Η περίπτωση του περιβόητου βαν και οι αποκαλύψεις για διενέργεια κατασκοπείας, υπόθεση που μας θυμίζει αυτήν του 1991, με τους τέσσερις Ισραηλινούς που συνελήφθησαν προσπαθώντας να παγιδεύσουν τα τηλέφωνα της ιρανικής πρεσβείας στη Λευκωσία (υπόθεση που έπεσε στα μαλακά), μας οδήγησε να θυμηθούμε τρεις απόρρητες επιχειρήσεις μυστικών υπηρεσιών που ξεπερνούν κάθε φαντασία! Μια χολιγουντιανή υπερπαραγωγή στην Τεχεράνη, ένα τεράστιο πειρατικό πλοίο με καπετάνιο τον Peter Sellers στην Κερύνεια και ένα υπερπολυτελές τουριστικό θέρετρο στην Ερυθρά Θάλασσα. Τι κοινό είχαν όλα αυτά; Ήταν… μούφες και χρησίμευσαν ως βιτρίνες για μυστικές επιχειρήσεις της CIA και της Mossad.
ΙΡΑΝ
Το… Αργώ και χάρη έχει
Τον Νοέμβριο του 1979 στο Ιράν έκαιγε ακόμα η φωτιά της Επανάστασης. Οι Ισλαμιστές είχαν πλέον πνίξει κάθε αντίθετη φωνή, ο Χομεϊνί ήταν ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης και ο έκπτωτος Σάχης βρισκόταν σε εξορία. Όταν ο τελευταίος αρρώστησε βαριά και μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο των ΗΠΑ, ομάδα νεαρών «επαναστατών» που αυτοαποκαλούνταν «Μουσουλμάνοι Φοιτητές Ακόλουθοι του Ιμάμη» εισέβαλαν στην αμερικανική πρεσβεία της Τεχεράνης κρατώντας ομήρους το προσωπικό. Η κατάληψη αποδείχθηκε ιδιαίτερα δημοφιλής για τον ιρανικό λαό, γι’ αυτό και ο Χομεϊνί την άφησε να διαρκέσει 444 ολόκληρες μέρες. Οι όμηροι απελευθερώθηκαν τελικά τον Ιανουάριο του 1981, όμως, έξι από το προσωπικό της πρεσβείας στάθηκαν πιο τυχεροί καθώς απέφυγαν την ομηρία και κατάφεραν να διαφύγουν από το ταραγμένο Ιράν, χάρη σε μια ταινία. Ή πιο σωστά μια ταινία-μαϊμού…
Το… Αργώ και χάρη έχει
Τον Νοέμβριο του 1979 στο Ιράν έκαιγε ακόμα η φωτιά της Επανάστασης. Οι Ισλαμιστές είχαν πλέον πνίξει κάθε αντίθετη φωνή, ο Χομεϊνί ήταν ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης και ο έκπτωτος Σάχης βρισκόταν σε εξορία. Όταν ο τελευταίος αρρώστησε βαριά και μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο των ΗΠΑ, ομάδα νεαρών «επαναστατών» που αυτοαποκαλούνταν «Μουσουλμάνοι Φοιτητές Ακόλουθοι του Ιμάμη» εισέβαλαν στην αμερικανική πρεσβεία της Τεχεράνης κρατώντας ομήρους το προσωπικό. Η κατάληψη αποδείχθηκε ιδιαίτερα δημοφιλής για τον ιρανικό λαό, γι’ αυτό και ο Χομεϊνί την άφησε να διαρκέσει 444 ολόκληρες μέρες. Οι όμηροι απελευθερώθηκαν τελικά τον Ιανουάριο του 1981, όμως, έξι από το προσωπικό της πρεσβείας στάθηκαν πιο τυχεροί καθώς απέφυγαν την ομηρία και κατάφεραν να διαφύγουν από το ταραγμένο Ιράν, χάρη σε μια ταινία. Ή πιο σωστά μια ταινία-μαϊμού…
