Ανέλαβε, σε μια κρίσιμη περίοδο για τη Δικαιοσύνη, τα καθήκοντά του ως Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι προκλήσεις πολλές γι’ αυτό και καλείται να ηγηθεί της προσπάθειας να συντελεστούν μια σειρά από αλλαγές με ορόσημο την 1/1/2023, ώστε η μετάβαση να γίνει ομαλά.
Ο κ. Αντώνης Λιάτσος γνωρίζει από πρώτο χέρι τα προβλήματα στον χώρο της Δικαιοσύνης, γι’ αυτό και δεν κρύβεται. Ανοίγει τα χαρτιά του στον «Φ» και μιλά για τον οδικό χάρτη που θ’ ακολουθηθεί, ενώ επισημαίνει τους κινδύνους αποψίλωσης των Επαρχιακών Δικαστηρίων από την προαγωγή τους σε Εφέτες. Σημειώνει ότι η επιτυχία των νέων δικαστηρίων σχετίζεται και με την επιλογή των κατάλληλων δικαστών, ενώ εισηγείται και την εξωδικαστική επίλυση διαφορών ως λύση για τις υποθέσεις που καθυστερούν.
-Κατά την τελετή διαβεβαίωσης σας ως Πρόεδρος του Ανωτάτου, δηλώσατε ότι βαρύνεστε με την ευθύνη να ηγηθείτε της προσπάθειας υλοποίησης της μεταρρύθμισης της Δικαιοσύνης. Πώς είναι η επόμενη μέρα για τη Δικαιοσύνη;
-Τον τελευταίο καιρό η Δικαιοσύνη βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, λόγω των μεγάλων, πρωτόγνωρων για την πατρίδα μας, μεταρρυθμίσεων που λαμβάνουν χώρα. Η αποτελεσματικότητα και ποιότητα του δικαιοδοτικού έργου και ο τρόπος άσκησης των αρμοδιοτήτων των δικαστικών οργάνων είναι άμεσα συνυφασμένα με την καθημερινότητα του πολίτη, αφού επιδρούν καθοριστικά στα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες του. Είναι κυρίως γι’ αυτούς τους λόγους, αλλά ακόμη και ως μορφή λογοδοσίας προς τους πολίτες, που η Δικαιοσύνη, ως ο βασικός εγγυητής του δημοκρατικού χαρακτήρα κάθε σύγχρονου πολιτεύματος, οφείλει να διατηρεί ανοικτούς δίαυλους επικοινωνίας με την κοινωνία των πολιτών, από τους οποίους εκπορεύεται και χάριν των οποίων απονέμεται.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
- Προς ολοταχώς για δικαστική μεταρρύθμιση
- Ι. Νικολάου: Το στοίχημα είναι η υλοποίηση της μεταρρύθμισης
- Είδε φως η «τυφλή» δικαιοσύνη – Έρχεται η μεταρρύθμιση
Η επόμενη μέρα της ψήφισης των μεταρρυθμιστικών νομοσχεδίων είναι γεμάτη προκλήσεις. Η υλοποίησή τους είναι το μεγάλο ζητούμενο. Προς την κατεύθυνση αυτή το Ανώτατο Δικαστήριο άρχισε ήδη να επεξεργάζεται οδικό χάρτη, δεδομένης της πολυπλοκότητας και του πολυσύνθετου που χαρακτηρίζει την πλήρη ολοκλήρωση των μεταρρυθμιστικών δομών. Ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι εκ του Νόμου και Πρόεδρος του μεταβατικού Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, καθώς επίσης και Πρόεδρος του μεταβατικού Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Μετά από σχετική εισήγηση του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, το Ανώτατο Δικαστήριο ενέκρινε ήδη τον ορισμό δύο νομικών ως μελών του μεταβατικού Γνωμοδοτικού Συμβουλίου και άλλων δύο ως παρατηρητών στο μεταβατικό Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, όπως προβλέπει και ο σχετικός μεταρρυθμιστικός Νόμος, Ν.145(Ι)/2022. Πρώτη συνεδρία των δύο Συμβουλίων ορίστηκε την 1.9.2022. Η σημασία του έργου τους