Την ανάγκη για επανασχεδιασμό των μέτρων που εφαρμόζονται για τη διαχείριση της πανδημίας, τόνισε σε δηλώσεις του στον «Φ» ο επικεφαλής της Συμβουλευτικής Επιστημονικής Επιτροπής, Κωνσταντίνος Τσιούτης, υπογραμμίζοντας ότι «ήρθε η ώρα να “διαβάσουμε” σωστά τις ενδείξεις και τα δεδομένα μας και να κάνουμε ότι είναι δυνατό ώστε να μπούμε με όσο το δυνατό μεγαλύτερη ασφάλεια στον χειμώνα», επαναφέροντας τη θέση του για στοχευμένους ελέγχους σε εμβολιασμένα άτομα σε συγκεκριμένους χώρους, ανάλογα με το επίπεδο επικινδυνότητας. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: 188 νέα κρούσματα κορωνοϊού στην Κύπρο

Από πλευράς του, ο λοιμωξιολόγος και μέλος της ΣΕΕ, Κώστας Κωνσταντίνου, σε δηλώσεις του στο Τρίτο του ΡΙΚ, επεσήμανε ότι «δυστυχώς, προηγήθηκε μια περίοδος που είχαμε σχετικά μικρό αριθμό κρουσμάτων και είχαμε αποφασίσει από μόνοι μας ότι η πανδημία τελείωσε και τώρα βλέπουμε τα αποτελέσματα», τονίζοντας ότι «βλέπουμε ήδη ότι η ανόσια που αναπτύσσεται από τα εμβόλια σιγά – σιγά, για κάποιους στους 6, για κάποιους στους 8 μήνες αρχίζει να μειώνεται». 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: 3η δόση για τους άνω των 50 προτείνει ο υπ. Υγείας

Η ΣΕΕ συνέρχεται σήμερα με στόχο να αξιολογήσει τα επιδημιολογικά δεδομένα, όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί τις τελευταίες δέκα ημέρες και να αποφασίσει κατά πόσον επιβάλλεται να γίνουν συστάσεις για αναπροσαρμογή των μέτρων και περιορισμών που τώρα βρίσκονται σε ισχύ. 

Από πλευράς του ο υπουργός Υγείας, Μιχάλης Χατζηπαντέλας, αναμένεται ότι σήμερα θα θέσει ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου πρόταση για επέκταση της ισχύος των υφιστάμενων μέτρων μέχρι τις 2 Δεκεμβρίου αλλά και για επέκταση του ενισχυτικού εμβολιασμού, δηλαδή της χορήγησης τρίτης δόσης στα άτομα άνω των 50 ετών αλλά και σε άτομα που παρουσιάζουν σοβαρή παχυσαρκία. 

Σε ό,τι αφορά πάντως τη μείωση του ηλικιακού ορίου για την τρίτη δόση, πληροφορίες του «Φ» αναφέρουν ότι το σχετικό ερώτημα τέθηκε ενώπιον των μελών της ΣΕΕ χθες το πρωί με χρονοδιάγραμμα να απαντήσουν μέχρι τις 2μ.μ. Τις απαντήσεις τους έδωσαν εννέα μέλη με τα έξι να τάσσονται υπέρ και τα τρία να εκφράζουν τις επιφυλάξεις τους. Ένα από τα επιχειρήματα όσων τάχθηκαν κατά, το γεγονός ότι τα άτομα από 50 μέχρι 59 ετών, συμπληρώνουν έξι μήνες από τον πλήρη εμβολιασμό τους, το νωρίτερο στο τέλος Νοεμβρίου.  

Πάντως, ο επικεφαλής της ΣΕΕ, παρουσιάστηκε αρκετά έντονος στις δηλώσεις του στον «Φ», μεταφέροντας την ανησυχία των επιστημόνων για τη συνέχεια. Εκφράζοντας τις προσωπικές του απόψεις, ανέφερε ότι «είναι η πρώτη φορά, που οι πρακτικές που ακολουθούμε παραμένουν στάσιμες για διάστημα σχεδόν έξι μηνών» και πρόσθεσε ότι «επιβάλλεται πλέον να αποδεχθούμε ότι πρέπει να επανεξετασθεί το μέτρο που θέλει μόνο τους ανεμβολίαστους να διενεργούν τεστ ταχείας ανίχνευσης κάθε 72 ώρες αφού και οι εμβολιασμένοι και μολύνονται και μεταδίδουν και άρα πρέπει να διασφαλίσουμε ότι με κάποιο τρόπο και αυτοί οι άνθρωποι ελέγχονται, τόσο για τη δική τους προστασία όσο και για την προστασία των γύρω τους».

