Κάνουν θραύσεις οι αρχαιοκάπηλοι ακόμα και εν καιρώ πανδημίας, αφού με συσκευές ανίχνευσης μετάλλων ψάχνουν αρχαιότητες σε συγκεκριμένες περιοχές. Η Αστυνομία, και ειδικά το γραφείο καταπολέμησης της αρχαιοκαπηλίας, έχει πληροφορίες για αρκετούς παράνομους, οι οποίοι είναι κάτοχοι συσκευών ανιχνευτών μετάλλων και ασχολούνται με τον παράνομο εντοπισμό αρχαιοτήτων, μάλιστα κάποιοι από αυτούς φέρονται να δραστηριοποιούνται σε οργανωμένες εγκληματικές ομάδες.
Η αρχαιοκαπηλία στην Κύπρο υπήρχε ανέκαθεν λόγω του μεγάλου πλούτου σε αρχαιότητες, ενώ με την τουρκική εισβολή έγινε η άνευ προηγουμένου λεηλασία της πολιτιστικής μας κληρονομίας από Τούρκους αρχαιοκάπηλους. Ο υπεύθυνος του Γραφείου Καταπολέμησης Παράνομης Κατοχής και Διακίνησης Αρχαιοτήτων Μιχάλης Γαβριηλίδης, σε συνέντευξή του στον «Φ» αναφέρεται στην έκταση της αρχαιοκαπηλίας στην Κύπρο, τις δυσκολίες επαναπατρισμού αρχαιοτήτων και τις επιτυχίες Τμήματος Αρχαιοτήτων και Εκκλησίας για ανάκτηση κλεμμένων αντικειμένων.
– Πότε συστάθηκε το Γραφείο Καταπολέμησης Παράνομης Κατοχής και Διακίνησης Αρχαιοτήτων και με τι υποθέσεις ασχολείται;
– Ένα από τα πιο σοβαρά είδη εγκλήματος που αντιμετωπίζει ο κόσμος σήμερα είναι η παράνομη εμπορία/διακίνηση πολιτιστικών αγαθών. Αυτή η μορφή εγκληματικότητας, τα τελευταία 20 χρόνια, είναι ευρέως δραστηριοποιημένη σε διεθνές επίπεδο, ενώ μεγάλες ποσότητες πολιτιστικών και θρησκευτικών αγαθών, σε όλο τον κόσμο, υπόκεινται σε καταστροφή, φθορά ή κλοπή. Η παράνομη εμπορία/διακίνηση έργων τέχνης αποτελεί ένα από τα πιο σοβαρά αδικήματα, παγκοσμίως. Αυτό το γεγονός υποχρεώνει τις αστυνομικές Αρχές και άλλες αρχές επιβολής του νόμου να χειριστούν επαγγελματικά το θέμα και να αντιμετωπίσουν αυτή τη μορφή εγκληματικότητας. Το Γραφείο Καταπολέμησης Παράνομης Κατοχής και Διακίνησης Αρχαιοτήτων συστάθηκε το 1998 και υπάγεται στον διευθυντή του Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος, του Αρχηγείου Αστυνομίας. Αποστολή του Γραφείου είναι η διερεύνηση, ο συντονισμός και η παροχή συμβουλών στα μέλη της Αστυνομίας που ασχολούνται με αδικήματα, τα οποία διέπονται από τη νομοθεσία σχετικά με τις αρχαιότητες.
Οι κύριοι στόχοι αυτού του Γραφείου είναι:
- η προστασία και η διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς,
- η καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης έργων τέχνης και πολιτιστικής κληρονομιάς και
- ο άμεσος επαναπατρισμός κλεμμένων αρχαιοτήτων στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους.
