Η πρόταση των τριών κομμάτων του ενδιάμεσου χώρου για την Ασφάλεια και τις Εγγυήσεις εμπεριέχει στοιχεία τα οποία είναι πολύ πιο προχωρημένα αλλά και απαιτητικά από εκείνα της πρότασης του Προέδρου της Δημοκρατίας και της Αθήνας, επισημαίνει σε ανάλυσή του στο Ανεξάρτητο Κέντρο Πολιτικών, Στρατιωτικών, Οικονομικών και Κοινωνικών Μελετών ο πρώην βουλευτής του ΑΚΕΛ, διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Στρατηγικών Μελετών και ειδικός σε θέματα Άμυνας και Στρατηγικής, Άριστος Αριστοτέλους.
Στην ανάλυσή του, ο κ. Αριστοτέλους αναφέρεται στην πρόταση των κομμάτων ΔΗΚΟ, ΕΔΕΚ και Αλληλεγγύης, σε σχέση και με την πρόταση του Προέδρου της Δημοκρατίας Νίκου Αναστασιάδη, αλλά και της Ελλάδας. Σημειώνει ότι και οι δυο, όπως και άλλες θέσεις που έχουν ακουστεί, έχουν την ίδια αγωνία και αφετηρία: «Πώς να κατοχυρώσουν καλύτερα την ασφάλεια και το μέλλον του Κυπριακού Ελληνισμού σε μια προσπάθεια που, λαμβανομένων υπόψη των αντιθέσεων των δύο πλευρών και της άκαμπτης τουρκικής στάσης στο Κυπριακό, αποτελεί ένα εξαιρετικά δύσκολο έργο που μοιάζει με απόπειρα τετραγωνισμού του κύκλου. Πρόκειται για ένα εγχείρημα που, ιδιαίτερα όσον αφορά στην υπό εξέταση πρόταση των τριών κομμάτων του ενδιάμεσου χώρου, καθίσταται ακόμη δυσκολότερο και μόνο με μια μαγική ράβδος εκτιμάται ότι θα επετύγχανε τον απώτερό του σκοπό», επισημαίνει.
Ο διευθυντής του Κέντρου Στρατηγικών Μελετών επισημαίνει ότι η πρόταση ΔΗΚΟ, ΕΔΕΚ και Αλληλεγγύης για την ασφάλεια και τις εγγυήσεις έρχεται να προσθέσει σε μια σειρά άλλων θέσεων και εισηγήσεων που έχουν εκφρασθεί από διάφορες πλευρές στο Κυπριακό. «Η πρόταση των τριών κομμάτων όπως και εκείνες του Προέδρου Νίκου Αναστασιάδη και του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών Νίκου Κοτζιά κ.λπ. προηγουμένως προσβλέπουν σε μια ιδανική ρύθμιση του θέματος που να απαλλάσσει την Κύπρο από εγγυητικά και επεμβατικά δικαιώματα τρίτων και την κατοχή. Και αυτή η πρόταση, μέρη της οποίας αναλύονται πιο κάτω, εμπεριέχει νέα ενδιαφέροντα σημεία, αλλά και αδυναμίες, καθώς και πρόνοιες που δυστυχώς μόνο με ένα μαγικό ραβδί θα μπορούσε, υπό τις συνθήκες, να φέρει το αποτέλεσμα που επιθυμεί».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
Ο κ. Αριστοτέλους αναφέρει ότι ξεχωριστό σημείο της πρόταση των τριών κομμάτων, σε σχέση με το τι έχουν εισηγηθεί μέχρι σήμερα οι κυβερνήσεις Κύπρου και Ελλάδας και άλλοι ενδιαφερόμενοι φορείς, είναι ότι προτείνει αποφάσεις και μέτρα που πρέπει να ληφθούν πριν και μετά το δημοψήφισμα και προτού αρχίσει να υλοποιείται μια συμφωνία στο θέμα της ασφάλειας και των εγγυήσεων. «Με τα μέτρα και τις ασφαλιστικές δικλίδες που προτείνουν, τα τρία κόμματα πιστεύουν ότι κατοχυρώνεται καλύτερα η οντότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας και η ασφάλεια της ελληνοκυπριακής πλευράς,που αποτελεί κοινή επιδίωξη Λευκωσίας και Αθήνας. Η Άγκυρα ωστόσο, που ένεκα ισχύος έχει το πάνω χέρι στο Κυπριακό, όπως και η τουρκοκυπριακή πλευρά βλέπουν τα πράγματα πολύ διαφορετικά», αναφέρει.
