THE GODFATHER (1972): «Today, I’ll make you an offer you can’t refuse». Κλασική, ανεπανάληπτη δημιουργία, το έργο ζωής (ως τριλογία) του Francis Ford Coppola παραμένει σχεδόν μισό αιώνα μετά, ένα μνημείο του σύγχρονου κινηματογράφου, ένα ολοκληρωμένο αριστούργημα και μία από τις ταινίες που πρέπει να έχεις δει πριν πεθάνεις. Η ιστορία μιας οικογένειας μαφιόζων στη μεταπολεμική Αμερική, τα σκοτεινά κίνητρα των μελών της και ο μεταξύ τους πόλεμος, η ευθύνη στα πιο αδύναμα μέλη της οικογένειας, η απαίτηση του σεβασμού, η κληρονομιά ενός πατέρα αφέντη, ο Λόγος και η Τιμή αποδίδονται μέσα από πρωτόγνωρες ερμηνείες, συμπαγή σκηνοθεσία και επιβλητικά μουντή φωτογραφία. Η φιγούρα του Marlon Brando, η σκηνή του θανάτου του Σόνι (James Caan), το (αληθινό) κεφάλι αλόγου στο κρεβάτι και το λυρικό μουσικό θέμα του Nino Rota έχουν μείνει για πάντα χαραγμένα στη μνήμη.
THE GODFATHER: PART ΙΙ (1974): Το αιματοβαμμένο μαφιόζικο έπος της οικογένειας Κορλεόνε συνεχίζεται στο καλύτερο ίσως sequel όλων των εποχών. Ο Coppola (στον οποίο ανατέθηκε η σκηνοθεσία μετά την επιτυχία του πρώτου μέρους, καθώς αρχική επιλογή ήταν ο Martin Scorsese) διεισδύει ακόμα βαθύτερα στους χαρακτήρες και τοποθετεί την πλοκή σε δύο μακρινές (και ασύνδετες) μεταξύ τους χρονικές περιόδους (η άνοδος του Βίτο Κορλεόνε στο οργανωμένο έγκλημα και η συνέχιση της παράδοσης από τον γιο του) αγκιστρώνοντας τον θεατή για όλα τα περίπου 200 λεπτά της διάρκειας. Διεκδίκησε 12 βραβεία Όσκαρ αποσπώντας τελικά 6, μεταξύ των οποίων αυτά των καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, β’ ανδρικού ρόλου για τον Robert de Niro και μουσικής.
ONCE UPON A TIME IN AMERICA (1984): Ο Sergio Leone ήθελε διακαώς να γυρίσει μία τριλογία για τη σύγχρονη Αμερική αντίστοιχη των διάσημων σπαγέτι-γουέστερν του, όμως κατέληξε τελικά να κάνει ένα τεράστιας διάρκειας (229 λεπτά) έπος που μάλιστα ήταν και το τελευταίο του. Η ιστορία μιας παρέας Εβραίων Νεοϋορκέζων μαφιόζων που απλώνεται σε πάνω από 50 χρόνια, θεωρείται από πολλούς ως το αριστούργημα του Ιταλού δημιουργού και μία από τις πιο πιστές απεικονίσεις της εποχής της Ποτοαπαγόρευσης στην ιστορία.
SCARFACE (1983): Η άνοδος και η πτώση ενός σύγχρονου γκάνγκστερ στο στυλιζαρισμένο και υπερβίαιο remake ενός φιλμ του 1932, διά χειρός Brian de Palma και με έναν ανεξέλεγκτο Al Pacino να κεντά (και να γαζώνει) με περισσή μαεστρία. Ο de Palma αποτινάζει την ταμπέλα του Αμερικανού Hitchcock και με οδηγό το εξαιρετικό σενάριο του Oliver Stone χτίζει ένα αιματοβαμμένο έπος γύρω από τη ζωή ενός Κουβανού μετανάστη στο Μαϊάμι που εξελίσσεται σε βαρόνο της κόκας. Το φιλμ ακολουθεί το γνωστό μοτίβο αυτού του είδους βιογραφιών (ανέχεια, εξέλιξη, πλούτος, δύναμη, αδιέξοδο, πτώση) ενώ ο Ντε Πάλμα βάφει συχνά-πυκνά την οθόνη κόκκινη, σκιαγραφώντας έναν από τους πιο τραγικούς (και επικίνδυνα γοητευτικούς) αντι-ήρωες της οθόνης.