– Σε ποιες ενέργειες προβαίνει το Γραφείο σας για την πρόληψη και εξιχνίαση των υποθέσεων αρχαιοκαπηλίας και κατ’ επέκταση τον επαναπατρισμό τους;
– Για να επιτύχουμε τους παραπάνω στόχους, η Υπηρεσία μας αναλαμβάνει σημαντικά μέτρα σε τοπικό και διεθνές επίπεδο. Συγκεκριμένα, σε τοπικό επίπεδο:
• Εφαρμόζουμε την Πολυτομεακή Προσέγγιση (Administrative Approach) η οποία διαδραματίζει τον σημαντικότερο ρόλο στη στενή συνεργασία με κυβερνητικούς και μη κυβερνητικούς οργανισμούς. Η ίδρυση της Εθνικής Επιτροπής για την Καταπολέμηση των Κλοπών και της Παράνομης Διακίνησης της Πολιτιστικής Κληρονομιάς, έχει καταστήσει τη συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών πιο αποτελεσματική και έχει άμεσο αντίκτυπο στις προσπάθειες περιορισμού της παράνομης διακίνησης και συντονισμού των ενεργειών επιστροφής και αποκατάστασης. Η Επιτροπή αποτελείται από εμπειρογνώμονες/εκπροσώπους του Τμήματος Αρχαιοτήτων, του υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων, της Νομικής Υπηρεσίας, της Αστυνομίας, του Τμήματος Τελωνείων, του υπουργείου Εξωτερικών, των Πολιτιστικών Υπηρεσιών του υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού και την Εκκλησία.
• Στον τομέα της πρόληψης, η Αστυνομία παρακολουθεί και προστατεύει συστηματικά ευαίσθητες περιοχές και κτήρια πολιτιστικής και θρησκευτικής κληρονομιάς (μουσεία, εκκλησίες, αρχαιολογικούς χώρους κλπ). Επιπλέον, η Ναυτική Αστυνομία εκτελεί συχνές θαλάσσιες περιπολίες και ελέγχους σε θαλάσσια σκάφη.
• Πολύ αποτελεσματική είναι η στενή συνεργασία με το Γραφείο του Εθνικού Γραφείου της INTERPOL.
• Δημιουργία δικτύου ανακριτών στα ΤΑΕ (C.I.D. – Σοβαρά Εγκλήματα), οι οποίοι διερευνούν τέτοιες περιπτώσεις και εκπαιδεύονται ανάλογα.
• Εντοπισμός κενών στις νομοθεσίες και συνεχή εκπαίδευση.
• Χρησιμοποίηση υψηλής τεχνολογίας για την πρόληψη και εξιχνίαση της αρχαιοκαπηλίας.
Όσον αφορά τη διεθνή συνεργασία:
• Ανταλλάσσουμε πληροφορίες και συνεργαζόμαστε με Ευρωπαϊκούς και Διεθνείς Οργανισμούς, όπως η EUROPOL, η INTERPOL, ο WCO (Παγκόσμιος Οργανισμός Τελωνείων) και η UNESCO, καθώς και με τρίτες χώρες.
• Συμμετέχουμε σε διεθνή συνέδρια/σεμινάρια που διοργανώνονται από την INTERPOL, την Ευρωπαϊκή Ένωση, την EUROPOL, την Carabinieri και άλλους οργανισμούς.
• Οργανώνουμε και συντονίζουμε επιχειρήσεις κάτω από την εποπτεία και συνεργασία της EUROPOL και W.C.O.
• Συνεργασία με το FBI, HSCI, Carabinieri, την Ελληνική, Γαλλική και Ολλανδική Αστυνομία και άλλα εξειδικευμένα Αστυνομικά Σώματα Ασφαλείας.
• Συνεργασία με μη κερδοσκοπικούς Οργανισμούς (NGOs) και ειδικούς στο εξωτερικό.
• Είμαστε ενεργό μέλος των δικτύων ΕU CULTNET και NETCHER (δύο δίκτυα εμπειρογνωμόνων στον τομέα της παράνομης διακίνησης έργων τέχνης και αρχαιοτήτων.
– Με δεδομένο ότι η Κύπρος είναι χώρα πλούσια σε αρχαιότητες, πόσο αυξημένος είναι ο κίνδυνος για εμπλοκή του οργανωμένου εγκλήματος σε υποθέσεις αρχαιοκαπηλίας;
– Είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι υπάρχει άμεση σύνδεση των υποθέσεων αρχαιοκαπηλίας, με το σοβαρό και οργανωμένο έγκλημα και γενικά με τη χρηματοδότηση των εγκληματικών ομάδων. Ιδιαίτερα στις μέρες που διανύουμε με την πανδημία, η εν λόγω εγκληματική δραστηριότητα είναι αρκετά επικερδής για τα εγκληματικά στοιχεία, νοουμένου ότι είναι χαμηλής επικινδυνότητας και υψηλού κέρδους. Από τις έρευνες των τελευταίων ετών έχει παρατηρηθεί μια αύξηση στα περιστατικά αρχαιοκαπηλίας καθώς και στις εγκληματικές ομάδες που ασχολούνται με αυτό.