Οι πέντε διπλωμάτες και ένας Αμερικανός πολίτης βρίσκονταν σε παράπλευρο κτίριο του συγκροτήματος της πρεσβείας όταν εισέβαλαν οι φοιτητές και κατάφεραν να διαφύγουν και μετά από τριήμερη ταλαιπωρία στους δρόμους της Τεχεράνης και σε φιλικά σπίτια κατάφεραν να βρουν καταφύγιο στην κατοικία του Καναδού πρέσβη. Την ίδια ώρα στα κεντρικά της CIA στο Langley επικρατεί χαμός. Η μοναδική απόπειρα διάσωσης των 52 ομήρων κατέληξε με τη συντριβή ενός αμερικανικού ελικοπτέρου στην έρημο. Κάθε βράδυ από τους τηλεοπτικούς δέκτες παρελαύνουν το σκυθρωπό πρόσωπο του Χομεϊνί και πλάνα με πάνοπλους Φρουρούς της Επανάστασης να σέρνουν δεμένους ομήρους μπροστά στις κάμερες. Ο πράκτορας Tony Mendez με προϋπηρεσία στο Λάος και το Βιετνάμ ενημερώνεται από τα ανώτερα κλιμάκια για τους έξι που ξέφυγαν. Το ξέρουν μόνο μια χούφτα άνθρωποι, ο κίνδυνος να ειδοποιηθούν οι Ιρανοί είναι μεγάλος. Ο Mendez ποντάρει στο ότι οι φρουροί δεν ξέρουν ακόμα για τους έξι και σχεδιάζει να τους βγάλει από τη χώρα κανονικά από το αεροδρόμιο με πλαστές ταυτότητες. Για να γίνει, όμως, αυτό πρέπει να μεταβεί επί τόπου κλιμάκιο, καθώς οι τρεις εναπομείναντες σύνδεσμοι της CIA στην Τεχεράνη είναι παγιδευμένοι στην πρεσβεία. Μένει, βέβαια, να βρεθεί ένας λόγος για να περιφέρονται μισή ντουζίνα άσχετοι στην Τεχεράνη μεσούσης της επανάστασης χωρίς να κινήσει υποψίες: δημοσιογράφοι, μέλη ανθρωπιστικών οργανώσεων και εργάτες σε πετρελαιοπηγές υπήρχαν ακόμα στο ιρανικό έδαφος, όμως, ήταν όλοι καταγεγραμμένοι και υπό στενή παρακολούθηση. Μια ιδέα για καθηγητές έπεσε στο κενό, καθώς το νέο καθεστώς έκλεισε όλα τα αγγλόφωνα σχολεία, ενώ μια άλλη που περιλάμβανε γεωπόνους σκάλωσε στην… έλλειψη καλλιεργειών εξαιτίας του βαριού περσικού χειμώνα. Και τότε τού έρχεται η ιδέα: Ο ειδικός στις μεταμφιέσεις Mendez θα υποδυόταν τον Ιρλανδό κινηματογραφικό παραγωγό Kevin Costa Harkins, ο οποίος με το συνεργείο του θα αναζητούσε τόπους γυρισμάτων στο Ιράν για το επόμενο blockbuster του. Το σκεπτικό ήταν σωστό: Σε κανέναν δεν θα φαινόταν παράξενο το ότι κάποια χολιγουντιανά executives δεν είχαν ιδέα για το τι γινόταν αυτή την περίοδο στο Ιράν (οι μεγαλοπαραγωγοί δεν κοιμούνται και ξυπνάνε διαβάζοντας διεθνείς ειδήσεις), ενώ την ίδια ώρα ο Αγιατολάχ πετούσε το τουρμπάνι του για ξένες επενδύσεις που θα σήμαινε «ζεστό» χρήμα στα ταμεία του κράτους. Ο Mendez έρχεται αμέσως σε επαφή με τους φίλους που έκανε στο Χόλιγουντ από παλιότερες δουλειές. Με τους δύο συνεργάτες του στήνουν μια ψεύτικη εταιρία παραγωγής, τη Studio Six Productions (από τους «έξι» που σκόπευαν να σώσουν) και ανακοινώνουν μέσω πληρωμένων καταχωρήσεων στη Variety και το Hollywood Reporter την παραγωγή ενός έπους επιστημονικής φαντασίας με τίτλο «Argo» (από την Αργώ της Αργοναυτικής Εκστρατείας – ακόμα ένα in joke του Mendez). Μάλιστα, για να γίνει ολότελα πιστευτό, στήθηκαν κανονικά γραφεία της εταιρίας παραγωγής (σε έναν χώρο που ανήκε στην Columbia κι όπου είχε προηγουμένως γυριστεί το «The China Syndrome») με πόστερ στους τοίχους, γραφομηχανές, φαξ και υπαλλήλους