Κάθε εβδομάδα 100-120 μεταγγίσεις αίματος σε θαλασσαιμικούς αναβάλλονται. Τον Απρίλιο στα κέντρα θαλασσαιμία υπό κανονικές συνθήκες θα μεταφέρονταν 2000 φιάλες αλλά μόλις και με τα βίας δόθηκαν από το Κέντρο αίματος 1600. «Το μέλλον μας τρομάζει», ανέφερε ενώπιον της Βουλής, ο πρόεδρος του Παγκύπριου Αντιαναιμικού Συνδέσμου, Μίλτος Μιλτιάδους. «650 θαλασσαιμικοί, 650 οικογένειες ταλαιπωρούνται». Η κάθε αναβολή, ανατρέπει τον προγραμματισμό, «οι αναβολές στις μεταγγίσεις ενός θαλασσαιμικού εκτός από τις επιπτώσεις στην υγεία του λειτουργούν αλυσιδωτά. Ένα άτομο που δεν έχει μεταγγιστεί μπορεί να μην μπορεί να εργαστεί κανονικά, η οικογένεια του αναστατώνεται γιατί ίσως χρειαστεί να αλλάξει τον προγραμματισμό της, το ίδιο το άτομο δεν μπορεί να ανταποκριθεί σωστά στις υποχρεώσεις του». 

Η κατάσταση «είναι δραματική. Ζούμε ελλείψεις αίματος και πληροφορούμαστε ότι η συνέχεια θα είναι ακόμα πιο δύσκολη και ειλικρινά αυτό μας προκαλεί τρόμο», είπε ο πρόεδρος του ΠΑΣ στην Επιτροπή Υγείας της Βουλή, καλώντας σε βοήθεια. «Οφείλουμε να δούμε το θέμα της αιμοδοσίας. Πρέπει να ενισχύσουμε την αιμοδοσία. Τα αποθέματα αίματος αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε τραγικά χαμηλά επίπεδα», είπε, ενώ αργότερα σε δηλώσεις του τόνισε ότι «οι ελλείψεις που έχουμε τώρα οφείλονται μάλλον στον προγραμματισμό και τον τρόπο διαχείρισης των αποθεμάτων αλλά και στην πανδημία αφού οι πολίτες που μολύνονται από τον κορωνοϊό για αρκετό διάστημα στη συνέχεια δεν μπορούν να αιμοδοτήσουν».

Το αίμα, είπε ο κ. Μιλτιάδους, «δεν αφορά μόνο τους θαλασσαιμικούς. Είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό γρανάζι στον τομέα της Υγείας. Το χρειάζονται ασθενείς με άλλες σοβαρές παθήσεις, το χρειάζονται τα χειρουργεία

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Με συνταγή γιατρού από Κύπρο, εξυπηρέτηση σε όλη την ΕΕ

«Μπροστά μας έχουμε ένα καλοκαίρι», πρόσθεσε, «πάντοτε κατά τους μήνες των διακοπών τα αποθέματα αίματος μειώνονται. Βρισκόμαστε στον Μάιο και ήδη είμαστε σε τραγική κατάσταση. Σίγουρα πρέπει κάτι να γίνει».

Από πλευράς της, η εκτελεστική διευθύντρια της Διεθνούς Ομοσπονδίας Θαλασσαιμίας, Ανδρούλα Ελευθερίου, προσθέτοντας στα όσα ανάφερε ο πρόεδρος του ΠΑΣ, τόνισε ότι «χρειάζεται να έχουμε μια στρατηγική για την αιμοδοσία. Δεν μπορούμε να συνεχίζουμε μόνο με την εθελοντική αιμοδοσία. Η εισήγηση μας, είναι άμεσα να επανατοποθετηθούμε επί του θέματος. Να συσταθεί η Εθνική Επιτροπή Αιμοδοσίας. Πρέπει να υπάρχει και συντονισμός και προγραμματισμός». 

Η κραυγή αγωνίας του προέδρου των θαλασσαιμικών προκάλεσε έντονα το ενδιαφέρον των βουλευτών οι οποίοι τόνισαν την ανάγκη για ενίσχυση της αιμοδοσίας αλλά και εξεύρεση τρόπων οι οποίοι θα βοηθήσουν στην αύξηση των αποθεμάτων αίματος.  

Οι εκπρόσωποι των θαλασσαιμικών βρίσκονταν χθες στην Βουλή αφού με την ευκαιρία της Παγκόσμιας Ημέρας Θαλασσαιμίας, (8η Μαΐου), θα γινόταν παρουσίαση της εθνικής στρατηγικής για τη θαλασσαιμία η οποία εγκρίθηκε πρόσφατα από το Υπουργικό Συμβούλιο. «Η φετινή παγκόσμια Ημέρα Θαλασσαιμίας, μας βρίσκει για τρίτη συνεχόμενη χρονιά σε συνθήκες πανδημίας. Όλο αυτό το διάστημα, ανάμεσα στην οικογένεια των ατόμων με θαλασσαιμία, επικράτησε μια φυσιολογική ανασφάλεια σε σχέση με τη μετάδοση του ιού ανάμεσα στην κοινότητα και το προσωπικό των Κέντρων Θαλασσαιμίας, την προστασία τους και τις πιθανές επιπλοκές από την έκθεση στον ιό αλλά και την επάρκεια αίματος. Φέτος, ελπίζουμε ότι θα γιορτάσουμε την παγκόσμια ημέρα θαλασσαιμίας στον δρόμο της επιστροφής μας στην κανονικότητα», ανέφερε ο ΠΑΣ στην σχετική ανακοίνωση του.