είναι καίρια, καθοριστική θα έλεγα, προς την κατεύθυνση επιτυχούς κατάληξης της όλης μεταρρύθμισης. Αυτό, διότι η επιλογή και διορισμός μεγάλου αριθμού νέων, καθόλα άξιων Δικαστών, θα κρίνει και την αξία των μεταρρυθμιστικών δομών, ιδίως σε ό,τι αφορά το δευτεροβάθμιο δικαστικό σώμα, το Εφετείο. Ο οδικός χάρτης καλύπτει επίσης τα χρονοδιαγράμματα θέσπισης του κανονιστικού πλαισίου της λειτουργίας της νέας δικαστηριακής διάρθρωσης. Κανονισμοί οι οποίοι θα πρέπει να ολοκληρωθούν και να τεθούν σε ισχύ με την καθίδρυση των νέων Δικαστηρίων, ήτοι την 1.1.2023. Επιπρόσθετα, έχουν διευθετηθεί ήδη συναντήσεις με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, συμπεριλαμβανομένων των αρμόδιων Υπουργείων και κρατικών υπηρεσιών, προκειμένου να δρομολογηθεί και να διασφαλιστεί η έγκαιρη τοποθέτηση του απαραίτητου προσωπικού, αλλά και η παροχή των αναγκαίων μέσων προς ομαλή έναρξη λειτουργίας των υπό αναφορά Δικαστηρίων. Αντιλαμβάνεστε το πολυεπίπεδο των διεργασιών και τα πιεστικά χρονικά όρια προς ολοκλήρωσή τους. Θα πρέπει να τονίσω ότι η τελεσφόρηση του έργου δεν εξαρτάται από το Ανώτατο Δικαστήριο και μόνο, αλλά προϋποθέτει την άμεση ανταπόκριση του κράτους, σε ό,τι αφορά, τουλάχιστον, τη στελέχωση και παροχή των αναγκαίων μέσων λειτουργίας των υπό αναφορά Δικαστηρίων.
-Πώς θα γίνει ο διαχωρισμός του σημερινού Ανωτάτου Δικαστηρίου, ώστε να υπάρξει ομαλή μετάβαση και να μην επηρεαστεί η απονομή της δικαιοσύνης;
– Σύμφωνα με τον μεταρρυθμιστικό Νόμο 145(Ι)/2022, το υφιστάμενο Ανώτατο Δικαστήριο από την 1.1.2023 θα λειτουργεί ως Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και ως Ανώτατο Δικαστήριο, με εννέα Δικαστές το πρώτο και επτά το δεύτερο. Οι υφιστάμενοι Δικαστές, δηλαδή οι Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπως είναι σήμερα, θα καταστούν μέλη, είτε του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου, είτε του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αφού προηγουμένως ασκήσουν το δικαίωμα επιλογής στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι εκ του Νόμου υποχρεωμένος, για λόγους κορυφαίας σημασίας που άπτονται της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και των λειτουργών της, να σεβαστεί την προαναφερθείσα επιλογή των υφιστάμενων Δικαστών. Τυχόν κενές θέσεις στο ένα ή και στα δύο Ανώτατα Δικαστήρια θα πληρωθούν από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αφού προηγουμένως λάβει υπόψη τις σχετικές εισηγήσεις του μεταβατικού Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, οι οποίες είναι, εκ του Νόμου, συμβουλευτικού χαρακτήρα. Οι προϋποθέσεις αυτές διασφαλίζουν την ομαλή μετάβαση του σημερινού Ανωτάτου Δικαστηρίου στα δύο νέα Ανώτατα Δικαστικά Σώματα. Προσωπικά, γνωρίζοντας για πολλά χρόνια τον τρόπο λειτουργίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το επίπεδο των μελών του, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η Δικαιοσύνη στο τριτοβάθμιο αυτό πεδίο θα λειτουργήσει απρόσκοπτα και χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα.
