Στην ομιλία μου ενώπιον της Ολομέλειας της Βουλής των Αντιπροσώπων, την περασμένη Τρίτη, στη διάρκεια της συζήτησης για τον κρατικό προϋπολογισμό του 2024, επέλεξα συνειδητά να μην μιλήσω για διατάξεις ή στοιχεία ή αριθμούς του προϋπολογισμού. Αντί αυτού, επέλεξα να αναδείξω το μεγαλύτερο ενδογενές πρόβλημα της πολιτικής ζωής της Κύπρου, που όσο υφίσταται και όσο εντείνεται υπονομεύει την αποτελεσματική εφαρμογή κάθε προϋπολογισμού και υποσκάπτει την επίτευξη των άμεσων και μακροπρόθεσμων στόχων του.
Όπως είχα τονίσει, λοιπόν, το πρόβλημα αυτό είναι ο λαϊκισμός. Λαϊκισμός, ο οποίος σταδιακά, αθόρυβα και εξελικτικά παρεισφρέει σε πολιτικές αναλύσεις, επικρατεί σε πολιτικές συζητήσεις και επιβάλλεται σε πολιτικές αποφάσεις. Λαϊκισμός, ο οποίος διαθέτει και το ιδιαιτέρως ανθεκτικό πλεονέκτημα να είναι αυτοτροφοδοτούμενος και αυτοσυντήρητος, καθώς, οι αποφάσεις που επιβάλλονται από λαϊκισμό οδηγούν σε μεγαλύτερα προβλήματα από αυτά που, υποτίθεται, θα έλυναν, τα μεγαλύτερα αυτά προβλήματα προκαλούν μεγαλύτερη κοινωνική δυσφορία και απογοήτευση, η μεγαλύτερη κοινωνική δυσφορία και απογοήτευση στρώνουν το έδαφος που είναι κατάλληλο για ανάπτυξη πρόσθετου λαϊκισμού και, έτσι, σχηματίζουν ένα πολιτικό και κοινωνικό φαύλο κύκλο.
Το δήλωσα ενώπιον της Βουλής και το επαναλαμβάνω με έμφαση: για να είμαστε χρήσιμοι και αποτελεσματικοί προς όφελος της πατρίδας μας, έχουμε καθήκον να εξαλείψουμε τον λαϊκισμό. Και για να εξαλείψουμε τον λαϊκισμό, οφείλουμε, κατ’ αρχάς, να αναγνωρίσουμε και να παραδεχτούμε την ύπαρξή του, να τον εντοπίζουμε, να τον προσδιορίζουμε και να τον απομονώνουμε.
Αυτό είναι ένα ελάχιστο καθήκον μας, ως πολιτικό προσωπικό της χώρας. Άλλωστε, παθογένεια της Πολιτικής είναι ο λαϊκισμός και άρα έχουμε πρώτοι την υποχρέωση να τον εξαλείψουμε. Όμως, θα ήταν λαϊκισμός και μάλιστα κραυγαλέος εάν υποστήριζα ότι η εξάλειψη του λαϊκισμού είναι καθήκον μόνο του πολιτικού κόσμου γιατί, ακριβώς, δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Η εξάλειψη του λαϊκισμού είναι εξίσου καθήκον και των πολιτών, οι οποίοι οφείλουν να τον αναγνωρίζουν, να τον προσδιορίζουν και κυρίως, να τον περιφρονούν. Άλλωστε, τους πολίτες δελεάζει, τους πολίτες παραπλανεί και τους πολίτες ζημιώνει.
Ο λαϊκισμός δεν προτείνει λύσεις. Κι αν προτείνει, είναι ανεφάρμοστες. Και αν, ω μη γένοιτο, εφαρμοστούν, είναι καταστροφικές. Γι’ αυτό και δεν είναι υπερβολή ο χαρακτηρισμός του λαϊκισμού σαν πολιτικό ναρκωτικό, αφού στην πρώτη επαφή αρέσει, στην πραγματικότητα δεν λύνει κανένα απολύτως πρόβλημα και, τελικά, καταστρέφει. Ασφαλώς, ο λαϊκισμός δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Αντίθετα, συνυπάρχει με την πολιτική, ανέκαθεν. Όμως, στην παρούσα χρονική συγκυρία, ο λαϊκισμός αξιοποιεί ένα εργαλείο που δεν το είχε ποτέ στο παρελθόν: Την τεχνολογία. Και, πιο συγκεκριμένα, τη δυνατότητα που αυτή παρέχει, άθελα, για αστραπιαία διασπορά ψευδών ειδήσεων, ραγδαία διάδοση ατεκμηρίωτων πληροφοριών και επιπόλαιη από-ενοχοποίηση ρατσιστικών και φασιστικών αντιλήψεων.
Η απάντηση στον λαϊκισμό είναι η έμπρακτη ανάδειξη εννοιών, που πρέπει να είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τον τρόπο με τον οποίο ασκούμε τα καθήκοντά μας ως μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων: Δημοκρατική κουλτούρα, διάλογος, παιδεία, μόρφωση, γνώση, έρευνα, κριτική σκέψη, ορθολογισμός, ανάλυση, εμβάθυνση, ανεκτικότητα, σοβαρότητα, νηφαλιότητα, κοινή λογική και αγνή αγάπη για την πατρίδα μας.
*Βουλευτής Λευκωσίας του
Δημοκρατικού Κόμματος.