Η δομή των εγκληματικών ομάδων, που ασχολούνται με την αρχαιοκαπηλία, είναι κατά πλειοψηφία ιεραρχική. Η ιεραρχική δομή των δικτύων αποτελείται από την ύπαρξη ξεχωριστών ομάδων-πυρήνων με επιχειρησιακό αρχηγό και σαφή κατανομή ρόλων (άλλες ομάδες εντοπίζουν τους χώρους με αρχαιολογικό ενδιαφέρον και προβαίνουν σε ανασκαφές, άλλα μέλη έχουν διαμεσολαβητικό ρόλο και άλλα προωθούν τις αρχαιότητες σε πελάτες). Επίσης, σε πολλές περιπτώσεις οι εγκληματικές ομάδες εμφανίζουν πολυδιάστατη εγκληματική δραστηριότητα (π.χ. διακίνηση ναρκωτικών, εκβιασμούς, εμπορία προσώπων κλπ).
Τα μέλη των εγκληματικών ομάδων χρησιμοποιούν ειδικό τεχνικό εξοπλισμό για την πραγματοποίηση των ανασκαφών και την ανεύρεση των αρχαίων αντικειμένων (π.χ. ανιχνευτές μετάλλων, σκαπτικά εργαλεία κλπ). Όλα τα μέλη των ομάδων, από την αποδεδειγμένη χρόνια ενασχόλησή τους με την παράνομη εμπορία των αρχαιολογικών ευρημάτων, έχουν αποκτήσει εξειδικευμένες αρχαιολογικές γνώσεις, σχετικά με τη χρονολόγησή τους, την τεχνοτροπία κατασκευής κλπ.
– Σε ποιες ενέργειες προβαίνει το Γραφείο σας ώστε να εντοπίζονται κλεμμένες αρχαιότητες που πωλούνται στο εξωτερικό;
– Σε περίπτωση που η Αστυνομία ή οι άλλοι αρμόδιοι φορείς (Τμήμα Αρχαιοτήτων, Εκκλησία της Κύπρου) εντοπίζουν οποιαδήποτε αντικείμενα, που προστατεύονται από τον Περί Αρχαιοτήτων Νόμο, να διατίθενται σε δημοπρασία στο εξωτερικό, ακολουθείται η πιο κάτω διαδικασία: Συλλέγονται όλα τα διαθέσιμα στοιχεία που αποδεικνύουν την προέλευση/ιδιοκτησία των αντικειμένων που δημοπρατούνται. Αποστέλλεται άμεσα, μέσω του Εθνικού Γραφείου της Interpol, μήνυμα στη χώρα στην οποία διενεργείται ή πρόκειται να διενεργηθεί η δημοπρασία. Αναλόγως της απάντησης που θα ληφθεί από τη χώρα στην οποία διενεργείται η δημοπρασία, αναλαμβάνονται οι απαραίτητες ενέργειες.
Υπάρχουν δε περιπτώσεις που η χώρα δεν απαιτεί αποστολή Αιτήματος Δικαστικής Συνδρομής, αποσύρει το/τα αντικείμενο/α από τη δημοπρασία και το πρόσωπο που παρέδωσε το/τα αντικείμενο/α στον Δημοπρατικό Οίκο, συναινεί στην επιστροφή αυτού/αυτών, στη χώρα προέλευσης.
Σημειώνεται ότι σε κάποιες περιπτώσεις το Τμήμα Αρχαιοτήτων και η Εκκλησία της Κύπρου, μέσω δικών τους διεργασιών και πληροφοριών, εντοπίζουν και επαναπατρίζουν αρχαιότητες, χωρίς την εμπλοκή της Αστυνομίας και του Γραφείου Πολιτιστικής Κληρονομιάς.
44 υποθέσεις χρήσης ανιχνευτών μετάλλων
– Πόσες υποθέσεις αρχαιοκαπηλίας εξετάστηκαν τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο και πόσες οι περιπτώσεις που αφορούσαν αντικείμενα στο εξωτερικό; Υπάρχουν περιοχές που παρακολουθούνται για σκοπούς αρχαιοκαπηλίας ή και ύποπτα πρόσωπα;
– Κατά τα έτη 2012-2020, η Αστυνομία διερεύνησε συνολικά ογδόντα πέντε (85) υποθέσεις που αφορούσαν αδικήματα, κατά παράβαση του Περί Αρχαιοτήτων Νόμου. Επιπρόσθετα, με τις πιο πάνω υποθέσεις η Κυπριακή Αστυνομία χειρίστηκε / διερεύνησε κατά τα έτη 2012-2020 ενενήντα πέντε (95) υποθέσεις με διεθνή διάσταση (οι πλείστες μέσω του καναλιού της INTERPOL).
Τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί μια αύξηση στις υποθέσεις χρήσης ανιχνευτών μετάλλων με σκοπό την αρχαιοκαπηλία, τόσο από Κύπριους όσο και από ξένους. Έχουν καταγραφεί 44 υποθέσεις για χρήση ανιχνευτών μετάλλων σε περιοχές που δεν επιτρέπεται από το Τμήμα Αρχαιοτήτων, με σκοπό την παράνομη ανεύρεση αρχαιοτήτων.
Χαρακτηριστικά, αυτή τη στιγμή υπάρχουν εκατοντάδες παράνομοι κάτοχοι συσκευών ανιχνευτών μετάλλων, οι οποίοι ασχολούνται με τον παράνομο εντοπισμό αρχαιοτήτων, αρκετοί εκ των οποίων δραστηριοποιούνται σε οργανωμένες εγκληματικές ομάδες.
Το Γραφείο να μετατραπεί σε επιχειρησιακό
– Ποιες είναι οι σχέσεις του Γραφείου σας με το Τμήμα Αρχαιοτήτων και την Εκκλησία, νοουμένου ότι πολλές αρχαιότητες που λεηλατούνται προέρχονται από εκκλησίες μας στα κατεχόμενα;
– Η Αστυνομία Κύπρου συμμετέχει στην Εθνική Επιτροπή για την Πάταξη της Σύλησης και της Παράνομης Διακίνησης της Πολιτιστικής μας Κληρονομιάς, της οποίας προεδρεύει εκπρόσωπος του Τμήματος Αρχαιοτήτων. Αξίζει να τονιστεί ότι η Αστυνομία Κύπρου έχει αγαστή συνεργασία με το Τμήμα Αρχαιοτήτων, το Τμήμα Τελωνείων και την Εκκλησία της Κύπρου. Οι αναφερόμενοι φορείς ανταλλάσσουν συχνά πληροφορίες που αφορούν την παράνομη διακίνηση αρχαιοτήτων και πολιτιστικών αγαθών και συντονίζουν τις ενέργειές τους για εντοπισμό, κατάσχεση και επαναπατρισμό αρχαιολογικών πολιτιστικών θησαυρών. Τονίζεται ότι η Αστυνομία προβαίνει σε αξιοποίηση όλων των πληροφοριών που περιέρχονται σε γνώση της και αφορούν αδικήματα, κατά παράβαση του περί Αρχαιοτήτων Νόμου και τον Περί Εξαγωγής των Πολιτιστικών Αγαθών Νόμο.
– Από πόσα άτομα αποτελείται το Γραφείο σας και αν είναι επαρκή, νοουμένου ότι οι αρχαιοκάπηλοι έχουν εμπλακεί και σε άλλου είδους εγκληματικές δραστηριότητες;
– Το Γραφείο αποτελείται από δυο άτομα, τα οποία ασχολούνται κυρίως με το συντονιστικό πλαίσιο, με όλα τα Επαρχιακά ΤΑΕ, όπου έχουν ορισθεί συγκεκριμένα μέλη ως σημεία επαφής σχετικά με τη διερεύνηση των υποθέσεων.
Είναι όμως πολύ σημαντικό το Γραφείο να μετατραπεί σε επιχειρησιακό και η διερεύνηση να γίνεται από εξειδικευμένα μέλη, αφού η διερεύνηση των υποθέσεων αρχαιοκαπηλίας είναι εξαιρετικά δύσκολη και προϋποθέτει συλλογή και ανάλυση πληροφοριών, παρακολούθηση υπόπτων και χρησιμοποίηση υπό κάλυψη αστυνομικών, με ελεγχόμενες αγοραπωλησίες. Είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι υπάρχει άμεση σύνδεση των υποθέσεων αρχαιοκαπηλίας με το σοβαρό και οργανωμένο έγκλημα, τρομοκρατία, τα ναρκωτικά και γενικά με τη χρηματοδότηση των εγκληματικών ομάδων.