-Για να υλοποιηθούν οι αλλαγές θα απαιτηθεί μεγάλος αριθμός νέων δικαστών. Πώς θα αντιμετωπιστεί το ζήτημα αυτό;
– Το ερώτημα είναι κρίσιμο καθότι, κατά τη γνώμη μου, συνιστά τον βασικότερο παράγοντα προς επιτυχία του όλου εγχειρήματος της μεταρρύθμισης. Το άμεμπτο της διαδικασίας και η τελική επιλογή των καταλληλότερων για διορισμό στη θέση Δικαστή, θα κρίνει και την αξία της όλης μεταρρυθμιστικής προσπάθειας. Παρά το γεγονός ότι αναλώθηκε πολύς χρόνος και ενέργεια προς την κατεύθυνση κατάθεσης θέσεων και απόψεων σε ό,τι αφορά τον διαχωρισμό του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έχω την έντονη πεποίθηση ότι η προσοχή μας θα πρέπει να στραφεί, ιδιαίτερα, στη μεγάλη τομή που επιχειρείται με τη δημιουργία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ήτοι του Εφετείου. Αυτό διότι, δεν έχω καμία αμφιβολία, τα δύο ανώτατα δικαστικά όργανα, ήτοι το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και το Ανώτατο Δικαστήριο, δεν θα αντιμετωπίσουν κανένα πρόβλημα στην ομαλή λειτουργία τους, δεδομένης της στελέχωσής τους, σε μεγάλο βαθμό, με τους υφιστάμενους Δικαστές του σημερινού Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η εγκαθίδρυση όμως του νέου δικαστικού οργάνου, του Εφετείου, το οποίο θα στελεχώνεται καθ΄ ολοκληρία με Δικαστές οι οποίοι δεν είχαν σε προηγούμενο στάδιο την ευκαιρία να ασκήσουν δευτεροβάθμια δικαιοδοσία, ούτε την εμπειρία της οργάνωσης και λειτουργίας τέτοιου Δικαστηρίου, ενέχει πολλαπλούς κινδύνους, ιδίως στο μεταβατικό στάδιο. Ως εκ τούτου, το μεταβατικό Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο έχει και την εξουσία επιλογής και διορισμού των Εφετών, θα πρέπει να ενεργήσει με ιδιαίτερη προσοχή και σύνεση κατά την επιλογή των καταλληλοτέρων, έχοντας πάντα κατά νουν τον σημαντικό, καίριο θα έλεγα, ρόλο που καλείται να επιτελέσει το Εφετείο και, μεταξύ άλλων, τον κίνδυνο αποψίλωσης των Επαρχιακών Δικαστηρίων, που ελλοχεύει.
-Ένα από τα ζητήματα που απασχολούν τους δικηγόρους, είναι τα κριτήρια διορισμού και προαγωγής δικαστών. Υπάρχουν σκέψεις να γίνουν περαιτέρω αλλαγές στον Οδηγό Δικαστικής Συμπεριφοράς;
-Τα κριτήρια διορισμού και προαγωγής Δικαστών στηρίζονται σε μελέτη εμπειρογνωμόνων, η οποία έλαβε υπόψη τι ισχύει σε άλλες χώρες, τα συστήματα των οποίων θα μπορούσαν να αποτελέσουν πρότυπο. Η ουσία και βασικός στόχος των κριτηρίων είναι, πρωτίστως, η διαφάνεια της όλης διαδικασίας, η εδραίωση της ανεξαρτησίας και αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας και η υποβοήθηση επιλογής των καταλληλοτέρων προς διορισμό ή προαγωγή. Όπως έχει ήδη λεχθεί, οι σχετικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου θα ελέγχονται πλέον από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο, εν προκειμένω, θα ενεργεί ως ακυρωτικό δευτεροβάθμιο δικαστικό συμβούλιο. Υπό τις συνθήκες αυτές, θα παρέχεται πλέον η δυνατότητα στον κάθε υποψήφιο αμφισβήτησης της κρίσης του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου.
Ο Οδηγός Δικαστικής Συμπεριφοράς συντάχθηκε κατά τα πρότυπα των Αρχών Bangalore (Bangalore Principles of Judicial Conduct), οι οποίες υιοθετήθηκαν από τις χώρες του Συμβουλίου της Ευρώπης. Εμπεριέχει πρότυπα συμπεριφοράς, τα οποία αποτελούν μέρος της μακράς δικαστικής παράδοσης και έχουν αναγνωριστεί από σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας μας. Η εφαρμογή του διασφαλίζει την καθόλα άμεμπτη συμπεριφορά των δικαστικών λειτουργών και τυχόν παραβίασή του εγείρει ζήτημα πειθαρχικής δίωξης, με όλες τις συνακόλουθες σοβαρές συνέπειες στο πρόσωπο του υπό δίωξη Δικαστή. Είναι με μεγάλη ικανοποίηση που σημειώνω ότι μέχρι και σήμερα δεν παρουσιάστηκε περίπτωση παραβίασης του Οδηγού, γεγονός που επιμαρτυρεί το υψηλό επίπεδο συμπεριφοράς των λειτουργών της Δικαιοσύνης.