που απαντούσαν στα δεκάδες τηλέφωνα και λάμβαναν τα βιογραφικά για τη νέα αυτή παραγωγή που είχε γίνει talk of the tinseltown. Υπήρχαν τρία τηλέφωνα. Τα δύο ήταν για το κοινό κι ένα τρίτο θα χτυπούσε μόνο εάν υπήρχαν νέα για την επιχείρηση – καλά ή άσχημα. Στις 25 Ιανουαρίου του 1980 ο Mendez μεταβαίνει στο Ιράν με βίζα που εξέδωσε η ιρανική πρεσβεία στη Βόννη, όπου ο πράκτορας αφού εξήγησε ποιος είναι και τι πάει να κάνει, είπε ότι στην Τεχεράνη τον περιμένουν «οι έξι συνεργάτες του που μετέβησαν εκεί από το Χονγκ Κονγκ».
Φτάνοντας στο σπίτι του Καναδού πρέσβη και μετά τα προκαταρκτικά ο Mendez μοίρασε πλαστά διαβατήρια και ρόλους. Και οι έξι θα έπρεπε να μοιάζουν με ιδιόρρυθμους χολιγουντιανούς τύπους: η σεναριογράφος με τα πατομπούκαλα, ο εγωκεντρικός σκηνοθέτης με το στενό, ανοιχτό έως τη μέση πουκάμισο, η διαρκώς αγχωμένη βοηθός παραγωγής κλπ. Τρεις μέρες μετά, στις 28 Ιανουαρίου, η ομάδα μεταβαίνει στο αεροδρόμιο Mehrabad της Τεχεράνης. Επίτηδες είχε επιλεγεί μια πολύ πρωινή πτήση, ώστε να αποφευχθεί ο συνήθης χαμός. Πάνοπλοι Φρουροί της Επανάστασης βρίσκονταν σε κάθε γωνιά, ενώ άνθρωποι της Ισλαμικής Επαναστατικής Επιτροπής είχαν πιάσει πόστα στα γκισέ, το τελωνείο και τον έλεγχο των αποσκευών. Ευτυχώς, όλοι τους ήταν απασχολημένοι στο να μπαγλαρώνουν ντόπιους που προσπαθούσαν να βγάλουν λαθραία από τη χώρα χαλιά ή χρυσό. Το εκπαιδευμένο μάτι του Mendez «σκανάρει» τον χώρο για τυχόν προβλήματα. Δεν υπάρχουν προς το παρόν. Τα διαβατήρια ήταν «real fakes», δηλαδή αληθινά έγγραφα που εξέδωσε το καναδικό κράτος για τα ανύπαρκτα πρόσωπα που δημιούργησε η CIA (πρακτική στην οποία είναι ενάντια οι Καναδοί, όμως, έκαναν μία από τις σπάνιες εξαιρέσεις τους). Ένας από την ομάδα εμφανίζεται νευρικός, ιδρώνει συνεχώς ενώ σε κάποια στιγμή ξεχνιέται και διαβάζει μια τοπική εφημερίδα (δεν είναι λογικό μέλος ενός καναδικού κινηματογραφικού συνεργείου να γνωρίζει φαρσί). Και σαν να μην έφτανε αυτό ανακοινώνεται πως η πτήση τους θα έχει καθυστέρηση. Ο Mendez, όμως, παραμένει ψύχραιμος παρά το ότι δεν υπάρχει plan B. Είναι όλοι τους άοπλοι, ενώ σε περίπτωση σύλληψης αυτό που τους περιμένει είναι ο απαγχονισμός σε δημόσιο χώρο. Κάποιοι Φρουροί αρχίζουν τους ελέγχους σε ξένους επιβάτες. Ο κλοιός σφίγγει. Τα ανήσυχα βλέμματα δίνουν και παίρνουν. Μέχρι που από τα μεγάφωνα ακούγεται η πολυπόθητη αναγγελία: «Η πτήση 363 της Swissair είναι έτοιμη για άμεση αναχώρηση». Το αεροσκάφος -που φέρει το όνομα AARGAU από την ομώνυμη ελβετική περιοχή, ακόμα ένα in joke της CIA- απογειώνεται και όλοι ανακουφισμένοι παραγγέλνουν Bloody Mary. Πίσω στα γραφεία της Studio Six χτυπάει για πρώτη και τελευταία φορά το απόρρητο τηλέφωνο με τη φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής να ενημερώνει: «Τα κατάφεραν. Βγήκαν έξω».
