Οι υβριδικές απειλές αποτελούν τη νέα μορφή πολέμου. Το θέμα απασχολεί έντονα τις χώρες της Ευρώπης, προκειμένου να εξευρεθούν οι μηχανισμοί αντιμετώπισής τους. Στις 4 Σεπτεμβρίου στο Ελσίνκι, στα πλαίσια της Φινλανδικής Προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνήλθε η Διάσκεψη της ΚΕΠΠΑ (Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας). Η κυπριακή αντιπροσωπεία αποτελείτο από τη βουλευτή του ΔΗΣΥ δρα Ελένη Σταύρου, τον βουλευτή του ΑΚΕΛ Άριστο Δαμιανού και τον βουλευτή του ΔΗΚΟ Ζαχαρία Κουλία.

Στη διάσκεψη, διεξήχθη συζήτηση για τις προκλήσεις που σχετίζονται με την ασφάλεια στην περιοχή της Βαλτικής Θάλασσας και την Αρκτική, με κύριο ομιλητή τον Πρόεδρο της Φινλανδίας, Sauli Niinistö. Επίσης, συζητήθηκε η αποκατάσταση των διατλαντικών σχέσεων, η ευρωπαϊκή άμυνα και η ασφάλεια σε συνάρτηση με τις κλιματικές αλλαγές.

Όπως αναφέρει η βουλευτής του ΔΗΣΥ, διεθνολόγος Ελένη Σταύρου, η διάσκεψη ασχολήθηκε εις βάθος και με τη νέα μορφή απειλών, τις υβριδικές απειλές, και με ποια εργαλεία και στρατηγικές σκοπεύει η Ευρωπαϊκή Ένωση να τις αντιμετωπίσει.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ: Δυνατό τεστ από Τουρκία στο τεμάχιο 7

«Η Ευρώπη ολοένα και περισσότερο εκτίθεται στις υβριδικές απειλές οι οποίες αποσταθεροποιούν μία περιοχή ή μία χώρα, χωρίς απαραίτητα τη χρήση συμβατικών όπλων. Οι υβριδικές απειλές συνδυάζουν συμβατικές και μη συμβατικές μεθόδους, στρατιωτικές και μη ενέργειες, οι οποίες είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν από χώρες ή οργανώσεις, για να επιτύχουν συγκεκριμένους πολιτικούς στόχους.

Οι εκστρατείες που γίνονται μέσω των υβριδικών απειλών είναι πολυδιάστατες και σχεδιασμένες ώστε να μην μπορούν να εντοπισθούν. Ο κυριότερος στόχος τους είναι να δημιουργήσουν σύγχυση και να παρεμποδίσουν τη λήψη και υλοποίηση σημαντικών αποφάσεων ή να αποπροσανατολίσουν το κέντρο αποφάσεων, των χωρών-στόχων», σημειώνει η κ. Σταύρου.

Εξηγεί ότι τέτοια παραδείγματα μπορεί να είναι επιθέσεις σε ηλεκτρονικά συστήματα τραπεζών, υπουργείων, δημοσίων υπηρεσιών και τηλεπικοινωνιών ή ακόμα παρεμπόδιση ή και νόθευση εκλογικών αποτελεσμάτων. Τέτοιες επιθέσεις, επεσήμανε, μπορούν να θεωρηθούν και τα γνωστά σε όλους μας «fake news».

«Έχουμε πλέον μπροστά μας ένα νέο είδος απειλών και επιθέσεων, διαφορετικό απ’ ό,τι ξέραμε μέχρι σήμερα. Δεν έχουμε να κάνουμε με συμβατικά όπλα αλλά με επιθέσεις με μη συμβατικές ενέργειες, όπως επιθέσεις στην κυβερνοασφάλεια, στις δημόσιες υπηρεσίες, στις τηλεπικοινωνίες, που μπορούν να παραλύσουν μια χώρα με πολύ σοβαρές συνέπειες», σημείωσε. 

Σημείωσε ακόμα ότι οι χώρες-μέλη της ΕΕ και οι γείτονες χώρες, για να τις αντιμετωπίσουν, υιοθετούν στρατηγικές και εργαλεία στον τομέα της ασφάλειας και άμυνας, της κυβερνοασφάλειας, στον τομέα της ενέργειας και των στρατηγικών επικοινωνιών.

Η κ. Σταύρου σημειώνει ότι η απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εστιάσει στην αντιμετώπιση αυτών των απειλών ξεκίνησε, κυρίως, μετά την παράνομη προσάρτηση της Κριμαίας το 2014 από τη Ρωσία, όπου χρησιμοποιήθηκαν και τέτοιες μέθοδοι. «Ο εντοπισμός των απειλών, αλλά και οι στρατηγικές άμυνας γύρω από αυτές παραμένουν ανάμεσα στις πρώτες προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία προσπαθεί να στηρίζει τις χώρες-μέλη και να συμπληρώνει τις ενέργειές τους. Το γεγονός ότι οι υβριδικές απειλές είναι ευρύτατου φάσματος και απροσδιόριστης φύσεως τις καθιστά εξαιρετικά δύσκολο να εντοπιστούν και να αντιμετωπιστούν». 