Με αφορμή την φετινή ημέρα θαλασσαιμίας, «ο Παγκύπριος Αντιαναιμικός Σύνδεσμος οργανώνει σειρά εκδηλώσεων οι οποίες περιλαμβάνουν τη φωταγώγηση του Προεδρικού Μεγάρου, του υπουργείου Υγείας και σημαντικών κτηρίων και μνημείων σε όλες τις πόλεις με σκοπό να ευαισθητοποιήσει την κοινή γνώμη σε σχέση με τη θαλασσαιμία και την αιμοδοσία. Παράλληλα, σε όλες τις πόλεις διοργανώνονται πορείες με μοτοσυκλετιστές, οι οποίοι θα διανέμουν ενημερωτικό υλικό, ενώ σε εξέλιξη βρίσκεται καμπάνια ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης σχετικά με τη νόσο».

33% των ακτινοδιαγνωστικών εξετάσεων ίσως είναι αχρείαστες

Σε έναν χρόνο από σήμερα αναμένεται ότι θα είναι έτοιμο από το υπουργείο Υγείας το νομοσχέδιο για την λειτουργία των ακτινοδιαγνωστικών κέντρων στην Κύπρο, τα οποία μέχρι σήμερα λειτουργούν χωρίς να υπάρχει καμία νομοθετική ρύθμιση που θα καθορίζει όρους, προϋποθέσεις ασφάλειας και προδιαγραφές για τους εξοπλισμούς που χρησιμοποιούνται. 

Όπως ανέφερε στην Επιτροπή Υγείας της Βουλής, εκπρόσωπος των αρμοδίων Υπηρεσιών, στις 14 Απριλίου στάλθηκε επιστολή στη Νομική Υπηρεσία με την οποία εκφράζεται η πρόθεση για αγορά υπηρεσιών από νομικούς που θα αναλάβουν την ετοιμασία του νομοσχεδίου με το χρονοδιάγραμμα που έχει τεθεί να αφορά το πρώτο εξάμηνο του 2023. 

Η τοποθέτηση, ωστόσο, αυτή του υπουργείου Υγείας προκάλεσε την έντονη αντίδραση των βουλευτών του ΑΚΕΛ οι οποίοι ανέφεραν ότι δεν πρόκειται να αποδεχτούν για έναν ακόμα τουλάχιστον χρόνο τα διαγνωστικά κέντρα που λειτουργούν εντός του ΓεΣΥ και εξυπηρετούν χιλιάδες πολίτες «να λειτουργούν χωρίς κανένα έλεγχο και με μηχανήματα τα οποία είναι μάλιστα αμφιβόλου ποιότητας και δυνατοτήτων». 

Η Επιτροπή Υγείας της Βουλής εξέτασε χθες για δεύτερη φορά τον τρόπο λειτουργίας των ακτινοδιαγνωστικών κέντρων με τους ιδιώτες να επαναλαμβάνουν την έντονη ανησυχία τους για το γεγονός ότι από την έναρξη της λειτουργίας του ΓεΣΥ έχουν λειτουργήσει κέντρα τα οποία διαθέτουν ξεπερασμένης τεχνολογίας εξοπλισμούς χωρίς να τους ασκείται κανένας απολύτως έλεγχος. 

Από πλευράς του, μάλιστα, εκπρόσωπος του ομίλου «Βιοιατρική» υποστήριξε ότι στο ΓεΣΥ, παρατηρείται και τεχνητή ζήτηση ακτινοδιαγνωστικών εξετάσεων και συγκρίνοντας την πτώση της τιμής μονάδας με βάση την οποία αποζημιώνονται τα κέντρα από τον Οργανισμό Ασφάλισης Υγείας με τον αριθμό των εξετάσεων που διενεργούνται, έκανε λόγο για ενδεχόμενο, το 33% των εξετάσεων που πραγματοποιούνται να είναι αχρείαστες. 

Από πλευράς των γιατρών, εκφράστηκαν και πάλι ανησυχίες για την  ποιότητα των αποτελεσμάτων που φθάνουν κοντά τους, ενώ υποστήριξαν ότι ακόμα και αν ο ΟΑΥ προχωρήσει σε διαφοροποίηση των αποζημιώσεων ανάλογα με το επίπεδο της τεχνολογίας των μηχανημάτων που χρησιμοποιεί το κάθε κέντρο, επί της ουσίας της ποιότητας των υπηρεσιών δεν θα επιτευχθεί καμία βελτίωση αφού οι γιατροί δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν με ποιο μηχάνημα έγινε η κάθε εξέταση.