Ένα από τα σλόγκαν τα οποία μπορούσαν κάλλιστα να χρησιμοποιήσουν τα εκλογικά επιτελεία απευθυνόμενα στους 30 χιλιάδες και βάλε 18χρονους που αρνήθηκαν, εν τέλει, να εγγραφούν στους εκλογικούς καταλόγους, αδιαφορώντας παντελώς για τις επικείμενες προεδρικές εκλογές, είναι το «Τόπο στα νιάτα, δεν διορίζω (άλλους) συνταξιούχους» ή το «Φτάνουν πια οι πολυσυνταξιούχοι του Δημοσίου». Και γιατί όχι το σλόγκαν «Τέλος στους αξιωματούχους με τους παχυλούς μισθούς και τις συντάξεις».
 
Όμως, ούτε είδαμε, ούτε ακούσαμε κάτι παρόμοιο από τους υποψήφιους και τα επιτελεία τους, διότι τα καλά και τα συμφέροντά μας, ή των φίλων και των συναγωνιστών μας στο κόμμα, δεν τα αγγίζουμε. Και η απαξίωση, βεβαίως, του πολιτικού συστήματος ολοένα και μεγαλώνει, όπως και η έλλειψη εμπιστοσύνης σε πολιτικούς και βουλευτές, κόμματα και υποψηφίους, καθώς αποκαλύπτεται η περισσή υποκρισία τους:
 
Χύνουν, νυχθημερόν, δάκρυα για τους πολίτες που υποφέρουν, για τους φτωχούς και τους κατατρεγμένους, για τις χήρες και τα ορφανά, για τους κουρεμένους καταθέτες και τους κατόχους αξιογράφων, καταγγέλλουν τους μισθούς πείνας και την εκμετάλλευση των μεροκαματιάρηδων, αλλά ούτε κουβέντα για τα υπερπρονόμια που απολαμβάνουν κρατικοί αξιωματούχοι, οι οποίοι παράλληλα με τον παχυλό τους μισθό λαμβάνουν από το Δημόσιο μια ή και δυο συντάξεις, εξίσου αξιοζήλευτες.

ΔΙΑΒΑΣΕ ΕΠΙΣΗΣ: Μισθοί και επιδόματα των κρατικών αξιωματούχων (πίνακες)
 
Ειδικότερα, με την ακύρωση από το Ανώτατο Δικαστήριο του περιβόητου νόμου για τους πολυσυνταξιούχους του Δημοσίου, τον Οκτώβριο του 2014, επανήλθαν οι πολλαπλές συντάξεις που λαμβάνουν νυν και πρώην αξιωματούχοι του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα. Παρόλο που αριθμητικά ανέρχονται στους 130 περίπου, εντούτοις μόνο οι συντάξεις που μοιράζονται υπερβαίνουν το €1 εκατ. ετησίως.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ: Προϋπολογισμός: 1 στα 3 ευρώ σε μισθούς και συντάξεις
 
Σ’ αυτούς, περιλαμβάνονται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Γενικός Εισαγγελέας, νυν και πρώην υπουργοί, βουλευτές, δήμαρχοι κ.ά. Αφενός, έχουμε τις περιπτώσεις πρώην κρατικών αξιωματούχων που λαμβάνουν δυο ή και τρεις συντάξεις από το Δημόσιο καθώς υπηρέτησαν σε διάφορα αξιώματα και θέσεις, διετέλεσαν συνάμα βουλευτές και αφυπηρέτησαν από διευθυντικές θέσεις του Δημοσίου και, αφετέρου, τις περιπτώσεις νυν αξιωματούχων περιλαμβανομένων των αιρετών και των ανεξάρτητων, οι οποίοι, πέραν από τα επιδόματα και τον μισθό τους, λαμβάνουν παράλληλα σύνταξη από το Δημόσιο ως πρώην βουλευτές ή ως πρώην υψηλόβαθμοι υπάλληλοι του δημόσιου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Αντιμέτωποι με τον κίνδυνο φτώχειας ένας στους τέσσερις
 
Μόλις τέσσερις κρατικοί αξιωματούχοι είχαν την ευαισθησία να αποποιηθούν του δικαιώματος να λαμβάνουν ταυτόχρονα με τον μισθό τους και τις συντάξεις τους. Πρόκειται για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Νίκο Αναστασιάδη, τον Γενικό Εισαγγελέα Κώστα Κληρίδη, τον υπουργό Εξωτερικών Ιωάννη Κασουλίδη και την υπουργό Εργασίας Ζέτα Αιμιλιανίδου. Το ίδιο έπραξαν οι Γιαννάκης Ομήρου και Νίκος Νικολαΐδης για όσο διάστημα υπηρετούσαν τη θητεία τους στη Βουλή, ο μεν πρώτος ως Πρόεδρος του Σώματος και ο δεύτερος ως βουλευτής Λεμεσού.

Σε μια προσπάθεια να ρυθμιστεί εκ νέου νομοθετικά το ζήτημα αυτό, εφόσον η Κυβέρνηση δεν είχε τέτοια πρόθεση, ο πρόεδρος του ΔΗΣΥ Αβέρωφ Νεοφύτου έλαβε την πρωτοβουλία και κατέθεσε σχεδόν δύο χρόνια μετά την ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και συγκεκριμένα στις 7/7/2016 δύο προτάσεις νόμου, τις οποίες μάλιστα ανακοίνωσε σε δημοσιογραφική διάσκεψη, αποσπώντας πολύ θετικά σχόλια από την κοινή γνώμη.
 