Το παράδειγμα της Σαουδικής Αραβίας

Η Δρ Ελένη Σταύρου, ανέφερε ακόμα ότι ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η προσωρινή διακοπή της παραγωγής σε δύο εγκαταστάσεις διύλησης πετρελαίου στη Σαουδική Αραβία, την οποία προκάλεσαν οι επιθέσεις με τηλεκατευθυνόμενα μη επανδρωμένα αεροσκάφη (UAVs), που τα κατεύθυναν εκεί οι αντάρτες Χούτι της Υεμένης. Οι εγκαταστάσεις που χτυπήθηκαν, επηρεάζουν τη μισή ημερησία παραγωγή της γιγαντιαίας εθνικής πετρελαϊκής εταιρείας ARAMCO και ως αποτέλεσμα επήλθε η αύξηση της τιμής του πετρελαίου στην παγκόσμια αγορά, με ότι αυτό συνεπάγεται.

Η δρ. Σταύρου, πρόσθεσε επίσης ότι η συγκεκριμένη ενέργεια έχει κι άλλες γεωπολιτικές διαστάσεις οι οποίες αφορούν άμεσα και την Κύπρο. Αυτό συμβαίνει γιατί την ευθύνη των επιθέσεων ανέλαβαν οι Χούτι της Υεμένης, ενώ οι αμερικανικές πηγές θεωρούν ότι οι ίδιοι δεν έχουν την τεχνολογία για μια τέτοια επίθεση και ότι πίσω από αυτούς κρύβεται το Ιράν. Έτσι, ενώ βλέπουμε ότι εδώ στην Κύπρο γίνονται συζητήσεις για δημιουργία πρεσβείας της Σαουδικής Αραβίας, η οποία είναι η πρωτεύουσα των Σουνιτών μουσουλμάνων, βλέπουμε ότι η Τουρκία βρίσκεται στον αντίπαλο Άξονα, αυτόν με το Σιιτικό Ιράν και τη Ρωσία.

«Διαπιστώνουμε, συνεπώς, ότι είμαστε μπροστά σε νέες απειλές, εξίσου μεγάλες και επικίνδυνες με τις συμβατικές στρατιωτικές απειλές. Η Ευρώπη και ολόκληρος κόσμος βρίσκονται σε εγρήγορση και σε πυρετό προετοιμασίας για την αντιμετώπισης αυτής της μορφής απειλών», καταλήγει.  

Κοινό πλαίσιο αντιμετώπισης

Η Ελένη Σταύρου, επισημαίνει ότι το 2016 δημιουργήθηκε το κοινό πλαίσιο αντιμετώπισης υβριδικών απειλών. Όπως αναφέρει πρόκειται για μια ευρωπαϊκή απάντηση, με 22 δράσεις, οι οποίες καλύπτουν την επεξεργασία των πληροφοριών και την ετοιμότητα των χωρών, την προστασία καίριων εγκαταστάσεων την αναβάθμιση της κυβερνοασφάλειας, την ενδυνάμωση των κοινωνιών και την ενίσχυση της συνεργασίας με το ΝΑΤΟ.

«Τον Μάιο του 2018, η Ευρωπαϊκή Αρχή για την κυβερνοασφάλεια η οποία αναγνώρισε χημικές, βιολογικές, ραδιολογικές και πυρηνικές απειλές κυβερνοασφάλειας αλλά και διαρροή πληροφοριών, συνέθεσε ένα πλαίσιο που να επιτρέπει στην Ευρωπαϊκή Ένωση  να επιβάλλει κάποιες κυρώσεις, για να αποτρέπει και να απαντά σε τέτοιες ενέργειες που σκοπό έχουν να βλάψουν την ΕΕ», σημειώνει.

Προσθέτει ακόμα ότι το 2018 συστάθηκε το Σχέδιο Δράσης από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ενάντια στην παραπληροφόρηση το οποίο παρέχει έναν οδικό χάρτη συνεργασίας μεταξύ των δομών της ΕΕ, τις Εθνικές Αρχές, βιομηχανίες και δημόσιες υπηρεσίες των κρατών μελών, που στόχο έχουν να εντοπίζουν, να αναδεικνύουν και να αποκαλύπτουν την παραπληροφόρηση, κάτι που δοκιμάστηκε επιτυχώς στις Ευρωεκλογές τον Μάιο του 2019. «Η ΕΕ, πρέπει, επίσης, να προετοιμαστεί για τις υβριδικές απειλές διασφαλίζοντας και τα εξωτερικά σύνορα της.  Οι απειλές αυτές είναι συνδεδεμένες με τα τεράστια μεταναστευτικά ρεύματα, την αγοραπωλησία  όπλων, την έξαρση του εγκλήματος και διοχέτευση αποβλήτων, ή οτιδήποτε μπορεί να διακινδυνεύσει την ομαλή λειτουργία του Schengen. Όλα αυτά προϋποθέτουν μία ετοιμότητα από πλευράς των σωμάτων ασφάλειας και της Frontex για να μπορούν να αντιμετωπίσουν τα διάφορα σενάρια», αναφέρει.

Εξηγεί ακόμα ότι, γι’ αυτούς τους λόγους έχει τη βάση του στο Ελσίνκι το Ευρωπαϊκό Κέντρο Αριστείας αντιμετώπισης υβριδικών απειλών, το οποίο συνεργάζεται με το ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Μέχρι στιγμής απαρτίζεται από 21 μέλη (ευρωπαϊκές χώρες αλλά και μη ευρωπαϊκές, συμμάχους του ΝΑΤΟ) το οποίο παρέχει εκπαίδευση για την αντιμετώπιση αυτών των απειλών. Προς το παρόν συνεργάζεται με την Ευρωπαϊκή Αρχή Άμυνας (EDA) και εστιάζει στην ευρωπαϊκή ικανότητα να προσφέρει προστασία.