INFO: Για την κατάληψη της πρεσβείας στην Τεχεράνη δες το φιλμ «Argo», σε σκηνοθεσία Ben Affleck.
ΣΟΥΔΑΝ
Τουριστικό θέρετρο-μαϊμού έσωσε χιλιάδες
Κατά τη διάρκεια του τρομερού λιμού που χτύπησε το 1984 την Αιθιοπία και οδήγησε στον θάνατο από ασιτία εκατομμύρια ανθρώπους, το Ισραήλ πραγματοποίησε μία εντυπωσιακή σε οργάνωση και αποτελεσματικότητα επιχείρηση με στόχο τη φυγάδευση από την πολύπαθη χώρα των Εβραίων κατοίκων, των γνωστών και ως «Φαλάσα», η παρουσία των οποίων εκεί χρονολογείται 3000 χρόνια πριν. Χιλιάδες Φαλάσα εγκατέλειψαν την μαστιζόμενη από τον λιμό Αιθιοπία για να συνωστισθούν κάτω από άθλιες συνθήκες στα στρατόπεδα προσφύγων του γειτονικού Σουδάν. Το εγχείρημα ήταν ιδιαίτερα δύσκολο, λόγω και των δεσμών του μουσουλμανικού Σουδάν με τον αραβικό κόσμο -αν και η μετριοπαθής κυβέρνηση θεωρούνταν σύμμαχος τον Αμερικανών που στήριζαν την επιχείρηση- οπότε ότι ήταν γίνει έπρεπε να συμβεί κάτω από απόλυτη μυστικότητα. Η Mossad πρότεινε τη δημιουργία ενός τουριστικού θερέτρου-μαϊμού στην παραλιακή πόλη Port Sudan στις ακτές της Ερυθράς Θάλασσας, το οποίο και θα χρησίμευε ως κέντρο της μυστικής «Επιχείρησης Μωυσής», όπως ονομάστηκε από τις ομοιότητες της γνωστής από τη Βίβλο «Εξόδου». Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Σιμόν Πέρεζ εγκρίνει το σχέδιο και ένα πολυτελές θέρετρο με καταλύματα και υπηρεσίες θαλάσσιων σπορ στήθηκε από το μηδέν. Μάλιστα, για να περάσει εντελώς απαρατήρητο, το θέρετρο διαφημίστηκε κανονικά και κατακλύστηκε από ανυποψίαστους τουρίστες. Κανείς δεν γνώριζε ότι ανάμεσα στα δωμάτια, τα μαγειρεία και τα τζετ σκι, βρίσκονταν μυστικοί πράκτορες, αποθήκες οπλισμού, κέντρα επικοινωνίας αλλά κι ένα μικρό, αυτοσχέδιο αεροδρόμιο. Από εκεί, το Ισραήλ κατάφερε να μεταφέρει δια αέρος και θαλάσσης γύρω στους 8.000 Φαλάσα πίσω στη μητέρα πατρίδα, πριν διαρρεύσει το σχέδιο και ο Πέρεζ αναγκαστεί να διακόψει την επιχείρηση στα τέλη του Ιανουαρίου του 1985 (η γνωστοποίηση οδήγησε στην πτώση της μετριοπαθούς κυβέρνησης του Σουδάν και την επιβολή σκληρής φονταμενταλιστικής δικτατορίας). Όταν η «Επιχείρηση Μωυσής» ολοκληρώθηκε, οι εμβρόντητοι τουρίστες μάθαιναν ότι οι «Ευρωπαίοι ιδιοκτήτες» του θερέτρου είχαν χρεοκοπήσει…