Αρχαιοκαπηλία και τρομοκρατία πάνε μαζί
– Μετά την κατάσταση με τη Συρία, η αρχαιοκαπηλία σχετίζεται με τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Πόσο σας ανησυχεί το φαινόμενο αυτό;
– H νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η φοροδιαφυγή και άλλα φορολογικά αδικήματα αποτελούν πηγές χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, γεγονός που απειλεί την εσωτερική ασφάλεια και για τον λόγο αυτό, ο εντοπισμός και η καταπολέμηση τέτοιων αδικημάτων πρέπει να αποτελούν προτεραιότητα. Τονίζεται ότι τρομοκρατικές οργανώσεις έχουν συσσωρεύσει σημαντικούς οικονομικούς πόρους στο Ιράκ, Λιβύη και τη Συρία από λαθρεμπόριο αρχαιοτήτων.
Αντίθετα, με τη λεηλασία που έγινε στην Κύπρο από τους Τούρκους το 1974, η λεηλασία και η συμβολική καταστροφή του Μουσείου της Μοσούλης τον Φεβρουάριο του 2015 και της τοποθεσίας της Παλμύρας τον Απρίλιο του 2015, συγκλόνισε τη γαλλική κοινή γνώμη. Οι τρομοκράτες και οι λαθρέμποροι έχουν εκμεταλλευτεί ορισμένες από τις τεχνολογίες και μεθοδολογίες που χρησιμοποιούνται από άλλα εγκληματικά δίκτυα. Μεταξύ αυτών κρυπτογραφημένες διαδικτυακές πλατφόρμες, καθώς και ο σκοτεινός ιστός όπου οι χρήστες, συμπεριλαμβανομένων τρομοκρατών και άλλων εγκληματιών, μπορούν να κρύψουν την ταυτότητά τους και να πραγματοποιήσουν μια ποικιλία συναλλαγών.
Υπολογίζεται ότι σχεδόν 16.000 πολιτιστικά αγαθά από τη Συρία έχουν κατασχεθεί στην Ευρώπη από την έκδοση του ψηφίσματος 2347. Σε όλο τον κόσμο, από το 2014, έχουν σημειωθεί 231 κατασχέσεις, που αντιστοιχούν σε 166.246 αντικείμενα, για ένα συνολικό εκτιμώμενο σύνολο σχεδόν 64 εκατομμυρίων δολαρίων, κυρίως σε χώρες προέλευσης ή ενδιάμεσες χώρες όπως η Τουρκία (87), η Αίγυπτος (59) και η Συρία (16) και σε χώρες αποδέκτες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες (13), η Γαλλία (5), το Ηνωμένο Βασίλειο (5), η Ισπανία (3), η Γερμανία (2) ή η Μάλτα (10).
Οι υποψίες για άμεσες ή έμμεσες σχέσεις με την τρομοκρατία και το οργανωμένο έγκλημα αυξάνονται: ένας από τους δράστες των επιθέσεων του 2016 στις Βρυξέλλες στο αεροδρόμιο Zaventem και στον σταθμό του μετρό Maelbeek είχε προηγουμένως εμπλακεί σε εμπορία έργων τέχνης, όπως και δύο έμποροι αντικών της Βαρκελώνης, που συνελήφθησαν στις 31 Μαρτίου 2018, ως ύποπτοι για χρηματοδότηση τρομοκρατίας, μέσω της παράνομης διακίνησης αρχαιοτήτων από τη Λιβύη.
Δεν εκδόθηκε ποτέ στην Κύπρο ο μεγαλύτερος αρχαιοκάπηλος Ντικμέν
– Η μεγαλύτερη υπόθεση αρχαιοκαπηλίας που αφορούσε τη χώρα μας ήταν αυτή με τον Τούρκο αρχαιοκάπηλο Αϊντίν Ντικμέν. Ωστόσο η κατάληξή της δεν ήταν η αναμενόμενη, αφού αυτός δεν δικάστηκε ποτέ στην Κύπρο για τα εγκλήματα που διέπραξε;
– Η υπόθεση Dikmen στην Indianapolis, U.S.A. 1989, επίσης, είναι ένα παράδειγμα που δείχνει πως λαθρέμποροι έργων τέχνης έχουν δημιουργήσει οργανωμένα εγκληματικά δίκτυα, σκοπός των οποίων είναι να διευκολύνουν το εμπόριο κλεμμένων έργων τέχνης και αρχαιοτήτων σε ξένες χώρες. Χρησιμοποίηση ειδικών στην εγκληματική οργάνωση (αρχαιοκάπηλων, μεσαζόντων, δικηγόρων, τραπεζικών υπαλλήλων, πλαστογράφων, ιδιοκτητών γκαλερί αλλά και συλλεκτών). Βλέπετε τη διακίνηση των κλοπιμαίων ψηφιδωτών από την κατεχομένη Κύπρο στη Γερμάνια, τη διακίνησή τους στην Ελβετία, στο free port και την τελική πώλησή τους στις ΗΠΑ.