Ο κ. Αριστοτέλους επισημαίνει ακόμα ότι θα ήταν όντως πολύ ανακουφιστικό για την ελληνοκυπριακή πλευρά να καταργηθούν η Συνθήκη Εγγυήσεως, τα επεμβατικά δικαιώματα στο νησί και η Συνθήκη Συμμαχίας και μάλιστα πριν πάει τυχόν «συμφωνία λύσης» σε δημοψήφισμα όπως υποδεικνύει η πρόταση των τριών. Ωστόσο δεν υπάρχουν περιθώρια να αισιοδοξεί κανείς βάσιμα ότι η Τουρκία, που ετσιθελικά και σχεδόν ανενόχλητη κρατά τη βόρεια Κύπρο για 43 χρόνια υπό κατοχή, που είναι αμετακίνητη στο θέμα της κατάργησης των εγγυητικών και των επεμβατικών δικαιωμάτων του ‘60, θα συγκατατεθεί με την πλήρη κατάργησή τους. «Τροποποίησή τους, φαίνεται να λέει η Άγκυρα μέσω του Ακιντζί, «ναι», κατάργησή τους «όχι». Πόσο μάλλον να δεχτεί να τεθεί σε εφαρμογή η πρόνοια αυτή πριν από το δημοψήφισμα!», προσθέτει.
Από την άλλη, σημειώνει ότι είναι και λογική και υλοποιήσιμη η πρότασή τους να καθοριστεί χρονοδιάγραμμα αποχώρησης των ξένων στρατευμάτων και διαδικασία επαλήθευσης της απόσυρσής τους, ως μέρος της λύσης που θα συμφωνηθεί και που θα τεθεί σε δημοψήφισμα. Αυτά ωστόσο εμπεριέχονται και σε άλλες προτάσεις από ελληνοκυπριακής πλευράς που ήδη έχουν κατατεθεί και η Τουρκία δεν θα είχε επιχειρήματα να τα απορρίψει.
«Όμως, όπως ακατάπαυστα διακηρύττουν Άγκυρα και τουρκοκυπριακή ηγεσία, δεν θα δέχονταν πλήρη αποχώρηση των τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων από το νησί, αφήνοντας ταυτόχρονα να εννοηθεί ότι διατήρηση κάποιου βαθμού μειωμένης παρουσίας τους πιθανόν να τους ήταν αποδεκτή», προσθέτει.
«Συνεπώς, αν δεν υπάρχει προηγουμένως συμφωνία επί του προκειμένου, το προτεινόμενο από τα τρία κόμματα χρονοδιάγραμμα απόσυρσης του συνόλου των τουρκικών στρατευμάτων πριν το δημοψήφισμα και την έναρξη εφαρμογής της λύσης μάλλον θα ήταν άνευ αντικειμένου», σημειώνει.
Ο οποίος προχωρώντας παρακάτω επισημαίνει ότι εδώ προκύπτει και το κρίσιμο δίλημμα που είχε εξ υπαρχής να αντιμετωπίσει η ελληνοκυπριακή πλευρά και ο Ελληνοκύπριος διαπραγματευτής στο θέμα των τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων:
Να εμμένει στην πλήρη αποχώρηση των τουρκικών κατοχικών δυνάμεων από το νησί -δηλαδή «μηδενική παρουσία»- που φαίνεται απίθανο η Τουρκία να δεχτεί, οπότε η κατάσταση με τα στρατεύματα κατοχής παραμένει ως έχει σήμερα; ή
Να αποδεχτεί κάποια (σε πιο βαθμό και τι είδους;) τουρκική στρατιωτική παρουσία στο νησί, αντίθετα με τις ελληνοκυπριακές θέσεις περί «μηδενικής παρουσίας», για χάρη της αποχώρησης του μεγαλύτερου όγκου των κατοχικών δυνάμεων βάσει χρονοδιαγράμματος που τυχόν θα συμφωνηθεί;
«Το ίδιο και στο θέμα της κατάργησης των εγγυήσεων και των επεμβατικών δικαιωμάτων. Οι Ελληνοκύπριοι και ο εκπρόσωπός τους στις διαπραγματεύσεις βρίσκονται κι εδώ ενώπιον παρόμοιων διλημμάτων», σημειώνει, υποδεικνύοντας ότι πρόκειται για πολύ σοβαρά ζητήματα για τα οποία θα έπρεπε ήδη η ελληνοκυπριακή πλευρά να είχε αποκρυσταλλώσει με σαφήνεια τη θέση, τις δυνατότητες και τις επιλογές της, συνυπολογίζοντας κόστος και οφέλη -βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα εάν είναι δυνατό- και να είχε λάβει τις αποφάσεις της, αλλά και να έθετε στόχους και να διαμόρφωνε στρατηγική.
