τις εντυπώσεις κέρδισε η άφιξη της νεολαίας της ΕΔΕΚ σε πορεία:

 

Κλείνει ο κύκλος των ιστορικών ηγετών

Με τον θάνατο του Βάσου Λυσσαρίδη, αναμφίβολα κλείνει ένας κύκλος ιστορικών ηγετών που άφησαν το χνάρι τους στο νησί, αφού φεύγει και ο τελευταίος εκ των πρωταγωνιστών της σύγχρονης ιστορίας της Κύπρου. Σε άρθρο του στον Φιλελεύθερο υπό τον τίτλο «Τα νεανικά χρόνια του Βάσου Λυσσαρίδη 9/5/2020» ο ιστορικός Πέτρος Παπαπολυβίου τον χαρακτήρισε «μια σπάνια περίπτωση αγωνιστικής συνέπειας και προσφοράς».

Ο Βάσος Λυσσαρίδης, διέγραψε μια μακρά πορεία ογδόντα και πλέον χρόνων στην πολιτική ζωή της Κύπρου αλλά και της Ελλάδας από τους εργατικούς αγώνες το 1941-45, στη συνεργασία με τη «φράξια» που διέγραψαν οι «ορθόδοξοι» από το ΑΚΕΛ το 1952, στην ΕΟΚΑ και στους «Αριστερούς πατριώτες» το 1955-1959, στην κυπριακή Βουλή από το 1960, στον Πενταδάκτυλο το 1964 με τους Κοκκινοσκούφηδες, στο παγκόσμιο αντιαποικιακό και εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα των λαών της Αφρικής και της Ασίας και στους αγώνες κατά του απαρτχάιντ, στον αντιχουντικό αγώνα, από το 1967, στην αντίσταση κατά του πραξικοπήματος, στον αντικατοχικό αγώνα, μετά το 1974, στην προάσπιση της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο δημοψήφισμα του 2004. Στο πανανθρώπινο όραμα για έναν καλύτερο κόσμο…

Ταγμένος σοσιαλιστής μέχρι το βιολογικό του τέρμα, δήλωνε πάντα παρών, όπου και αν τον καλούσε το καθήκον της πατρίδας και του αγώνα. Όντας στην πρώτη γραμμή του αγώνα δεν ήταν λίγες οι φορές που βρέθηκε στο στόχαστρο. Το 1974 αντιστάθηκε στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974.Στις 30 Αυγούστου 1974 έγινε στόχος δολοφονικής απόπειρας, στη διάρκεια της οποίας σκοτώθηκε ο οργανωτικός γραμματέας της νεολαίας της ΕΔΕΚ, Δώρος Λοΐζου. «Γιατί ήθελαν να σας δολοφονήσουν;», τον ρώτησαν σε συνέντευξή του στο Αθηναικό Πρακτορειο Ειδήσεων στις 15/7/2018. «Διότι ήμουν μια φωνή που, όπως πιστεύω, υπέβαλε στο έθνος τη σωστή πορεία. Δεν είναι ορθό να το λέω, αλλά με ρωτήσατε και απαντώ. Στη ζωή μου αγωνίστηκα για την ελευθερία και τη δημοκρατία».

Συνέχισε τον αγώνα ενάντια στο μεταπραξικόπημα μέχρι την επιστροφή του Μακαρίου. Εκλεγόταν ανελλιπώς βουλευτής από το 1960 μέχρι το 2006 και την περίοδο 1985-1991 διετέλεσε Πρόεδρος της Κυπριακής Βουλής. Το 1969 ίδρυσε το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ε.Δ.Ε.Κ., του οποίου υπήρξε Πρόεδρος μέχρι και τον Ιούλιο του 2001. Ανακηρύχθηκε Επίτιμος Πρόεδρος του Κινήματος.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: 

Γεννημένος τη 13η Μαϊου 1920 στα Πάνω Λεύκαρα, ο Βάσος Λυσσαρίδης είναι το πέμπτο απο τα έξι παιδιά και το μοναδικό αγόρι του Μιχάλη Λυσσαρίδη και της Ελένης Βυζάκα.

Οι πρώτες του πολιτικές αναμνήσεις, όπως αναφέρει ο ίδιος στο βιβλίο της Μάρως Αδαμίδου, «Βάσος Λυσσαρίδης. Εκ βαθέων. Απολογισμός ζωής και αγώνων» (Λευκωσία: Ίδρυμα Λυσσαρίδη, 2018) ήταν οι βουλευτικές εκλογές του 1925 στο διαμέρισμα Λευκάρων, όταν ο πατέρας του υποστήριξε τον μητροπολίτη Νικόδημο Μυλωνά και όχι τον Λευκαρίτη ανθυποψήφιό του, που φήφισαν οι περισσότεροι συγχωριανοί τους. Ο Λυσσαρίδης επηρεάστηκε από τα πολιτικά και εθνικά κηρύγματα του μητροπολίτη Κιτίου, και από την ανάγνωση στα νεανικά του χρόνια της εφημερίδας «Ισότης», δημοσιογραφικού του οργάνου (Πέτρος Παπαπολυβίου Φιλελεύθερος 9/5/2020).