Αλληλοέλεγχος των δικαστών των δύο Δικαστηρίων
– Ποιες υποθέσεις θα εξετάζει το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και ποιες το νέο Ανώτατο Δικαστήριο;
– Από την 1.1.2023, όπως και ο Ν.145(Ι)/2022 προβλέπει, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο θα έχει τη δικαιοδοσία που καθορίζει το Σύνταγμα, σε σχέση με το τότε Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, θα έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφασίζει οριστικώς και αμετακλήτως στα όσα καλύπτουν τα ΄Αρθρα 137 μέχρι και 151 του Συντάγματος. Μεταξύ άλλων, σε προσφυγές που αφορούν σύγκρουση ή αμφισβήτηση εξουσίας ή αρμοδιότητας, εγειρόμενες μεταξύ οιωνδήποτε οργάνων ή αρχών της Δημοκρατίας και επί Αναφορών του Προέδρου της Δημοκρατίας προς γνωμάτευση σε σχέση με αντισυνταγματικότητα νόμων. Επιπρόσθετα θα εκδικάζει παραπεμφθείσα υπό του Εφετείου έφεση κατά αποφάσεως Διοικητικού Δικαστηρίου επί θέματος δημοσίου δικαίου ή μείζονος δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας ή συνοχής του δικαίου επί συγκρουόμενων ή αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου. Θα έχει επίσης δικαιοδοσία όπως αποφασίζει σε τρίτο και τελευταίο βαθμό, μετά από άδεια που παρέχει και κατόπιν προηγηθείσας διαδικασίας αναθεωρητικής εφέσεως, επί νομικών θεμάτων που προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου και τα οποία αφορούν σε μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή συναρτώνται με διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας ή με την ανάγκη ορθής ερμηνείας νομοθετικής διάταξης. Περαιτέρω, ζήτημα ιδιαιτέρως σοβαρής σημασίας, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, ενεργεί ως ακυρωτικό δευτεροβάθμιο δικαστικό συμβούλιο κατά αποφάσεως του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου. Με αυτό τον τρόπο παρέχεται πλέον η δυνατότητα ελέγχου των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου επί διορισμού, προαγωγής ή πειθαρχικού ελέγχου Δικαστών. Αντιστοίχως, από την 1.1.2023, το Ανώτατο Δικαστήριο θα ασκεί την υπό του τότε Ανωτάτου Δικαστηρίου προβλεπομένη από το Σύνταγμα δικαιοδοσία και εξουσία. Ως τριτοβάθμιο πλέον Δικαστήριο, θα εκδικάζει και εφέσεις που θα παραπέμπονται από το δευτεροβάθμιο όργανο, ήτοι το νεοσυσταθέν Εφετείο, πολιτικής ή ποινικής φύσης, επί θέματος μείζονος δημοσίου συμφέροντος ή συνοχής του δικαίου, όπου κρίνει ότι η υπό αναφορά παραπομπή δικαιολογείται. Επιπρόσθετα, κέκτηται δικαιοδοσίας να αποφασίζει σε τρίτο και τελευταίο βαθμό, μετά από άδεια, παραχωρούμενη υπό του ιδίου και κατόπιν προηγηθείσας διαδικασίας πολιτικής ή ποινικής εφέσεως, επί νομικών θεμάτων που προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου και συναρτώνται με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας ή με την ανάγκη ορθής ερμηνείας νομοθετικής διάταξης ή με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή συνοχής του δικαίου επί συγκρουόμενων ή αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου. Θα αποφασίζει επίσης, δικαιοδοσία ιδιαίτερα σημαντική, για την επανεκδίκαση από το Εφετείο ή από το πρωτόδικο Δικαστήριο, εκδικασθείσας ποινικής υπόθεσης για την οποία εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση, επί τη βάσει νέων στοιχείων ή γεγονότων, τα οποία κατά την κρίση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ενδεχομένως να ανατρέπουν, εν όλω ή εν μέρει, την απόφαση.
Προσθέτω ότι, στο μεταβατικό στάδιο, τόσο το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο όσο και το Ανώτατο Δικαστήριο, προς υποβοήθηση εξάλειψης των καθυστερημένων εφέσεων, θα εκδικάσουν, αντιστοίχως, τις εκκρεμούσες αναθεωρητικές εφέσεις που καταχωρήθηκαν πριν από την 31.12.2018 και πολιτικές εφέσεις που καταχωρήθηκαν πριν την 31.12.2017.