CASINO (1995): Τα «καλά παιδιά» πάνε καζίνο, σ’ αυτόν τον γνήσιο Scorsese, όπου το χρήμα είναι ο βασικός καταλύτης για την άνοδο και πτώση ακόμα ενός μαφιόζου, αυτή τη φορά με φόντο τον τζογαδόρικο κόσμο των καζίνο του Λας Βέγκας. Ο κορυφαίος σκηνοθέτης δεν χαραμίζει πλάνο, ντύνει τη δυνατή αυτή ιστορία πάθους, φθόνου και δύναμης με φανταχτερά κιτς σκηνικά (η δράση τοποθετείται στα 70’s), κρατά τους ρυθμούς εξοντωτικά γρήγορους, αξιοποιεί το νευρικό μοντάζ και βγάζει ερμηνειάρες από το (φυσικά) ονειρεμένο καστ. Ο de Niro είναι φυσικά η κύρια ατραξιόν, όμως την παράσταση κλέβει ο Joe Pesci στον κομμένο-και-ραμμένο-στα-μέτρα-του ρόλο του ψυχωτικού Νίκι – όπως συνέβη άλλωστε και στο Goodfellas.
GOODFELLAS (1990): Αν τα δύο Godfather μάς έμπασαν στον τρόπο δράσης και τους κώδικες τιμής και συμπεριφοράς της μαφιόζικης φαμίλιας, τα «Καλά Παιδιά» επικεντρώνονται στον έναν και μοναδικό Θεό τους: το βρόμικο χρήμα. Βλέπουμε (και μαθαίνουμε) ακριβώς πώς αποκτάται, διακινείται, ξεπλένεται για να αναδείξει αστέρια και μετά να τα ρίξει στον υπόνομο. Οι μαφιόζοι του Scorsese δεν είναι ημίθεοι, είναι απλοί άνθρωποι με καταστροφικά πάθη, μπόλικη αλαζονεία κι επικίνδυνη τρέλα, αλλά προπάντων οικογενειάρχες με αρχές και ιδανικά. Από τις καλύτερες ταινίες του σημαντικού δημιουργού με –όπως πάντα- εξαιρετικό καστ (ο απίστευτος Joe Pesci πήρε το Όσκαρ β’ ανδρικού), διαλόγους που σπάνε κόκαλα («I’m funny how? Funny like a clown? I’m here to fuckin’ amuse you?»), υπέροχη αναπαράσταση των διαφόρων εποχών (από τα 50’s μέχρι τα 80’s) και εκλεπτυσμένο soundtrack.
THE DEPARTED (2006): Ο Martin Scorsese πήρε το εξαιρετικό κινέζικο φιλμ νουάρ Infernal Affairs (2002), μετέφερε την πλοκή στους κόλπους της ιρλανδικής μαφίας της Βοστόνης, μάζεψε ένα καστ-ονείρωξη και επέστρεψε στην top φόρμα των Goodfellas και Casino. Ούτε ένα πλάνο δεν χαραμίζεται από την (υπερβολική είναι η αλήθεια) διάρκεια σ’ αυτή την έκρηξη τεστοστερόνης, γραφικής βίας, ψυχολογικών συγκρούσεων και στιβαρών ερμηνειών (ο Leonardo DiCaprio πραγματικά εντυπωσιάζει με την ωριμότητα της ερμηνείας του, ενώ ο Jack Nicholson αφήνεται, για άλλη μια φορά, ανεξέλεγκτος). Δικαίως η ταινία απέσπασε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας και ο γερο-Marty κατάφερε να γραπώσει το πολυπόθητο βραβείο σκηνοθεσίας που η Ακαδημία αρνείτο μέχρι τότε να του δώσει.
BLACK MASS (2015): To Goodfellas συναντά το American Hustle κι ο Johnny Depp την ερμηνευτική του φόρμα, σ’ αυτό το φλύαρο αλλά σκοτεινό, βίαιο και ψυχοβγαλτικό δράμα που εξιστορεί το χρονικό του Whitey Bulger, ενός από τους πλέον διαβόητους γκάνγκστερ της σύγχρονης Αμερικής και το πώς σκαρφάλωσε στην κορυφή του οργανωμένου εγκλήματος της Βοστόνης ρουφιανεύοντας τον ανταγωνισμό στο FBI. Η αλήθεια είναι πως μέσα σε όλη αυτή τη δαιδαλώδη διαδρομή ανάμεσα σε χρήματα, μαγνητοταινίες και πτώματα υπάρχει περίπτωση να χαθείς έτσι και αφαιρεθείς έστω και για λίγο, όμως υπάρχει κάτι που θα σε επαναφέρει στην τσίτα και είναι ΚΑΘΕ σκηνή του Ντεπ.
Φιλgood, τεύχος 250.