Τουριστικό θέρετρο-μαϊμού έσωσε χιλιάδες
Κατά τη διάρκεια του τρομερού λιμού που χτύπησε το 1984 την Αιθιοπία και οδήγησε στον θάνατο από ασιτία εκατομμύρια ανθρώπους, το Ισραήλ πραγματοποίησε μία εντυπωσιακή σε οργάνωση και αποτελεσματικότητα επιχείρηση με στόχο τη φυγάδευση από την πολύπαθη χώρα των Εβραίων κατοίκων, των γνωστών και ως «Φαλάσα», η παρουσία των οποίων εκεί χρονολογείται 3000 χρόνια πριν. Χιλιάδες Φαλάσα εγκατέλειψαν την μαστιζόμενη από τον λιμό Αιθιοπία για να συνωστισθούν κάτω από άθλιες συνθήκες στα στρατόπεδα προσφύγων του γειτονικού Σουδάν. Το εγχείρημα ήταν ιδιαίτερα δύσκολο, λόγω και των δεσμών του μουσουλμανικού Σουδάν με τον αραβικό κόσμο -αν και η μετριοπαθής κυβέρνηση θεωρούνταν σύμμαχος τον Αμερικανών που στήριζαν την επιχείρηση- οπότε ότι ήταν γίνει έπρεπε να συμβεί κάτω από απόλυτη μυστικότητα. Η Mossad πρότεινε τη δημιουργία ενός τουριστικού θερέτρου-μαϊμού στην παραλιακή πόλη Port Sudan στις ακτές της Ερυθράς Θάλασσας, το οποίο και θα χρησίμευε ως κέντρο της μυστικής «Επιχείρησης Μωυσής», όπως ονομάστηκε από τις ομοιότητες της γνωστής από τη Βίβλο «Εξόδου». Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Σιμόν Πέρεζ εγκρίνει το σχέδιο και ένα πολυτελές θέρετρο με καταλύματα και υπηρεσίες θαλάσσιων σπορ στήθηκε από το μηδέν. Μάλιστα, για να περάσει εντελώς απαρατήρητο, το θέρετρο διαφημίστηκε κανονικά και κατακλύστηκε από ανυποψίαστους τουρίστες. Κανείς δεν γνώριζε ότι ανάμεσα στα δωμάτια, τα μαγειρεία και τα τζετ σκι, βρίσκονταν μυστικοί πράκτορες, αποθήκες οπλισμού, κέντρα επικοινωνίας αλλά κι ένα μικρό, αυτοσχέδιο αεροδρόμιο. Από εκεί, το Ισραήλ κατάφερε να μεταφέρει δια αέρος και θαλάσσης γύρω στους 8.000 Φαλάσα πίσω στη μητέρα πατρίδα, πριν διαρρεύσει το σχέδιο και ο Πέρεζ αναγκαστεί να διακόψει την επιχείρηση στα τέλη του Ιανουαρίου του 1985 (η γνωστοποίηση οδήγησε στην πτώση της μετριοπαθούς κυβέρνησης του Σουδάν και την επιβολή σκληρής φονταμενταλιστικής δικτατορίας). Όταν η «Επιχείρηση Μωυσής» ολοκληρώθηκε, οι εμβρόντητοι τουρίστες μάθαιναν ότι οι «Ευρωπαίοι ιδιοκτήτες» του θερέτρου είχαν χρεοκοπήσει…
INFO: Αναζήτησε το γαλλο-ισραηλινό βραβευμένο φιλμ «Live and Become» του 2004.