«Αν υποθέσουμε ότι το 82% της εμβολιαστικής κάλυψης είναι πραγματικό, τότε, αν σε μια αίθουσα έχουμε 100 ανθρώπους σημαίνει ότι, οι 18 έχουν κάνει τεστ και είναι αρνητικό και οι υπόλοιποι 82 είναι εμβολιασμένοι αλλά, αν και είναι δεδομένο ότι μπορεί να μεταδώσουν τον ιό εάν έχουν κολλήσει, δεν έχουν υποβληθεί σε τεστ άρα δεν γνωρίζουν», είπε και διερωτήθηκε «πόση ασφάλεια υπάρχει για όλους σε μια τέτοια περίπτωση».

Στόχος αυτή τη στιγμή, είπε ο κ. Τσιούτης, «δεν πρέπει να είναι να κυνηγήσουμε το 18% του πληθυσμού το οποίο παραμένει ανεμβολίαστο καθώς αυτό το ποσοστό δεν πρόκειται να αλλάξει στάση, αν δεν αλλάξουν κάποια πράγματα». Αντιθέτως, πρόσθεσε, «στόχος του εμβολιαστικού προγράμματος πρέπει να είναι αυτή τη στιγμή η συνεχής μελέτη της αποτελεσματικότητας των εμβολίων και ο έλεγχος της πορείας της ενισχυτικής δόσης».

«Να αξιολογηθούν και τα άλλα εργαλεία»

Ο εμβολιασμός, τόνισε, «αποτελεί ένα εργαλείο, ίσως το πιο βασικό για την αντιμετώπιση του κορωνοϊού, αλλά δεν είναι το μοναδικό όπλο. Ταυτόχρονα, δεν ξέρουμε πόσο αποτελεσματικός είναι και πόσο θα κρατήσει η ανοσία που δημιουργεί. Άρα, πρέπει να αξιολογήσουμε και τα άλλα εργαλεία που έχουμε στη διάθεση μας τα οποία είναι συμπληρωματικά όπως τα rapid test, η αποστασιοποίηση, οι μάσκες κ.τ.λ.».

Καταλήγοντας, ο κ. Τσιούτης ξεκαθάρισε ότι «σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ο εμβολιασμός των παιδιών ως “μέσο πίεσης” για να αυξήσουμε την εμβολιαστική κάλυψη ή για να πούμε ότι ευθύνονται τα παιδιά για οποιαδήποτε έξαρση των κρουσμάτων».

«Μην περιμένουμε να δούμε θανάτους για να πάρουμε αποφάσεις»

Η επιδείνωση της κατάστασης «ήταν κάτι που το περιμέναμε και κάτι για το οποίο είχαμε προειδοποιήσει», ανέφερε το μέλος της ΣΕΕ, Κώστας Κωνσταντίνου, προσθέτοντας ότι «αυτή η επιδείνωση παρατηρείται σε όλες τις χώρες της ΕΕ με κάποιες διαφοροποιήσεις ανάλογα με την εμβολιαστική κάλυψη». Προς το παρόν, είπε, «δεν έχουμε ιδιαίτερη επιβάρυνση στο σύστημα υγείας αλλά παρατηρούμε ότι υπάρχει αύξηση στον αριθμό των νοσηλευόμενων ασθενών. Αν πρέπει να ανησυχούμε; Ναι, πρέπει να ανησυχούμε», επειδή, όπως εξήγησε, «θεωρώ ότι ένας από τους βασικούς λόγους της νέας έξαρσης είναι το γεγονός ότι για μια μεγάλη περίοδο που είχαμε χαμηλά κρούσματα ενώ τα μέτρα δεν είχαν φύγει ποτέ, είχαμε αποφασίσει από μόνοι μας ότι είχε φύγει η πανδημία και τώρα βλέπουμε τα αποτελέσματα». 

«Ένας δεύτερος παράγοντας, ο οποίος ενδεχομένως να συντείνει στην έξαρση, θα είναι η μείωση της ανοσίας στο μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού μας που έχει εμβολιαστεί. Κάποιοι μετά τους 6 μήνες, κάποιοι μετά τους 8 μήνες θα αρχίσουν να χάνουν την ανοσία τους και δεν χρειάζεται πάλι να αρχίσουμε να βλέπουμε νοσηλείες και θανάτους για να το πάρουμε απόφαση ότι πρέπει να προσέχουμε. Ας μην ξεχνάμε ότι υπάρχει και ένα ποσοστό 20% στους άνω των 18, που έχουν επιλέξει να μην εμβολιαστούν».