Η σημαντική συνεργασία μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας (Αστυνομίας, Νομικής Υπηρεσίας, ΥΠΕΞ), της Εκκλησίας της Κύπρου, των Γερμανικών Αρχών, ιδιωτών και άλλων ειδικών στον τομέα αυτό, κατάφεραν την ανάκτηση των ψηφιδωτών, μέσα από δικαστική διαδικασία. Δυστυχώς, ο εν λόγω Τούρκος αρχαιοκάπηλος, ο κυριότερος καταστροφέας της πολιτιστικής μας κληρονομίας στα κατεχόμενα, δεν εκδόθηκε και δεν δικάστηκε ποτέ στην Κύπρο για τα εγκλήματα που διέπραξε.
Πέραν των πιο πάνω αναφέρεται ότι μεγάλος αριθμός συλλεκτών, που δραστηριοποιούνται στο εξωτερικό, επηρεάζει τα κέντρα αποφάσεων, σε ότι αφορά την αποτελεσματικότητα των δράσεων σε σχέση με την καταπολέμηση της αρχαιοκαπηλίας. Να σημειωθεί ότι η Κύπρος και ειδικότερα η Κυπριακή Αστυνομία, έστω με τη μικρή έκτασή της και το λιγοστό προσωπικό, έχει να επιδείξει σημαντικά επιτεύγματα στη διεθνή και ευρωπαϊκή προσπάθεια για την καταπολέμηση της παράνομης κατοχής και διακίνησης αρχαιοτήτων, με τη διοργάνωση ευρωπαϊκών και διεθνών επιχειρήσεων, εκπαιδεύσεων και παρουσιάσεων σε μεγάλες διοργανώσεις και σεμινάρια. Επίσης, να σημειωθεί ότι κατά την Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ, το 2012, με δικές μας πρωτοβουλίες, δημιουργήθηκε για πρώτη φορά δίκτυο εμπειρογνωμόνων σε θέματα αρχαιοκαπηλίας, με την ονομασία EU CULTNET, το οποίο ακόμα δραστηριοποιείται με επιτυχία, κάτω από την εποπτεία της EUROPOL.
Ο υπεύθυνος του Γραφείου αντιπροσωπεύει την Αστυνομία στην Εθνική Επιτροπή για παρακολούθηση θεμάτων Αρχαιοκαπηλίας, υπό την προεδρία του Τμήματος Αρχαιοτήτων, ενώ πρόσφατα έχει ανανεωθεί σημαντικό μνημόνιο συνεργασίας Αστυνομίας με το Cyprus Institute, σε θέματα τεχνολογικής ανάπτυξης εργαλείων για την πρόληψη και εξιχνίαση της Αρχαιοκαπηλίας. Η συνεργασία με το Τμήμα Αρχαιοτήτων και της Εθνικής Επιτροπής, είναι συνεχείς και απόλυτα επιτυχείς και αυτό διαπιστώνεται στον μεγάλο αριθμό επαναπατρισθέντων αρχαιοτήτων. Να τονίσω ότι η συνεργασία των πολιτών στην αντιμετώπιση της αρχαιοκαπηλίας είναι αναγκαία και πολύ βοηθητική και την αναζητούμε, ώστε να διαφυλάξουμε την ιστορία μας. Οι πολίτες μπορούν επώνυμα και ανώνυμα να δώσουν πληροφορίες στην Αστυνομία μέσω της ιστοσελίδας της Αστυνομίας.
Θέλω να επισημάνω ότι είναι απαραίτητο να διασφαλίσουμε την πολιτιστική κληρονομιά κάθε έθνους, διότι έχουμε καθήκον να διατηρούμε την ιστορία και τον πολιτισμό, προς όφελος των μελλοντικών γενεών. Η πολιτιστική κληρονομιά κάθε έθνους αποτελεί μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς της ανθρωπότητας.