ΚΥΠΡΟΣ
Ήταν ένα πειρατικό καράβι
Η Κύπρος δεν είναι ακριβώς και στην κορυφή της λίστας των κινηματογραφικών παραγωγών (εκτός κι αν το ρεζουμέ τους περιλαμβάνει τίτλους όπως η κωμωδία του Μουστάκα «Εγώ και το Πουλί μου» ή το διαβόητο σοφτ πορνό «Μαύρη Εμμανουέλα» του Ηλία Μυλωνάκου), γι’ αυτό και η αναγγελία του γυρίσματος μιας βρετανικής υπερπαραγωγής με πρωταγωνιστή τον Peter Sellers στο λιμάνι της Κερύνειας, ανασήκωσε πολλά βλέφαρα. Ήταν βλέπετε και το timing. Το Σεπτέμβριο του 1973 η Κύπρος θύμιζε πυριτιδαποθήκη έτοιμη να εκραγεί. Η σύγκρουση της κυβέρνησης του Μακαρίου με τους ΕΟΚΑβητάδες είχε φτάσει στο ζενίθ της. Εκρήξεις, δολοφονίες, απαγωγές και μαζικές συλλήψεις ήταν στην ημερήσια διάταξη.
Ήταν ένα πειρατικό καράβι
Η Κύπρος δεν είναι ακριβώς και στην κορυφή της λίστας των κινηματογραφικών παραγωγών (εκτός κι αν το ρεζουμέ τους περιλαμβάνει τίτλους όπως η κωμωδία του Μουστάκα «Εγώ και το Πουλί μου» ή το διαβόητο σοφτ πορνό «Μαύρη Εμμανουέλα» του Ηλία Μυλωνάκου), γι’ αυτό και η αναγγελία του γυρίσματος μιας βρετανικής υπερπαραγωγής με πρωταγωνιστή τον Peter Sellers στο λιμάνι της Κερύνειας, ανασήκωσε πολλά βλέφαρα. Ήταν βλέπετε και το timing. Το Σεπτέμβριο του 1973 η Κύπρος θύμιζε πυριτιδαποθήκη έτοιμη να εκραγεί. Η σύγκρουση της κυβέρνησης του Μακαρίου με τους ΕΟΚΑβητάδες είχε φτάσει στο ζενίθ της. Εκρήξεις, δολοφονίες, απαγωγές και μαζικές συλλήψεις ήταν στην ημερήσια διάταξη.
Παρόλα αυτά, ένα βρετανικό στούντιο θεωρεί ότι είναι η… κατάλληλη εποχή για να γυρίσει έτσι στο εντελώς άσχετο στην Κύπρο μια ταινία με πειρατές. Ακριβώς ό,τι χρειαζόταν! Έτσι στις 5 Σεπτεμβρίου, ανάμεσα στις βόμβες και τις ριπές, καταπλέει στο λιμανάκι της Κερύνειας η «Santa Barbara», ένα τρικάταρτο ιστιοφόρο, που έχει μετατραπεί στην Ελλάδα σε παλιό πειρατικό καράβι. Την ίδια μέρα φτάνει στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας και ο διάσημος Άγγλος κωμικός Peter Sellers, ο οποίος και θα ηγηθεί ενός λαμπρού καστ που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τον Anthony Franciosa, τον Peter Boyle και τον Spike Milligan. Το φιλμ είναι πειρατική κωμωδία, φέρει τον τίτλο «Ghost in the Noonday Sun» και αποτελεί διασκευή του ομώνυμου παιδικού βιβλίου του Sid Fleishman. Τα γυρίσματα ξεκινούν σε μια εβδομάδα στο λιμάνι αλλά και στις ακτές «Πέντε Μίλι» και «Έξι Μίλι», όμως, το project αποδεικνύεται φιάσκο. Ο Sellers χάνει το ενδιαφέρον του και αποφεύγει να πηγαίνει στα γυρίσματα, προφασιζόμενος αρρώστια (άσχετα εάν μετά τον βλέπουν να κάνει θαλάσσιο σκι), ενώ σε κάποια φάση απολύει τον σκηνοθέτη Peter Medak και βάζει στη θέση του τον συμπρωταγωνιστή του Milligan. Το χρήμα, όμως, που ρέει γι’ αυτή την παραγωγή είναι δυσανάλογο με τη χύμα κατάσταση που επικρατεί στο πλατό. Για τις ανάγκες της ταινίας, εκτός από το πειρατικό, κατασκευάστηκε ένα ολόκληρο ιρλανδικό χωριό το οποίο εμφανίζεται στην οθόνη για μερικά δευτερόλεπτα. Επίσης, για πρώτη φορά δίνεται άδεια για γύρισμα στο απόρθητο κάστρο της Κερύνειας, ενώ καθ’ όλη τη διάρκεια των γυρισμάτων ένα σκάφος με αμερικανική σημαία περιπολούσε τη θαλάσσια περιοχή του σετ, για «την ασφάλεια της παραγωγής». Παρά τα υπέρογκα ποσά που ξοδεύτηκαν, το τελικό φιλμ είναι τόσο χάλια που η Columbia (που θα αναλάμβανε τη διανομή του στις ΗΠΑ) το παράχωσε στο συρτάρι για να εμφανιστεί μια δεκαετία αργότερα στην pay TV και το βίντεο (στη Βρετανία έκανε άλλα δέκα χρόνια για να δει το φως της διανομής). Οι ελάχιστες κριτικές ήταν απαξιωτικές και εύκολα θεωρείται σήμερα η χειρότερη ταινία στην καριέρα του Peter Sellers (που κατά ειρωνεία υποδυόταν έναν πειρατή με το απολύτως ταιριαστό όνομα Dick Scratcher – ό,τι δηλαδή έκανε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων).