Πώς κατοχυρώνεται η ασφάλεια των Ε/κ
Ο κ. Αριστοτέλους επισημαίνει καταλήγοντας ότι πρέπει κανείς να προβληματιστεί και για τα εξής ερωτήματα: «Αν υποτεθεί ότι όλες οι ανωτέρω προτάσεις, είτε των τριών κομμάτων, είτε του Προέδρου της Δημοκρατίας, είτε της Αθήνας κ.λπ. γίνονται αποδεκτές και καταργούνται οι εγγυήσεις όπως και τα επεμβατικά δικαιώματα της Τουρκίας και αποχωρούν οι κατοχικές δυνάμεις, λύεται και κατοχυρώνεται πλήρως η ασφάλεια των Ελληνοκυπρίων; Πώς επιτυγχάνεται αυτό με την Τουρκία να είναι από τους πιο σημαντικούς γεωπολιτικούς δρώντες στην περιοχή, να απέχει μόνο 69 χιλ. από το νησί, με 80 εκατ. πληθυσμό και με τεράστιες στρατιωτικές ικανότητες – ισχυρό Στρατό, Αεροπορία και Ναυτικό – που της επιτρέπουν να δράσει οποιαδήποτε στιγμή ή και να επέμβει στρατιωτικά αν χρειαστεί;
Με αυτά τα δεδομένα ισχύος της Τουρκίας ως περιφερική δύναμη και τη σχέση της με την τουρκοκυπριακή πλευρά, δεν θα μπορούσε αν το επιθυμούσε να ασκεί επιρροή στο νησί; Αφού η Άγκυρα θεωρείται «αναξιόπιστη» για την ελληνοκυπριακή πλευρά όσον αφορά την τήρηση των συμφωνιών, ποιος σε τελική ανάλυση θα εγγυηθεί την προστασία της Κύπρου από αυτή; Ο ΟΗΕ; Η Ευρωπαϊκή Ένωση;, σημειώνει μεταξύ άλλων ο κ. Αριστοτέλους.
Προκύπτουν διάφορα ερωτήματα για την πρόταση
Ο κ. Αριστοτέλους σημειώνει στο άρθρο-ανάλυση του ότι για την πρόταση των κομμάτων του ενδιάμεσου προκύπτουν διάφορα ερωτήματα. «Τι θα κάνει ο Ελληνοκύπριος διαπραγματευτής αν π.χ. η Τουρκία δεχτεί μεν την πλήρη αποχώρηση των στρατευμάτων της αλλά με χρονοδιάγραμμα που να αρχίζει μετά την έναρξη εφαρμογής της λύσης -όχι προηγουμένως; Να μην τη δεχτεί, με βάση την πρόταση των τριών;», αναφέρει. «Εάν η Τουρκία, φερειπείν, συγκατατεθεί με τις προτάσεις των τριών κομμάτων στο θέμα της ασφάλειας και εγγυήσεων, σε μια τέτοια περίπτωση θα αγνοήσουν όλες τις άλλες ενστάσεις και διαφωνίες τους τα τρία κόμματα όσον αφορά το είδος της λύσης και το περιεχόμενό της όπως π.χ. περιουσιακό, εκ περιτροπής προεδρία, έποικοι, κ.λπ. και θα ταχθούν υπέρ του ‘’Ναι’’ στο δημοψήφισμα;», προσθέτει. «Εάν, από την άλλη, το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος είναι ‘’Όχι’’, τι θα γίνει ‘με τα αποσυρθέντα στρατεύματα και τις καταργηθείσες Συνθήκες Εγγυήσεως και Συμμαχίας. Θα αποκατασταθούν; Πώς με βάση την πρόταση των τριών τα ζητήματα αυτά θα αντιμετωπισθούν;» αναφέρει.
Επισημαίνει ακόμα ότι «παρατηρούνται και κάποιες ασάφειες και άλλα σημεία προβληματισμού στην υπό εξέταση πρόταση που δεν καθιστούν ολοκληρωμένη την όλη προσέγγισή της».
Πηγή: Ο Φιλελεύθερος