Μπορεί οι επιπτώσεις της πανδημίας της COVID-19 στην καθημερινότητά μας τα τελευταία δύο χρόνια, να είναι γνωστές και έχουν διατυπωθεί επανειλημμένα, ωστόσο αυτές δεν θα είναι οι μόνες, ούτε προσωρινές. Κι αυτό διότι, όπως εκτιμούν οι ειδικοί, οι επιπτώσεις της μακράς συνύπαρξης με τον ιό και τους περιορισμούς στην καθημερινότητα, θα διαφανούν πιο ξεκάθαρα στο εγγύς μέλλον. Αυτό επεσήμανε, μεταξύ άλλων, ο ανώτερος αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, δρ Κωνσταντίνος Φελλάς, στο πλαίσιο της έναρξης του «Ελεύθερου Πανεπιστημίου Πολιτών», το οποίο εξέτασε το θέμα «Παρατεταμένη πανδημία – Ψυχική Ανθεκτικότητα – Σχολική Βία/Παραβατικότητα», με τη συμμετοχή αρκετών ειδικών και φορέων.
Όπως ανέφερε ο δρ Φελλάς, η πανδημία με την απομόνωση, τους περιορισμούς στις επαφές και την οικονομική επιβάρυνση, έχει επιβάλει πρωτόγνωρες αλλαγές στη ζωή 1,6 δισ. παιδιών και εφήβων ανά το παγκόσμιο. Η μαζική ψυχολογία φόβου, ο εγκλεισμός, η επιτακτική ανάγκη συμφιλίωσης με την απώλεια της ελευθερίας τους, η απουσία του σχολικού πλαισίου, του παιχνιδιού και των αγαπημένων φίλων κατά την περίοδο του lockdown, έχουν διαταράξει το επιθυμητό αίσθημα ασφάλειας και έχουν αποσυντονίσει ένα από τα βασικά «κύτταρα» της ανθρώπινης ύπαρξής τους, που δεν είναι άλλο από την κοινωνικότητα.
Επεσήμανε ότι η πρόσφατη έκθεση του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας (Eurofound), που αφορά στις επιπτώσεις της πανδημίας στους νέους, αναφέρει ανάμεσα σε άλλα ότι η πανδημία είχε καταστροφικές επιπτώσεις στην ψυχική ευημερία των νέων. Το μειωμένο επίπεδο ικανοποίησης από τη ζωή και ψυχικής ευεξίας που εντοπίζει η έρευνα σχετίζεται, όπως φαίνεται, με τους περιορισμούς που τέθηκαν σε εφαρμογή και το κλείσιμο των σχολείων.
Αναφορικά με το θέμα της τηλεκπαίδευσης, στην οποία κλήθηκαν να στραφούν χιλιάδες παιδιά, ο δρ Φελλάς ανέφερε ότι αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν το διαδίκτυο πολλαπλάσιες ώρες σε σχέση με το παρελθόν. «Η υποχρεωτική σχεδόν υπερέκθεση των ηλικιακών αυτών ομάδων στο διαδίκτυο τις καθιστά πιο ευάλωτες και περιορίζει σε μεγάλο βαθμό την κοινωνικότητά τους, θέτοντας φραγμούς στις διαπροσωπικές τους σχέσεις και στη φυσική επικοινωνία τους με άλλους και ειδικότερα με συνομήλικους τους. Η νέα πραγματικότητα ανέδειξε όχι μόνο τους κινδύνους που ελλοχεύουν από τη χρήση του διαδικτύου, αλλά και τον ουσιαστικό μετασχηματισμό των εκπαιδευτικών ανισοτήτων. Έναν μετασχηματισμό που καθιστά τους νέους από ευάλωτες κοινωνικές ομάδες ακόμη πιο ευάλωτους, ακόμη πιο αδύναμους, πιο άνισους, πιο αδικημένους, μετατρέποντας παράλληλα την εκπαίδευση από κοινωνικό αγαθό, σε αντίστοιχο προνόμιο. Οι ανισότητες σε συνθήκες κρίσης ανθίζουν και οι κίνδυνοι πολλαπλασιάζονται. Είναι υποχρέωσή μας να εντοπίζουμε τα ζητήματα που αναδύονται και να επιδιώκουμε την αντιμετώπισή τους», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Συνεχίζει το Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Πολιτών
Όπως ανέφερε στον «Φ», ο δρ Φελλάς, το Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Πολιτών θα συνεχίσει να καταπιάνεται με ενδιαφέροντα ζητήματα, δίνοντας την ευκαιρία στους πολίτες να εκφράσουν τις απόψεις τους και να τις μοιραστούν με αρμόδιους φορείς. Οι θεματικές ενότητες, οι οποίες θα απασχολήσουν το Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Πολιτών είναι:
>> Η ενεργός γήρανση και η αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών (29 Μαρτίου)
>> Ο ρόλος της εκπαίδευσης στην αποδοχή της διαφορετικότητας (26 Απριλίου)
>> Καθοδήγηση καριέρας των νέων: Προς μια πράσινη και ψηφιακή αγορά εργασίας (24 Μαΐου)