Η πιο πάνω παράθεση, σε αδρές γραμμές, της δικαιοδοσίας των δύο Ανώτατων Δικαστικών οργάνων, είναι ενδεικτική του εύρους των τομών που επιχειρούνται πλέον στο δικαστικό μας σύστημα. Πέραν της διαφάνειας που κατοχυρώνεται μέσα από τον αλληλοέλεγχο των Δικαστών των δύο Δικαστηρίων, διασφαλίζεται η συνοχή του δικαίου και τίθενται ασφαλιστικές δικλείδες που άπτονται δικαιωμάτων καταδικασθέντων, σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, προσώπων.
Τέρμα στην παραδοσιακή διαχείριση υποθέσεων
-Πώς πιστεύεται ότι θα αντιμετωπιστεί το πρόβλημα με τις τεράστιες καθυστερήσεις στην απονομή της Δικαιοσύνης;
-Η καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται σε πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένων Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής μας οικογένειας. Στη χώρα μας, οφείλουμε να σημειώσουμε, είναι ιδιαίτερα ανησυχητική σε ό,τι αφορά τις υποθέσεις αστικής και διοικητικής φύσης. Τα πενιχρά μέσα που η Πολιτεία, για σειρά ετών, παρείχε στη Δικαιοσύνη, σε συνδυασμό με τον μεγάλο όγκο υποθέσεων που καταχωρήθηκαν αμέσως μετά την κρίση του Χρηματιστηρίου, περί το 2000, και την κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος το 2013, συνιστούν τους κύριους λόγους πρόκλησης των υπό συζήτηση καθυστερήσεων. Προς αντιμετώπιση της ανοικτής αυτής πληγής στο σώμα της Δικαιοσύνης, το Ανώτατο Δικαστήριο τα τελευταία δέκα σχεδόν χρόνια, προώθησε και έλαβε σειρά από μέτρα. Έχοντας την αμέριστη συμπαράσταση του Κράτους κατέστη δυνατή η ίδρυση δύο νέων Δικαστηρίων, του Διοικητικού και του Διεθνούς Προστασίας, δρομολογήθηκε η σύσταση Εμπορικού Δικαστηρίου και Ναυτοδικείου, αυξήθηκαν οι θέσεις Δικαστών, προωθήθηκε η αναθεώρηση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και υιοθετήθηκαν όλες οι εισηγήσεις για τη «Γενική Μεταρρύθμιση των Δικαστηρίων», έργο που χρηματοδοτήθηκε από την ΕΕ και ολοκληρώθηκε με την παράδοση της Έκθεσης των Ιρλανδών εμπειρογνωμόνων, με τίτλο «The Functional Review of the Courts System of Cyprus». Περαιτέρω, η ίδρυση τμήματος μεταρρύθμισης, καθώς επίσης και η επίσημη λειτουργία της Σχολής Δικαστών Κύπρου, τον Αύγουστο του 2020, βοήθησαν τα μέγιστα στην προώθηση των μεταρρυθμιστικών τομών και στην ετοιμασία προγραμμάτων εκπαίδευσης τόσο σε Δικαστές, όσο και στο υπόλοιπο προσωπικό των Δικαστηρίων και σε δικηγόρους, σε ετήσια βάση. Η εφαρμογή του ενδιάμεσου ηλεκτρονικού συστήματος (i-justice) και η αναμενόμενη ολοκλήρωση της ηλεκτρονικής δικαιοσύνης (e-justice) περί το τέλος του έτους, θα οδηγήσουν σε μια νέα εποχή, με ευεργετικά αποτελέσματα ως προς την επιτάχυνση απονομής της Δικαιοσύνης. Ιδιαίτερη έμφαση θα πρέπει να δοθεί στη στελέχωση των Δικαστηρίων με το απαραίτητο προσωπικό, στην κάλυψη των στεγαστικών αναγκών, πρώτιστα σε ό,τι αφορά στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και στην παροχή, ιδίως στους πρωτόδικους Δικαστές, των απαραίτητων μέσων προς διευκόλυνση της αποστολής τους.