Το 2007 προβάλλεται στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, το «Santa Barbara: Φαντάσματα στην Κερύνεια» του Νίκου Θεοδοσίου, που επιχειρεί να αποδείξει ότι το «Ghost in the Noonday Sun» δεν ήταν ακόμα μία χολιγουντιανή φλόπα σαν τόσες άλλες, αλλά μια συγκαλυμμένη επιχείρηση ξένων μυστικών υπηρεσιών που σχετίζονταν με την προετοιμασία της τουρκικής εισβολής τον Ιούλιο του 1974 στο νησί. Ο Θεοδοσίου κατάφερε να βρει τους ελάχιστους Ελληνοκύπριους που συνεργάστηκαν με την παραγωγή (η ελληνόφωνη συμμετοχή στο φιλμ ήταν όλως περιέργως σχεδόν μηδαμινή), αλλά και να μεταφέρει το κλίμα εκείνης της περιόδου μέσα από δημοσιεύματα του τύπου της εποχής, τηλεοπτικά πλάνα, μαρτυρίες και σκηνές από την ίδια την ταινία που κατάφερε να βρει (δύσκολα είναι η αλήθεια) σε βιντεοκασέτα. Στους δυόμισι μήνες που διήρκεσαν τα γυρίσματα, η ευρύτερη γύρω περιοχή είχε πάρει φωτιά: Στις 6 Οκτωβρίου ξεσπά ο πόλεμος του Γιομ Κιπούρ (όταν Αίγυπτος και Συρία επιτίθενται αιφνιδιαστικά στο Ισραήλ την πιο ιερή μέρα του χρόνου), σημειώνεται ακόμα μία αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του Μακαρίου και στις 17 Νοεμβρίου, στην Αθήνα, γίνεται η εξέγερση του Πολυτεχνείου που ακολουθείται στις 25 Νοεμβρίου από την αντικατάσταση του δικτάτορα Παπαδόπουλου από τον Ιωαννίδη. Όμως, τα γυρίσματα συνεχίζονται κανονικά σαν οι συντελεστές να βρίσκονται στη Χαβάη και όχι στη φλεγόμενη Μέση Ανατολή. Το ύποπτο timing, η τοποθεσία, το χάος των γυρισμάτων, τα υπέρογκα ποσά και κάποιες ύποπτες φάτσες στο συνεργείο έκαναν τις φήμες για βιτρίνα της MI6 και της CIA, με σκοπό την καταγραφή κινήσεων στην περιοχή και πιθανότατα την προετοιμασία για το ενδεχόμενο τουρκικής εισβολής. Και το γεγονός ότι λίγους μήνες μετά, τον Ιούλιο του 1974, έγινε αυτό ακριβώς ενισχύουν την άποψη ότι ο Dick Scratcher ίσως να έκανε πολλά περισσότερα απ’ όσα το ονοματεπώνυμό του αφήνει να εννοηθούν…
INFO: Για περισσότερα ανάτρεξε στο blog του Νίκου Θεοδοσίου http://theodosiou.wordpress.com
Περιοδικό Down Town, τεύχος 683.