>> Κλιματική κρίση στην Κύπρο: Δεδομένα και αριθμοί (20 Ιουνίου)
>> Εκπαιδεύοντας την κοινωνία των πολιτών για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης (20 Σεπτεμβρίου)
>> Next Generation EU: Οι μετά-πανδημία μεταρρυθμίσεις για τη νέα γενιά της Κύπρου (18 Οκτωβρίου)
>> Ο νέος κόσμος της εργασίας: Επαγγέλματα, δεξιότητες, προοπτικές (22 Νοεμβρίου)
>> Τελετή Λήξης για το Έτος 2022 – Παρουσίαση Πορισμάτων (13 Δεκεμβρίου)
Επηρεάστηκε η ψυχική υγεία 46% των νέων
Στην παρουσίασή του ο δρ Φελλάς αναφέρθηκε και σε πρόσφατη παγκύπρια έρευνα που διενεργήθηκε από τον Οργανισμό Νεολαίας Κύπρου και το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας και στην οποία αποτυπώθηκε μία σειρά αρνητικών συναισθημάτων, όσον αφορά στην ψυχολογική και συναισθηματική κατάσταση των νέων. Στην έρευνα συμμετείχαν 1000 νέοι και νέες, ηλικίας 14-35 ετών, από όλη την Κύπρο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε ο δρ Φελλάς, το 46% των νέων που έλαβαν μέρος στην έρευνα αναφέρει ότι η κατάσταση της ψυχικής του υγείας έχει χειροτερέψει λόγω πανδημίας. Με ποσοστό 71% των νέων ηλικίας 14-17 ετών που έλαβαν μέρος στην έρευνα, δήλωσαν ότι η ψυχική τους υγεία έχει επηρεαστεί προς το χειρότερο λόγω πανδημίας. Ενώ ποσοστό 29% της ίδιας ηλικιακής ομάδας, δήλωσαν ότι από την έναρξη της πανδημίας αισθάνθηκαν την ανάγκη για ψυχολογική στήριξη.
Όσον αφορά τα θέματα εκπαίδευσης υπό τις νέες συνθήκες της πανδημίας, τα παιδιά ηλικίας 14-17 δήλωσαν με ποσοστό 53% ότι αντιμετώπισαν σε αρκετά μεγάλο βαθμό δυσκολίες προσαρμογής της εκπαίδευσής τους στις νέες συνθήκες και με ποσοστό 24% δήλωσαν ότι αντιμετώπισαν σε αρκετά μεγάλο βαθμό δυσκολίες προσαρμογής στη χρήση νέων τεχνολογιών. Σημαντικότατο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προτίμησή τους στον τρόπο διεξαγωγής των μαθημάτων. Η συντριπτική πλειοψηφία (96%) των παιδιών ηλικίας 14-17 ετών δήλωσαν ότι προτιμούν τον παραδοσιακό τρόπο διεξαγωγής των μαθημάτων.
Πέραν όμως των πιο πάνω, η πανδημία επηρέασε και τις σχέσεις παιδιών στο οικογενειακό τους περιβάλλον.
Όπως λέχθηκε στη διάλεξη, τα παιδιά και οι έφηβοι, ως ευαίσθητοι αποδέκτες, απορροφούν τους αρνητικούς συναισθηματικούς κραδασμούς των γονιών τους που συχνά πιθανό να βυθίζονται στα δικά τους προβλήματα και στις συνέπειες που έχει η κρίση της πανδημίας στην οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή. Αυτό, σε συνδυασμό με τις συνέπειες της πανδημίας στην ψυχική υγεία των μελών της οικογένειας ατομικά, είναι δυνατό να διαμορφώσει ένα κλίμα συγκρούσεων και αρνητικών αλλαγών, καθιστώντας την οικογένεια δυσλειτουργική.
«Η διαχείριση των επιπτώσεων της πανδημίας σε κάθε μέλος της οικογένειας ξεχωριστά, αλλά και στο σύνολό της, δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι δουλειά αποκλειστικά της οικογένειας και των μελών της. Το κράτος πρόνοιας, η επιστήμη, η εκπαίδευση, οι θεσμοί και οι φορείς της κοινωνίας έχουμε την υποχρέωση -κυρίως απέναντι στη νέα γενιά και τη μελλοντική ευημερία της- να αξιολογήσουμε τις επιπτώσεις που είχε η πανδημία στον θεσμό της οικογένειας και στις οικογενειακές σχέσεις, να προσμετρήσουμε τους παράγοντες που επηρέασαν αρνητικά αυτές τις σχέσεις και να σχεδιάσουμε δράσεις, πολιτικές και προγράμματα αντιμετώπισης των συνεπειών αυτών και ενδυνάμωσης σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Οι κραδασμοί των επιπτώσεων της πανδημίας, ειδικά στους νέους, θα κρατήσουν αρκετά χρόνια μετά το τέλος της. Αυτό που απομένει σε μας είναι να ενισχύσουμε την ανθεκτικότητα των νέων, να τους ενδυναμώσουμε ψυχο-κοινωνικά και να προνοήσουμε για ένα καλύτερο μέλλον», ανέφερε ο δρ Φελλάς.