Την κατάθεση των προτάσεων νόμου ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών χαιρέτισαν και τα υπόλοιπα κοινοβουλευτικά κόμματα, καθώς σκοπό έχουν, κατά τα λεγόμενα του Αβέρωφ Νεοφύτου, να τερματίσουν τα προκλητικά και πλουσιοπάροχα ωφελήματα και υπερπρονόμια που απολαμβάνει μια μερίδα αξιωματούχων του κράτους στις πλάτες των φορολογούμενων πολιτών.
 
Με τις προτάσεις νόμου σκοπείται η διόρθωση στρεβλώσεων στο συνταξιοδοτικό μας σύστημα, το οποίο επιτρέπει την καταβολή στο ίδιο πρόσωπο δύο ή και τριών συντάξεων ταυτόχρονα με την καταβολή μισθού από το Δημόσιο και, παράλληλα, η συμμόρφωση της Βουλής στις δικαστικές αποφάσεις καθώς πρόνοιες του νόμου για τους πολυσυνταξιούχους, όπως αυτός ψηφίστηκε το 2011, κρίθηκαν ως έκδηλα αντισυνταγματικές. Και αυτό διότι, όπως αποφάνθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο, παραβιάζεται κατάφωρα το άρθρο 23 του Συντάγματος, το οποίο καθορίζει ρητά ότι οι συντάξεις συνιστούν ιδιοκτησιακό δικαίωμα το οποίο θα πρέπει να τυγχάνει προστασίας και σεβασμού. Κατά το Δικαστήριο κακώς αποστερήθηκαν, και μάλιστα διά νόμου, οι επηρεαζόμενοι αξιωματούχοι τις συντάξεις τους, εξού και το κράτος υποχρεώθηκε να τις επιστρέψει αναδρομικά.
 
Ωστόσο, από την ημέρα που ακυρώθηκε ο επίμαχος νόμος –μετά από προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο 60 νυν και πρώην κρατικών αξιωματούχων– μέχρι και σήμερα παρήλθαν τέσσερα χρόνια χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε νομοθετική ρύθμιση. Η Κυβέρνηση και δη το υπουργείο Οικονομικών δεν επανήλθαν επί του θέματος, ενώ οι προτάσεις νόμου του Αβέρωφ Νεοφύτου αραχνιάζουν εδώ και 20 μήνες στα συρτάρια της Επιτροπής Οικονομικών της Βουλής, της οποίας, σημειώνεται, πρόεδρος είναι ο ίδιος ο κ. Νεοφύτου.
 
Τι επιδιώκεται με τις προτάσεις νόμου
 
Με την πρώτη πρόταση νόμου του προέδρου του ΔΗΣΥ Αβέρωφ Νεοφύτου επιδιώκεται η ρύθμιση του ζητήματος της ταυτόχρονης καταβολής σύνταξης και μισθού σε κρατικούς αξιωματούχους. Ειδικότερα, προτείνεται όπως σε περίπτωση που αξιωματούχος ή συνταξιούχος αναλαμβάνει οποιοδήποτε λειτούργημα ή αξίωμα ή θέση, θα λαμβάνει, αφενός, την πλήρη μηνιαία σύνταξη που δικαιούται και αφετέρου, για όσο χρόνο διαρκεί η θητεία του, μηνιαίο μισθό ή αντιμισθία ύψους χαμηλότερου από αυτό που θα λάμβανε κατά την ανάληψη του αξιώματος, έτσι ώστε, το ποσό που τελικά θα λαμβάνει προστιθέμενο στη μηνιαία σύνταξή του να ισούται με το ποσό του μηνιαίου μισθού που προβλέπεται για τη θέση ή το αξίωμα στο οποίο διορίστηκε.
 
Με τη δεύτερη πρόταση νόμου, ο Αβέρωφ Νεοφύτου εισηγείται την κατάργηση του προκλητικού  προνομίου – ωφελήματος που απολαμβάνουν μόνο οι βουλευτές και οι υπουργοί, οι οποίοι, δικαιούνται σύνταξη από το 60ό έτος της ηλικίας τους νοουμένου ότι δεν εξακολουθούν να ασκούν οποιοδήποτε άλλο λειτούργημα ή αξίωμα στη Δημοκρατία. Ο πρόεδρος του ΔΗΣΥ εισηγείται όπως επεκταθεί το όριο συνταξιοδότησης των βουλευτών και των υπουργών στο 65ο έτος. Επιπρόσθετα, με την πρόταση νόμου εισάγεται σχετική πρόνοια στην κείμενη νομοθεσία, ώστε η καταβολή σύνταξης βουλευτή και υπουργού σε πρόσωπο που έχει αναλάβει το αξίωμα του ευρωβουλευτή να αρχίζει μετά την αποχώρησή του από το εν λόγω αξίωμα, όπως ισχύει και στην περίπτωση του βουλευτή και του υπουργού.
 
Με βάση το σημερινό επίπεδο απολαβών των βουλευτών, η σύνταξη βουλευτή με μία βουλευτική θητεία (5 χρόνια) ανέρχεται σε €1.352 μηνιαίως ενώ για βουλευτή που συμπλήρωσε δύο βουλευτικές θητείες (10 χρόνια) η σύνταξη του ανέρχεται σε €3.306 μηνιαίως. Στις περιπτώσεις των Υπουργών που υπηρέτησαν για 30 μήνες η σύνταξη τους ανέρχεται σε €1.036 μηνιαίως. Υπουργός που υπηρέτησε για πέντε χρόνια η σύνταξη του ανέρχεται στις €1.684 και για 10 χρόνια στα €4.146 τον μήνα.