Η εκκαθάριση των καθυστερημένων υποθέσεων είναι το στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί, προκειμένου να τελεσφορήσει το έργο της μεταρρύθμισης. Η αντιμετώπιση του κολοσσιαίου αυτού έργου, αποτέλεσε αντικείμενο πολύχρονης μελέτης από το Ανώτατο Δικαστήριο. Κρίθηκε ότι η παραδοσιακή διαχείριση των υποθέσεων αυτών είναι αδύνατο να οδηγήσει στην εκκαθάρισή τους. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια αναζητήθηκαν καινοτόμες λύσεις, μεταξύ των οποίων και η δημιουργία μιας πρόσθετης ομάδας Δικαστών, αποτελούμενης από αφυπηρετήσαντες Δικαστές και από αριθμό αφυπηρετησάντων δικηγόρων, σχετικός κατάλογος των οποίων έχει ήδη αποσταλεί από τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο. Απομένει ο διορισμός κάποιων εξ αυτών, αφού βεβαίως προηγηθεί η έγκριση των σχετικών κονδυλίων από το αρμόδιο υπουργείο και αφού προηγουμένως διασφαλισθεί το αμερόληπτο της δικής τους συμμετοχής.
Στην επιτάχυνση απονομής της Δικαιοσύνης θα συντείνει σε μεγάλο βαθμό η υιοθέτηση και εφαρμογή εναλλακτικών μορφών επίλυσης διαφορών, όπως για παράδειγμα διαιτησία και διαμεσολάβηση. Προς την κατεύθυνση αυτή, το Ανώτατο Δικαστήριο, σε πρόσφατη συνεδρία του, συμφώνησε, κατ΄ αρχήν, με την εισαγωγή της διαδικασίας ODR (Online Dispute Resolution) υπό την αίρεση βεβαίως της έγκρισης ασφαλούς, κανονιστικού, δικτύου λειτουργίας της. Πλην όμως παρατηρείται απροθυμία των εμπλεκομένων μερών προς αναζήτηση διευθέτησης των μεταξύ τους διαφορών σε άλλα πλαίσια από την προσφυγή στο Δικαστήριο. Οι λόγοι θα πρέπει να προβληματίσουν. Έχω την άποψη ότι σημαντικός παράγοντας είναι η απουσία ενημέρωσης των πολιτών, αλλά και η προσπάθεια που πρέπει να γίνει προς την κατεύθυνση δημιουργίας αξιόπιστου συστήματος εναλλακτικής επίλυσης διαφορών, προκειμένου να εμπεδωθεί το απαραίτητο αίσθημα εμπιστοσύνης στους εμπλεκόμενους πολίτες και όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη.
Μας βαραίνει η ευθύνη υλοποίησης των αλλαγών
– Πριν την ψήφιση των νομοσχεδίων από τη Βουλή, αναλώθηκε αρκετός χρόνος στο κατά πόσον όσα θα εφαρμοστούν είναι σύμφωνα με το Σύνταγμα. Ποια είναι η θέση σας επί αυτού του σημείου;
-Αντιλαμβάνεσθε ότι, ως εκ της θέσεώς μου, δεν θα ήταν ορθό να εκφράσω οποιαδήποτε άποψη σε σχέση με τη συνταγματική πτυχή των υπό συζήτηση μεταρρυθμιστικών νόμων. Πάγια προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι τυχόν αμφισβητήσεις που αναφύονται ως προς τη συνταγματική διάσταση, θα κριθούν, ως είθισται, εν ευθέτω χρόνω, από το αρμόδιο Δικαστήριο. Να σημειώσω ότι στην πορεία συζήτησης των μεταρρυθμίσεων με τους αρμόδιους φορείς, αλλά και μεταξύ των μελών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εκφράστηκαν και αναπτύχθηκαν, μέσα από γόνιμο διάλογο, διαφορετικές απόψεις, σκέψεις και θέσεις. Απηχούσαν, σε κάθε περίπτωση, τις γνήσιες ανησυχίες και προβληματισμούς όλων μας, δεδομένης της σοβαρότητας του θέματος και των συνεπειών που ενέχει στο μέλλον της Δικαιοσύνης στη χώρα μας. Πρυτάνευσε η ανάγκη βελτίωσης και διάσωσης του δικαστικού μας συστήματος, το οποίο βρισκόταν στα πρόθυρα κατάρρευσης, με όλες τις προβλεπτές συνέπειες για το ίδιο το Κράτος Δικαίου. Μας βαραίνει πλέον η ευθύνη υλοποίησης των μεταρρυθμιστικών της Δικαιοσύνης Νόμων, ως αυτονόητη οφειλή στην πατρίδα μας, αλλά και στον κάθε πολίτη ξεχωριστά.