Σπούδασε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών όπου και αποφοίτησε με άριστα. Εξάσκησε γενική ιατρική και διετέλεσε Πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου (1967-1981). Κατά τα φοιτητικά του χρόνια διετέλεσε Πρόεδρος της Πανσπουδαστικής Επιτροπής Κυπριακού Αγώνα, Γραμματέας της Συντονιστικής Επιτροπής Κυπριακών Σωματείων και υπεύθυνος της Εθνικοτοπικής ΕΑΜ Κύπρου. Οργάνωσε τεράστιες συγκεντρώσεις και το Κυπριακό προβλήθηκε ως εθνική διεκδίκηση.

Στη συνέχεια, ο Βάσος Λυσσαρίδης συμμετείχε στον αγώνα της ΕΟΚΑ 1955-1959. Ο Λυσσαρίδης έπεισε τον Γεώργιο Γρίβα να δημιουργήσει μέσα στους κόλπους της ΕΟΚΑ την «Οργάνωση Αριστερών Πατριωτών», μέσω της οποίας θα μπορούσαν να προσελκύσουν στελέχη της κυπριακής Αριστεράς στον αγώνα. 

Η ενεργός συμμετοχή του Λυσσαρίδη στον αγώνα της ΕΟΚΑ και η συνεργασία του με τον Γρίβα ενάντια στους Βρετανούς οδήγησε στη διαγραφή του από το ΑΚΕΛ, του οποίου ήταν μέλος: το ΑΚΕΛ στην απόφαση της διαγραφής του τον κατηγόρησε ως «ηγέτη της φραξιονιστικής σπείρας» και «ένα στοιχείο που παίζει επάξια τον ρόλο του πράκτορα της Ιντέλλιτζενς Σέρβις».Ο ίδιος ο Λυσσαρίδης αργότερα υποστήριξε ότι «η Οργάνωση [ΕΟΚΑ] παρά τα όσα λέγονται, δεν είχε ιδεολογικό χαρακτήρα. Εγώ μετείχα με την ιδεολογία μου σε πλήρη αρμονία, δεν είχα ποτέ πρόβλημα».

Συνδέθηκε στενά με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, του οποίου υπήρξε για χρόνια προσωπικός ιατρός.

Ήταν μέλος της ελληνοκυπριακής αποστολής στο Λονδίνο το 1959, αντιπροσωπεύοντας την ΕΟΚΑ, όπου αποφασίστηκε η ανεξαρτησία της Κύπρου.Ο ίδιος καταψήφισε τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, «τονίζοντας ότι νομιμοποιούν την στρατιωτικοπολιτική παρουσία της Τουρκίας και οδηγούν σε αδιέξοδα τα οποία θα τύχουν εκμετάλλευσης από τη Μεγάλη Βρετανία και την Τουρκία».

Την περίοδο της χούντας, συνδέθηκε στενά με το Πανελλήνιο Απελευθερωτικό Κίνημα (Π.Α.Κ.) και τον Ανδρέα Παπανδρέου, του οποίου παρέμεινε πιστός φίλος έως το τέλος. Σύμφωνα με μαρτυρία του ηγετικού στελέχους του Π.Α.Κ. Κώστα Τσίμα, ο Βάσος Λυσσαρίδης ήταν αυτός που «άνοιξε τις πόρτες» των Αράβων για το Π.Α.Κ., και με τη διαμεσολάβησή του οι Παλαιστίνιοι και ο Γιάσερ Αραφάτ βοήθησαν το Π.Α.Κ. και τον Ανδρέα Παπανδρέου με χρήματα, όπλα και εκπαίδευση. Προηγουμένως, το 1964, ο Λυσσαρίδης μαζί με τον Τάσσο Παπαδόπουλο είχαν οργανώσει την επίσκεψη του Ανδρέα Παπανδρέου στην Κύπρο, όπου γεννήθηκε η φιλία και συνεργασία μεταξύ Α. Παπανδρέου και Μακαρίου.

Κατά τη διάρκεια των δικοινοτικών διαταραχών 1963-1964 ηγήθηκε του λαϊκού στρατού υπό την αιγίδα του κυπριακού κράτους, απελευθερώνοντας τον Πενταδάκτυλο.

Είχε άριστες σχέσεις με τον αραβικό κόσμο, και με πολλούς άλλους προοδευτικούς ηγέτες και λαούς αγωνιζόμενους για ελευθερία και ανεξαρτησία και τασσόταν υπέρ ενός ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους. Διατηρούσε σχέσεις με τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα της Αφρικής και τους ηγέτες των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, ενώ συνδέθηκε με τον Νέτο, Γκαμπράλ, Μοτλάνε, Σαμόρα Μασιέλ, Μαρσελίνο Ντο Σάντος, Κάστρο, Αραφάτ και άλλους.

Σπάνιο Φωτογραφικό Υλικό της πολιτικής πορείας του Βάσου Λυσσαρίδη από το Αρχείο του Ανδρέα Μανώλη

 

Πηγή: philenews